Showing posts with label Δανιήλ. Show all posts
Showing posts with label Δανιήλ. Show all posts

Monday, July 21, 2008

ΦΤΩΧΥΝΕ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ

Του Γιώργη - Βύρωνα ΔΑΒΟΥ, Η Αυγή, 20/07/2008

Μία από τις εμβληματικές μορφές της ελληνικής πρωτοπορίας των μεταπολεμικών χρόνων, της πρώτης, ίσως και της σημαντικότερης που πρώτη έφερε την Ελλάδα στο εικαστικό προσκήνιο κατά τη δεκαετία του '60, ο ακάματος ως τα στερνά του δημιουργός Δανιήλ Παναγόπουλος, έφυγε από τη ζωή την περασμένη εβδομάδα και κηδεύθηκε τη Δευτέρα στη γενέτειρά του, τον Πύργο.
Ο θάνατος του Δανιήλ φτώχυνε στην κυριολεξία τον εικαστικό χώρο. Όχι μόνο γιατί ο ρόλος του σε περιόδους δύσκολες για τη μοντέρνα τέχνη στην Ελλάδα - όταν κάθε σύγχρονη τάση απαξιωνόταν από την ακόμη παραδομένη στη στείρα "ελληνικότητα" τη γενιάς του '30 γηγενή κριτική - υπήρξε καταλυτικός, αλλά κι επειδή η όλη παρουσία του στον χώρο αποτελούσε δίδαγμα ελευθεροφροσύνης, περηφάνειας, σεμνής κι απέριττης αγωνιστικότητας και πρότυπο αδέσμευτης καλλιτεχνικής συμπεριφοράς.
Η ζωή και το έργο του Δανιήλ υπήρξαν αξιοθαύμαστα κι αξιομνημόνευτα. Ήλθε από τον Πύργο στην Αθήνα στους ζοφερούς μετακατοχικούς καιρούς, επέζησε της αιχμαλωσίας του από τους Άγγλους και δόθηκε ολόψυχα στις ζωγραφικές σπουδές του και σαν μαθητής του Παρθένη καλλιέργησε το φιλοπερίεργο πνεύμα του, συνταιριάζοντάς το στην αδιάκοπη ζωγραφική έρευνα και πράξη. Η κατοπινή αποδημία στο Παρίσι -που τότε, στη δεκαετία του '50, ήταν ακόμη το κέντρο των εξελίξεων στον εικαστικό χώρο- στάθηκε ο κυρίαρχος παράγοντας για την κορύφωση της παίδευσής του κι υπήρξε ο βασικός πυρήνας της εξέλιξης στην αναζήτηση σε βάθος, όχι μόνο της τεχνοτροπίας αλλά και της ζωγραφικής πράξης καθαυτής.
Η δίψα του Δανιήλ για έρευνα τον έφερε γρήγορα να συναναστρέφεται τους κύκλους των μεγάλων δημιουργών της εποχής. Ο Νέος Ρεαλισμός του εμπνευσμένου Πιερ Ρεστανί κυριαρχούσε ως ρεύμα, προβάλλοντας με τη ριζοσπαστική εκφραστικότητά του τα νέα περιβάλλοντα του σύγχρονου κόσμου, με τη χρήση των ίδιων του των υλικών, αναζητώντας τη νέα οντολογία της τέχνης. Ο Δανιήλ, που πάντοτε ώσαμε τα στερνά του αναρωτιώταν ακατάπαυστα για το "τι έστι έργο τέχνης" και "πώς δρα κι αντιδρά" μέσα στον κόσμο και στην κοινωνία, βρήκε στο κίνημα τούτο τη συνοδοιπόρα έκφραση του καίριου τούτου ερωτήματος. Η συνέχεια υπήρξε εντυπωσιακή: η συμμετοχή των τριών Ελλήνων, του Νίκου Κεσσανλή, του Δανιήλ και του Βλάση Κανιάρη, στην Μπιενάλε του '64 με τις "Τρεις προτάσεις για μία νέα ελληνική γλυπτική", ανεξάρτητα από την ελληνική συμμετοχή, προκάλεσε σκάνδαλο, αλλά συνάμα άνοιξε και τις προοπτικές για τους άλλους νέους Έλληνες καλλιτέχνες να διεκδικήσουν στο όνομα της μοντερνικότητας τη θέση τους στην τελματωμένη τότε ελληνική σκηνή.
Κι ο Δανιήλ έκτοτε συνέβαλε όσο κανείς άλλος, τόσο με την εξέλιξή του, όσο και με τη δράση του, για την εμπέδωση του νεωτερικού πνεύματος στην ελληνική τέχνη. Σπουδάζοντας βαθιά το ίδιο το ζωγραφικό φαινόμενο, κάθε τεχνοτροπική μετάβασή του ήταν φανερό πως δεν καλαναρχήθηκε από τη γενικότερη αλλαγή του καιρού -όπως συνέβαινε και συμβαίνει σε πολλούς συναδέλφους του -δεν ήταν καρπός μίας επιφανειακής επιρροής, αλλά καθοδηγούνταν από έναν βαθύτερο κι αξιώτερο σκοπό, από μία πιεστική ανάγκη να καταβυθισθεί ακόμη περισσότερο και πιο ουσιαστικά στο ζωγραφικό φαινόμενο, να κατανοήσει τα όρια και τις δυνατότητες της τέχνης. Από τα "Μαύρα Κουτιά" του '60, στα κατοπινά "ηλεκτρικά" έργα, κι από την εξερεύνηση της σχέσης τοίχου-έργου στις "λινάτσες", τα ίχνη της ουσιώδους έρευνας στο έργο του Δανιήλ είναι φανερά και πάνω απ' όλα διδακτικά.
Αλλά κι ο ίδιος ο άνθρωπος Δανιήλ, για όλους όσους τον γνωρίζαμε κι είχαμε την τύχη να τον συναναστρεφόμαστε στενά, πάντοτε ασκούσε μία απαράμιλλη γοητεία πάνω μας. Η ευθεία κι άφοβη συμπεριφορά του, ο εύστοχος καυστικός του τόνος, οι επίκτητοι γαλατικοί του τρόποι, που όμως η Ηλεία καταγωγή του τους αφαιρούσε την επιτηδευμένη τυπικότητα και την αυστηρότητα που υποδεικνύουν, κάνοντάς τους πιο ανθρώπινους, η γενναιοδωρία κι η εκφραστικότητά του -χαρακτηριστικό του ασίγαστου πάθους του για τα πάντα στη ζωή- πάντοτε συνέπαιρναν τους γύρω του. Ιδιαίτερα αγαπητός ο Δανιήλ στάθηκε για τους νέους. Βαθιά ενημερωμένος πάντοτε, διορατικός, μ" εύστοχη παρατηρητική και κριτική ματιά, μ" ακάματη ενέργεια και ευαισθησία πάνω στα τρεχούμενα ζητήματα της τέχνης, της πολιτικής, της κοινωνίας, πάντοτε προκαλούσε βαθιά εντύπωση κι εξήπτε (είτε απ" ενθουσιασμό, είτε από διαφωνία) με το θάρρος της γνώμης του.
Κι η εντύπωση που σου προκαλούσε ο Δανιήλ ήταν πάντοτε ανεξάλειπτη, θαρρείς και μία άλως απλωνότανε γύρωθέ του -ο έντονος εκείνος κινητήριος ενθουσιασμός που ήδη πριν τον ζήσω στο Παρίσι με είχε προκαταλάβει κι εμένα ακόμη από την εποχή που, όταν είχε εκδηλωθεί το ενδιαφέρον μου για τη ζωγραφική, μου μιλούσε ο πατέρας μου για τον "Λάκη", τον συγγενή και γιο του νονού του που μεγαλουργούσε στη Γαλλία και συνέχιζε να με συνεπαίρνει και στα κατοπινά χρόνια: της διαμονής μου στο σπίτι του στο Houille, στη συνεργασία μας για την έκθεση της Πολιτιστικής στη Θεσσαλονίκη, στις παραινέσεις του και στις προσωπικές μας συζητήσεις. Κι εγώ, όπως κι όλοι οι άλλοι φίλοι του, βρισκόμαστε και πάντοτε θα είμαστε γοητευμένοι από την προσωπικότητα ενός ανθρώπου που πάντοτε στάθηκε τόσο ακάματος και δημιουργικός, που λέγαμε ότι ποτέ δεν θα νικήσει ο θάνατος. Όμως μία στερνή στενοχώρια τον έκαμψε και λύγισε τούτον τον άκαμπτο άνθρωπο.

Συμπαθάτε μου τον προσωπικό τόνο: όμως θαρρώ πως η μνήμη για έναν άνθρωπο τέτοιου διαμετρήματος δεν μπορεί να εξαντληθεί με μία στείρα απαρίθμηση των γεγονότων και των επιτευγμάτων της ζωής του. Οι άνθρωποι μένουνε πιότερο στη μνήμη μας για τον χαρακτήρα και τις μικρές στιγμές που μοιράσθηκαν μαζύ μας ενώσο ζούσαν και μας πλουταίνανε. Κι ο Δανιήλ υπήρξε ένας άνθρωπος που χάριζε απλόχερα τέτοιες στιγμές, μεγάλες και μικρές. Και θα μας λείψει.

Monday, July 14, 2008

ΔΑΝΙΗΛ: ΕΖΗΣΕ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ

Κηδεύτηκε χθες στον Πύργο Ηλείας ο Δανιήλ Παναγόπουλος, ένας από τους πρωτοπόρους εικαστικούς της γενιάς του ’60. Ο εκφραστής του ελληνικού μοντερνισμού «έφυγε» το περασμένο Σάββατο σε ηλικία 84 ετών, έχοντας αφήσει τη σφραγίδα του στην εικαστική μας σκηνή για τις τολμηρές του προτάσεις. Ο καλλιτέχνης γεννήθηκε το 1924 και έπειτα από ολιγόχρονη φοίτηση στην Ιατρική Σχολή, σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ, στο εργαστήριο του Κωνσταντίνου Παρθένη.

  • Ασυνήθιστα υλικά

Η καριέρα του ξεκίνησε το 1954, όταν έφυγε με υποτροφία για το Παρίσι, όπου συνέχισε τις σπουδές ζωγραφικής και ψηφιδωτού και εγκαταστάθηκε για πολλά χρόνια στην Πόλη του Φωτός. Εκεί, ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα ρεύματα της αφηρημένης τέχνης. Τα πρώτα ασυνήθιστα υλικά του ήταν κουτιά, κοινά χαρτοκιβώτια του εμπορίου, τα οποία αποτέλεσαν αποκλειστικό χώρο έρευνας για μια δεκαετία (1960-1970), δημιουργώντας «εσωτερικούς» χώρους σε τρεις διαστάσεις. Μαζί με τον Νίκο Κεσσανλή, τον Βλάση Κανιάρη έζησαν τον νέο μύθο αυτονομίας της εικαστικής πράξης στη δεκαετία του ’60 στο Παρίσι. Αυτούς τους τρεις είχε επιλέξει και ο Γάλλος θεωρητικός του νεορεαλισμού Πιερ Ρεστανί να παρουσιάσει ως «Τρεις προτάσεις για μια νέα ελληνική γλυπτική» στη Βενετία του 1964, στο πλαίσιο της Μπιενάλε, στο φουαγιέ της όπερας Λα Φενίτσε.

  • Ζωγραφικός κώδικας

Το 1968 εξέθεσε έργα ηλεκτρικά και οπτικο-κινητικά, ενώ λίγο αργότερα, επηρεασμένος από τις ανακατατάξεις στην πολιτική και καλλιτεχνική σκηνή, επανήλθε στην «επίπεδη επιφάνεια», κάνοντας έργα με έναν δικό του ζωγραφικό κώδικα, με τομές με μαχαίρι και χρώμα. Υστερα από λίγο καιρό αντικατέστησε το χαρτόνι στους πίνακες με τη λινάτσα. Από το 1973, τα χρώματα ελαχιστοποιήθηκαν και ο πίνακας δημιουργείτο με το «ξέφτισμα» των υφασμάτων. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, τα πέρασε απομονωμένος στον Πύργο Ηλείας Ο Δανιήλ θεωρείται δικαίως ένας από τους καλλιτέχνες που ήταν πάντοτε ανοιχτός στους γόνιμους προβληματισμούς της εποχής του, αναζητώντας παράλληλα τη δική του εικαστική αλήθεια. [Η Καθημερινή, 15/07/2008]

«Εσβησε» σε ηλικία 84 ετών ο ο Δανιήλ (Παναγόπουλος) καλλιτέχνης που με ασυνήθιστα υλικά εμπλούτισε τη σύγχρονη τέχνη με μια ποιητική έκφραση

Από τους εμβληματικούς καλλιτέχνες της γενιάς του '60 και εκφραστές του ελληνικού μοντερνισμού, ο Δανιήλ (Παναγόπουλος), για τους ξένους Daniel, έφυγε από τη ζωή το Σάββατο σε ηλικία 84 ετών. Αφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο του Ρίου.

Εζησε στο Παρίσι τον μύθο του μοντερνισμού

Η κηδεία του γίνεται σήμερα στις 10.30 π.μ. στο νεκροταφείο Πύργου. Στην πρωτεύουσα της Ηλείας, όπου γεννήθηκε το 1924, ζούσε τα τελευταία χρόνια απομονωμένος.

Εζησε στο Παρίσι τον μύθο του μοντερνισμού

Ο Δανιήλ θα μείνει στην εγχώρια ιστορία της τέχνης ως ένας γνήσιος πρωτοποριακός καλλιτέχνης, που μαζί με τον Νίκο Κεσσανλή, τον Βλάση Κανιάρη και ακόμη λίγους έζησαν τον νέο μύθο της μοντερνικότητας και της αυτονομίας της εικαστικής πράξης στη δεκαετία του '60 στο Παρίσι. Αυτούς τους τρεις είχε επιλέξει και ο Γάλλος θεωρητικός του νεορεαλισμού Πιέρ Ρεστανί να παρουσιάσει ως «Τρεις προτάσεις για μια νέα ελληνική γλυπτική» στη Βενετία του 1964, στο πλαίσιο της Μπιενάλε.

Η έκθεση εκείνη ήταν μια σημαντική στιγμή για τον ελληνικό νεωτερικό εικαστικό χώρο. Ο Δανιήλ νωρίτερα ακόμη, και για πρώτη φορά έως τότε, είχε υπερασπιστεί με γραπτά και διαλέξεις τον μοντερνισμό, ασκώντας κριτική στην «ελληνικότητα» που τόσο είχε βασανίσει τη γενιά του 30.
Ο Δανιήλ άνοιξε τα φτερά του το 1954, όταν έφυγε για το Παρίσι με υποτροφία, μετά τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή και στην ΑΣΚΤ (εργαστήριο Παρθένη). Στο Παρίσι, το οποίο διάλεξε ως τόπο κατοικίας και εργασίας, έζησε τον πυρετό των πρωτοποριακών αναζητήσεων και της «απελευθέρωσης» του τελάρου. «Ο πίνακας άφηνε τη θέση του σε δομές και σχήματα και υλικά που δεν ήταν ορθόδοξα, παραδοσιακά, που δεν ήταν καθιερωμένα σαν υλικά καλλιτεχνικά», έχει πει ο ίδιος.
Τα πρώτα ασυνήθιστα υλικά του ήταν κουτιά, κοινά χαρτοκιβώτια του εμπορίου, τα οποία αποτέλεσαν αποκλειστικό χώρο έρευνας για μια δεκαετία (1960-1970), δημιουργώντας «εσωτερικούς» χώρους σε τρεις διαστάσεις. Κάποτε ο χώρος κατοικήθηκε, όπως έχει πει, από αναμνήσεις και βιώματα της Ελλάδας. «Αυτά τα ζωγραφισμένα με μαύρο κουτιά και μισοανοιγμένα με την αυστηρή τους μεταμφίεση και το μυστήριο των πληγωμένων σχισμών τους ήταν σαν να έδιναν παράσταση» (Ρεστανί).
Ακολουθεί μια περίοδος όπου τα κουτιά γίνονται ηλεκτρικά, με βέλη, σκιώδεις ανθρώπινες φιγούρες, μερικές φορές κομματιασμένες, όπως τις δημιουργούσε το ηλεκτρικό χρώμα (θυμίζει τεχνική του Καραγκιόζη). Στη γραμματική της πρωτοπορίας του Δανιήλ εμφανίζεται και η λινάτσα, που του επιτρέπει, ξηλώνοντάς τη, να ερευνήσει την επέμβαση του φωτός που εκπέμπει ο τοίχος.
Με τα κουτιά και τις λινάτσες του, που παρουσίασε σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, σε Ελλάδα και εξωτερικό, ο Δανιήλ εμπλούτισε τη σύγχρονη τέχνη με μια ποιητική έκφραση. [ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΜΠΟΥΛΑ, ΕΘΝΟΣ, 14/07/2008]