Thursday, December 24, 2009

Η γυναίκα στον Μόραλη

Απρόβλεπτα τα παιχνίδια της ζωής. Το περασμένο Σάββατο εγκαινιαζόταν στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς η μεγάλη αναδρομική έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη, την Κυριακή έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών ο Γιάννης Μόραλης. Δύο κορυφαίοι ζωγράφοι που σφράγισαν την ελληνική τέχνη στον 20ό αιώνα, δύο σημαντικοί εκπρόσωποι της γενιάς του '30, που εξέφρασαν με τον δικό του τρόπο ο καθένας την περίφημη «ελληνικότητα».

Ωστόσο, όσο ο Τσαρούχης ύμνησε το γυμνό ανδρικό σώμα άλλο τόσο ο Μόραλης λάτρεψε τη γυναίκα. Την αποτύπωσε στα έργα του αρχικά με ρεαλιστικό και αργότερα με αφαιρετικό τρόπο. Πάντα όμως ερωτική, θηλυκή, λυρική, γεμάτη συναισθήματα, μνήμες και συμβολισμούς: από τα γυμνά που ζωγράφισε σε κλασικό ύφος στα τέλη της δεκαετίας του '30 στο Παρίσι ως τις προσωπογραφίες γυναικών του οικογενειακού και φιλικού του κύκλου· από τα νεανικά ζευγάρια και τα κορίτσια με τη «διάφανη αθωότητα», ώς τα δημοφιλή γεωμετρικά ερωτικά του, όπου τα σώματα σμίγουν με αρμονία και ελευθερία· από τα «Επιτύμβια» με γυμνές ξαπλωμένες και όρθιες φιγούρες που κρατούν σεντόνια, ως τα «Επιθαλάμια» που συγκίνησαν τον Οδυσσέα Ελύτη: «Τα χώματα της Αττικής και της Αίγινας, τα σώματα των νέων κοριτσιών, το φως το ταυτόσημο μιας φυσικής και ηθικής ευγένειας τα βλέπουμε στα τελευταία έργα του Μόραλη ν' αναδύονται κάποτε με μια υγρασία θαλασσινή, σαν μεγεθυσμένα θραύσματα από αρχαίες ληκύθους, ή μικρυμένες νωπογραφίες τόπων λατρείας που χάθηκαν για πάντα».

Ενα πρώιμο γυμνό που ο Μόραλης φιλοτέχνησε το 1939 έχει στάση οδαλίσκης. Είναι άλλωστε η εποχή που ο ζωγράφος βρίσκεται σε γαλλικό έδαφος, επισκέπτεται τα μεγάλα μουσεία με τα κλασικά αριστουργήματα, ενώ ο μοντερνισμός δεν τον αφήνει ανέγγιχτο. «Η δημιουργία του πίνακα κράτησε σχεδόν έναν χρόνο, όσο βρισκόμουν στο Παρίσι. Το μοντέλο ήταν πρώην χορεύτρια, νέα και όμορφη κοπέλα, η οποία έπαθε φυματίωση και αναγκάστηκε ν' αφήσει τον χορό» αφηγείται ο ίδιος στον κατάλογο της αναδρομικής έκθεσης «Γ. Μόραλης. Μια ανίχνευση», που οργάνωσε πριν από δύο χρόνια στην Ανδρο το Ιδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή. «Ποζάριζε και, επειδή ποζάριζε με τις ώρες, έτρωγε, και το πίσω μέρος, που δεν φαίνεται στον πίνακα, είναι γεμάτο φιστίκια και φλούδες από πορτοκάλια».

Ο μεγάλος δάσκαλος δημιούργησε ένα έργο «ελληνικό», που φτάνει ως την αρχαιότητα, φιλτραρισμένο από τα εικαστικά ρεύματα της εποχής του, εμποτισμένο από προσωπικά βιώματα. Χωρίς επιτήδευση, αλλά με επίγνωση. «Πάντα μου άρεσε να είναι άσπρο το κεφάλι όταν ζωγραφίζω γυναίκες. Θα μου πεις, και στην αρχαιότητα άσπρες κάνανε τις γυναίκες, κεραμιδί τους άντρες» έχει γράψει. «Ο πρώτος μου έρωτας στην Πρέβεζα, πριν έρθουμε στην Αθήνα, θα ήμουν εννιά-δέκα χρόνων, στο σχολείο, ήταν συμμαθήτριά μου και είχε και ένα ωραίο όνομα, Ματθίλδη. Το πρόσωπό της ήταν φιλντισένιο, κάτασπρο, με πολύ μαύρα μαλλιά».

Μαύρα μαλλιά είχε και η πρώτη του σύζυγος, Μαρία Ρουσέν, όταν τη ζωγράφισε το 1943, σχεδόν νιόπαντρη. Στον γνωστό πίνακα φοράει καπέλο, ριγέ σακάκι, ενώ το ένα της χέρι ακουμπάει το γάντι της. «Λοιπόν αυτά τα γάντια -μου το είχε πει τότε η ίδια η Μαρία- της τα είχε χαρίσει ο πατέρας του Χατζηκυριάκου - Γκίκα (...) Της τα χάρισε, γιατί η Μαρία είχε μικρό χεράκι και της είπε: "Μαρία μου, εσένα θα σου πηγαίνει", γιατί η μητέρα του Χατζηκυριάκου του Γκίκα είχε μικρά χέρια, λεπτά. Μάλιστα, τα βρήκα αυτά τα γάντια προ ετών, τα τελευταία χρόνια πριν πεθάνει ο Γκίκας, του τα έδωσα και συγκινήθηκε».

Ο Μόραλης χρησιμοποιούσε μοντέλα για τα έργα του. Κάποια στιγμή μια μαθήτριά του από τη Σχολή Καλών Τεχνών του κέντρισε την προσοχή καθώς σχεδίαζε καθιστή. Ετσι, έγινε το μοντέλο στο «Κορίτσι που ζωγραφίζει» (1971). Οπως ο ίδιος αφηγείται: «Πήγα στο ατελιέ, έκανα το πρόχειρο σχέδιο του έργου, αλλά δεν είχα τελάρο τετράγωνο. Είχα δύο στενόμακρα, τα ένωσα και είπα: στο κάτω κάτω, είναι και πιο καλό αυτό. Γιατί; Δεν θέλεις να βλέπεις το έργο συνέχεια; Το κλείνεις και το ξανανοίγεις!»

Από τα πρώτα πορτρέτα που έκανε, μάλιστα μέσα στην Κατοχή, απεικονίζει σε φυσικό μέγεθος τη Μαρία, τη γυναίκα που είχε αναλάβει τη φροντίδα του γιου του, Κωνσταντίνου. Στη συνέχεια ζωγράφισε και την κόρη της, Φανή, ένα δροσερό πορτρέτο κοριτσιού που αφήνει την παιδική ηλικία και μπαίνει στην εφηβία. «Η Φανή ζούσε μαζί μας, έβγαινε στον κήπο όλη την ώρα, ανέβαινε στα δέντρα. Το πορτρέτο της έγινε καλοκαίρι» έχει πει.

Στον ίδιο κήπο εμπνεύστηκε συνθέσεις αφαιρετικές, όπως το «Αγαλμα στον κήπο» (1997), όπου το γυναικείο σώμα μοιάζει με λουλούδι. Ο ίδιος εξηγεί: «Η δεύτερη γυναίκα μου, η Μπούμπα, γλύπτρια, έκανε αγάλματα στο σπίτι που είχαμε στη Νέα Κηφισιά. Και δεν είναι μόνο αυτό. Τα έβλεπα και στα νεοκλασικά τα σπίτια, που έχουν αγάλματα στον κήπο, ή στα νεκροταφεία. Στον πίνακα, όμως, δίπλα από το άγαλμα που είναι η άσπρη φιγούρα, δεν κάνω φυτά, αλλά κάνω και εδώ σχήματα που υπακούνε στον ίδιο ρυθμό».

Προφητικός αποδείχθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις που χαρακτήρισε από νωρίς τον Γιάννη Μόραλη «τελευταίο ευπατρίδη της αληθινής ζωγραφικής». Γιατί υπηρέτησε τη ζωγραφική από το άλφα ώς το ωμέγα. Με όλους τους τρόπους, με νεανικό πάθος, με αφοσίωση, έως τα 90 χρόνια του. Ακόμα και τα σκηνικά και τα κοστούμια για τις «Εξι λαϊκές ζωγραφιές», σε χορογραφία Ραλλούς Μάνου, είχαν την ποιότητα της ζωγραφικής. Ακόμα και τα διακοσμητικά που φιλοτέχνησε για δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, όπως για την πρόσοψη του «Χίλτον», τα εξώφυλλα που έκανε για ποιητικές συλλογές του Ελύτη και του Σεφέρη, τα σχέδια και τα γλυπτά του συμπληρώνουν ή συνεχίζουν τη ζωγραφική του. Μια ζωγραφική λιτή και πολύπλοκη, που εμπεριέχει ταυτόχρονα τη χαρά του έρωτα και το πένθος του θανάτου. *

Μάνος Χατζιδάκις: «Κάπου κοντά και κάπου μακριά από τη ζωγραφική»

Ανάμεσα σε όλες τις υπέροχες γυναίκες και τα κορίτσια του Γιάννη Μόραλη που θαυμάζουν δεκαετίες τώρα οι φιλότεχνοι, υπάρχει μία που δεν θα εκτεθεί ποτέ.

Είναι το κορίτσι του έργου της φωτογραφίας, που γέρνει ευλαβικά σε μια σκευοφόρο, ενώ δεξιά της φιλιούνται σαν σκιές δύο εραστές. Το έργο αυτό καταλαμβάνει έναν ολόκληρο τοίχο του γραφείου του Μάνου Χατζιδάκι, κι ήταν ένα δώρο-έκπληξη που του έκανε ο φίλος του ζωγράφος. Το 1962, ο Μόραλης αξιοποίησε την απουσία του συνθέτη σ' ένα ταξίδι και, αφού συνεννοήθηκε με τη μητέρα του, φιλοτέχνησε το έργο στο καινούριο, τότε, σπίτι του, στην οδό Ρηγίλλης. «Το είδα τελειωμένο σαν επέστρεψα, να με περιμένει απρόοπτο κι επιβλητικό», έγραψε αργότερα ο Χατζιδάκις. «Κι ένιωσα την ενότητα που μου παρείχε σ' ό,τι είχα ζήσει και σ' ό,τι έμελλε να ζήσω».

Πολύ αργότερα, τον Νοέμβριο του 1988, με αφορμή τη βράβευση του Μόραλη από τον Δήμο Αθηναίων, ο Χατζιδάκις μίλησε για το έργο του φίλου του, αρχίζοντας από τον τρόπο που απεικόνιζε τις γυναίκες: «Ωραίες Κυρίες στα τελάρα ενός αρχοντικού της οδού Πλουτάρχου μού φανερώναν τελειότητα, κομψότητα αλλά και μια διείσδυση στο ανεξερεύνητο μυστήριο της γυναικείας φύσης. Κάτι που δεν μπορούσα ν' αντιληφθώ όσο κι αν ήθελα, ούτε στο βλέμμα της μητέρας μου, ούτε στης αδερφής μου, ούτε στων κοριτσιών που εκείνο τον καιρό έκανα παρέα. Τον ρώτησα και μου απήντησε: αυτό είναι η Ζωγραφική.

»Μετά βρισκόμουνα κοντά του, σαν μετασχηματιζότανε από Ευρωπαίος σε λαϊκός Ελληνας. Λαϊκός, τρόπος του λέγειν. Ποτέ δεν έπαψε να είναι αυστηρός και πάνω από τις τάξεις. Ποτέ μέσα σ' αυτές, ηδονιζόμενος απ' τα χαρακτηριστικά και τις ιδιομορφίες των καταγωγών και των πεποιθήσεων. Σχηματοποιούσε τις φόρμες των εργατών, τις φούστες των γυναικών στις συνοικίες και τα ατίθασα μαλλιά των λαϊκών χορευτών. Τα χρώματα πάψαν να είναι σκοτεινά και διαχέοντα. Απέκτησαν σαφήνεια και μια ελληνική -θα έλεγα- καθαρότητα. Το μπλε, το κεραμιδί, το άσπρο, το γαλάζιο και το μαύρο. Αν και υποψιαζόμουν, τον ρώτησα πού πάει. Και μου απάντησε: στη Ζωγραφική.

»Τώρα ποια δεν είμουν ανυποψίαστος. Τον έβλεπα σιγά σιγά να παρατάει τις μορφές, να κάνει σχήματα, ρολόγια, πέτρες αρχαϊκές με αγριολούλουλα, μνήμες επιταφίου, στίχους με αναφορές νεφών κι αρχαίων γυναικών, πότες με αετώματα νησιώτικων οινομαγειρείων, χρωματικές επιφάνειες εφήβων. Κι όλ' αυτά, μακριά από το γραφικό κι από την ψεύτικη ηδονή του απλοϊκού. Τον ρώτησα πού βρίσκεται και μ' απαντά: πολύ πιο πριν απ' τη Ζωγραφική. Κάπου κοντά της και κάπου μακριά της».

No comments: