Showing posts with label Μπαλάφας Κώστας. Show all posts
Showing posts with label Μπαλάφας Κώστας. Show all posts

Sunday, October 16, 2011

Κώστας Μπαλάφας (1920-2011): Εστιάζοντας στις απόψεις ενός φωτογράφου


Η ΑΥΓΗ: 16/10/2011



Πρωτοσυνάντησα τον Κώστα Μπαλάφα στη Φωτογραφική Λέσχη Χαλανδρίου, όπου σχολίαζε εύστοχα φωτογραφίες των μελών, με τον σεβασμό από όλους να είναι διάχυτος. Ξανασυναντηθήκαμε το 1999, με αφορμή μια έρευνα του περιοδικούΦωτογραφικό Είδωλο πάνω στο θέμα «Ο πόλεμος στο σκόπευτρο της φωτογραφικής μηχανής». Μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία. Συζητήσαμε επί μακρόν αλλά, μιας και ήξερε ότι ήμουν γιος αντιστασιακού και φωτογράφου στην εξορία, βρεθήκαμε στα θέματα περί της αριστεράς.
Οι καθάριες πολιτικές του ιδέες και απόψεις μπορούν να ανιχνευθούν στα κείμενα που άφησε σαν δάσκαλος φωτογραφίας στη σχολή Leica Academy και τις αντίστοιχες εκδόσεις, σε μορφή διαλέξεων πάνω στη φωτογραφία, τον κινηματογράφο και την τέχνη και τον πολιτισμό. Πάντα ήταν πρόθυμος να συνεισφέρει τις δημιουργίες του για έναν σκοπό, όπως σε μια αντιπολεμική έκθεση ή σε μια έκθεση με θέμα «Γυναίκα και εργασία χθες» ή ακόμα και να παρευρεθεί ως ομιλητής.

Monday, October 10, 2011

Έφυγε σε ηλικία 91 ετών ο κορυφαίος φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας

 Πέθανε την Κυριακή, σε ηλικία 91 ετών, ο κορυφαίος Έλληνας φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας. Με τον φακό του κατέγραψε επί έξι δεκαετίες (1939-2000) τον μόχθο και τον αγώνα επιβίωσης στην ελληνική ύπαιθρο, την πορεία του ελληνικού στρατού προς το αλβανικό μέτωπο, την Κατοχή και τον αγώνα του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο.

Η κηδεία του θα γίνει το απόγευμα της Δευτέρας (17:30) από το Νεκροταφείο Χαλανδρίου.

13 φωτογραφίες


Ο Κώστας Μπαλάφας γεννήθηκε το 1920 στο ορεινό χωριό Κυψέλη της Άρτας από φτωχούς γονείς αγρότες, τον Γιώργο και την Αρχοντούλα. «Εκεί που» όπως έλεγε ο ίδιος «οι άνθρωποι παιδεύονται να επιβιώσουν, οργώνοντας την άγονη γη, λες και στύβουν με τα χέρια τους γυμνά το ξερό χώμα και το ποτίζουν με ιδρώτα, ώσπου να δώσει καρπούς...».

Σε ηλικία μόλις 11 ετών βρέθηκε στην Αθήνα και ρίχτηκε στη βιοπάλη. Τα παιδικά του βιώματα έμειναν βαθιά χαραγμένα στη μνήμη του με την παραμικρή λεπτομέρεια:

«Απ' το χωριό μου κατέβηκα πρώτα στην Άρτα. Εκεί ο πατέρας μου, για να μη με στείλει μόνο στην Αθήνα, με παρέδωσε σ' ένα γνωστό μας δάσκαλο να με συνοδεύσει. Παράκληση του πατέρα μου ήταν να με βοηθήσει ώσπου να βρω στην πλατεία Κουμουνδούρου την ταβέρνα ενός συγχωριανού μας, που ήταν θαυμάσιος άνθρωπος και καλός πατριώτης. Σ' αυτόν έβρισκαν απάγκιο πολλά χωριατόπαιδα απ' την Ήπειρο, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Εκτός από ένα πιάτο φαγητό που τους έδινε, φρόντιζε να τους βρίσκει και δουλειά».

Η πρώτη επαφή του με τη φωτογραφία και τη φωτογραφική μηχανή, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν στα 13 του χρόνια. Είχαν έρθει κάτι συγγενείς του αφεντικού απ' την Αμερική και αυτός, για να τους ευχαριστήσει, θέλησε να τους δείξει τα αξιοθέατα της Αττικής και τους πήγε κάποια μέρα στην Πάρνηθα. Μαζί τους οι ξένοι είχαν μια μικρή φωτογραφική μηχανή Μπράουν της Κόντακ, απλή και εύκολη στο χειρισμό, για να φωτογραφηθούν. Κάποιος έπρεπε να κρατάει τη μηχανή για να τραβήξει τις οικογενειακές τους φωτογραφίες κι αναγκάστηκε ο μαγαζάτορας να πάρει και τον νεαρό υπάλληλο του μαζί γι' αυτή τη δουλειά.

«Όταν κατάλαβα ότι αυτό το μηχάνημα που κρατούσα στα χέρια μου μπορεί να αποτυπώσει σε εικόνα πάνω σε χαρτί ό,τι έχω ζωντανό μπροστά μου, μαγεύτηκα...» έλεγε.

Η πρωτόγνωρη εμπειρία εκείνης της ημέρας τον σημάδεψε: η απόκτηση μιας δικής του φωτογραφικής μηχανής έγινε, για τον έφηβο Κώστα Μπαλάφα, όνειρο μιας ολόκληρης ζωής. Όταν σπούδαζε στα Ιωάννινα, κατάφερε ν' αγοράσει μια Τζούνιορ Κόντακ πουλώντας και το ρολόι του για να συμπληρώσει το ποσό.

Την εποχή που βρισκόταν στην Ιταλία, αντικατέστησε τη μηχανή του με μία Ρομπότ. Έγινε φίλος με κάποιον υπάλληλο ενός γειτονικού φωτογραφείου, καθόταν δίπλα του κι έτσι έμαθε και την τέχνη του σκοτεινού θαλάμου. Με αυτή τη μηχανή, ο νεαρός τότε φωτογράφος θα απαθανάτιζε την πορεία του ελληνικού στρατού προς το αλβανικό μέτωπο, την Κατοχή και τον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο.

Το παράτολμο του χαρακτήρα και των πράξεων του αποδείχτηκε περίτρανα, όταν «αιχμαλώτιζε» στο φακό φοβερά εγκλήματα και σκηνές μπροστά στους Ιταλογερμανούς κατακτητές, με κίνδυνο την άμεση εκτέλεση του με συνοπτικές διαδικασίες, ή φωτογραφίζοντας τους διπλανούς συμπολεμιστές του την ώρα της μάχης.

Αδιάψευστος μάρτυρας της παράτολμης ιδιοσυγκρασίας και εφευρετικότητάς του είναι η φωτογράφιση των σωμάτων των πατριωτών Τόδουλου και Φαρίδη, που αιωρούνταν άψυχα ανάμεσα σε δύο πλατάνια στις όχθες της λίμνης των Ιωαννίνων τον Μάρτη του 1944, όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο Κώστας Μπουμπούρης, «Ο Κώστας Μπαλάφας και η Ελλάδα του».

Πριν τρία χρόνια ο Κώστας Μπαλάφας δώρισε στο Μουσείο Μπενάκη 15.000 ασπρόμαυρα αρνητικά και 60 κινηματογραφικές ταινίες μικρού μήκους, στις οποίες κατέγραψε την καθημερινότητα σε ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.

«Ο Κώστας Μπαλάφας, υπήρξε μια εμβληματική μορφή της ελληνικής φωτογραφίας. Το έργο του διατρέχει έξι ολόκληρες δεκαετίες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και καταγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τον σκληρό, καθημερινό αγώνα των Ελλήνων για την επιβίωση, την ελευθερία και τη δημοκρατία. Η προσφορά του είναι τεράστια, του είμαστε όλοι ευγνώμονες. Τα θερμά μου συλλυπητήρια στους οικείους του» δήλωσε ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Παύλος Γερουλάνος.
Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Thursday, February 10, 2011

Το «Αντάρτικο στην Ήπειρο» με τον φακό του Κ.Μπαλάφα στο Μουσείο Μπενάκη

Τα 79 θέματα που παρουσιάζονται στην έκθεση επιλέχθηκαν μέσα από 2.000 αρνητικά
Τα 79 θέματα που παρουσιάζονται στην έκθεση επιλέχθηκαν μέσα από 2.000 αρνητικά   (Φωτογραφία:  Μουσείο Μπενάκη )
Έκθεση αφιερωμένη στον Κώστα Μπαλάφα, εκπρόσωπο της ανθρωπιστικής φωτογραφίας που άνθισε διεθνώς μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, φιλοξενεί το Μουσείο Μπενάκη (κτίριο οδού Πειραιώς) από τις 11 Φεβρουαρίου έως τις 30 Απριλίου. Η έκθεση έχει τίτλο «Το Αντάρτικο στην Ήπειρο, 1941-1944».

Το έργο του Κ.Μπαλάφα επικεντρώνεται στον απλό άνθρωπο και στους αγώνες που δίνει κάτω από αντίξοες συνθήκες τόσο για την επιβίωσή του, όσο και για την ελευθερία του.

Ο φωτογράφος κατέγραψε με ιδιαίτερη ευαισθησία τα ήθη και έθιμα σε κάθε γωνιά της χώρας του, ενώ η Ήπειρος και οι κάτοικοί της κατέχουν εξέχουσα θέση στη φωτογραφική του δημιουργία.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στην 6η Ταξιαρχία του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ), ως μαχητής - τυφεκιοφόρος του 85ου Συντάγματος.

Τότε, φωτογράφησε τις καταστροφές των χωριών, τις ζυμώσεις για την έναρξη του ένοπλου αγώνα, τις πορείες και τις μάχες των ανταρτών, το θρήνο των μανάδων, και αργότερα τις εκδηλώσεις στη πόλη των Ιωαννίνων κατά την Απελευθέρωση.

Στο τέλος του πολέμου και ενώ η εμφύλια διαμάχη είχε ήδη ξεκινήσει, εμπιστεύθηκε το υλικό που είχε συγκεντρώσει στην οικογενειακή του φίλη Ιουλία Γοργόλη, θεωρώντας ότι υπήρχε κίνδυνος να κατασχεθεί, αν έμενε στα χέρια του.

Εκείνη, το έκρυψε κάτω από το ξύλινο πάτωμα ενός γιαννιώτικου σπιτιού, όπου παρέμεινε για 31 χρόνια, μέχρι το 1974, οπότε ο Κώστας Μπαλάφας το επανέκτησε.

Η σημαντική αυτή φωτογραφική μαρτυρία έγινε ευρέως γνωστή το 1991, όταν ο ίδιος, με δική του δαπάνη, εξέδωσε τον τόμο Κώστας Μπαλάφας. Το αντάρτικο στην Ήπειρο, Ασπρόμαυρες φωτογραφίες 1940-1944.

Σήμερα, η φωτογραφική σειρά από την Αντίσταση στην Ήπειρο, φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη μαζί με το υπόλοιπο έργο του.

Τα 79 θέματα που παρουσιάζονται στην έκθεση επιλέχθηκαν μέσα από 2.000 αρνητικά που απαρτίζουν την ενότητα, με φωτογραφικά και ιστορικά κριτήρια, ώστε ο θεατής να αποκομίζει μία σφαιρική εικόνα του αγώνα του ηπειρώτικου λαού ενάντια στον ξένο κατακτητή.

Σε αυτά περιλαμβάνονται 65 ψηφιακές εκτυπώσεις από πρωτότυπα αρνητικά, καθώς και 14 πρωτότυπες φωτογραφίες, τυπωμένες και υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον φωτογράφο.

Κατά τη διάρκεια της έκθεσης θα προβάλλεται το πορτρέτο του Κώστα Μπαλάφα που σκηνοθέτησε το 1985 η Βέρα Πάλμα για λογαριασμό του Υπουργείου Πολιτισμού.

Παράλληλα, θα κυκλοφορήσει ομότιτλο λεύκωμα, έκδοση του Μουσείου Μπενάκη, που επιμελήθηκαν οι συνεργάτες του Φωτογραφικού Αρχείου του Ιδρύματος, Γεωργία Ιμσιρίδου και Λεωνίδας Κουργιαντάκης, με 44 φωτογραφίες και κείμενα του ίδιου του Κώστα Μπαλάφα, της Γεωργίας Ιμσιρίδου και του Τάσου Σακελλαρόπουλου, Υπεύθυνου των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη.

Friday, November 5, 2010

Κώστας Μπαλάφας. Ιστορία σε άσπρο - μαύρο

ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΑΣΤΡΑΠΕΛΛΟΥ

Μια συζήτηση με τον Κώστα Μπαλάφα, τον τελευταίο από μια γενιά φωτογράφων που κατέγραψαν την εικόνα της μεταπολεμικής Ελλάδας, αποτελεί παράλληλα και μια ιστορική αναδρομή. Ο 90χρονος σήμερα φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης ξετυλίγει τις αναμνήσεις του και υπερασπίζεται την τέχνη του ως κοινωνικό λειτούργημα.

«Με συνεπήρε το δράμα του λαού μας» λέει ο Κώστας Μπαλάφας εξηγώντας γιατί αποφάσισε να γίνει η φωτογραφική μνήμη της χώρας και να αφιερώσει περισσότερα από 60 χρόνια στη φωτογραφική καταγραφή της σύγχρονης Ελλάδας, των παθών της, των ανθρώπων της και των τοπίων της. Η συνάντησή μας έγινε σε μια μικρή μονοκατοικία πνιγμένη στο πράσινο, στο Χαλάνδρι, στο ίδιο σπίτι όπου ζει από το 1951. Στους τοίχους, κειμήλια και ενθύμια της σπουδαίας δουλειάς του. Σπουδαίας όχι μόνο ως προς την αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική αξία της, αλλά κυρίως ως προς την ιστορική της βαρύτητα, την οπτική τεκμηρίωση μιας Ελλάδας η οποία υπάρχει πλέον μόνο μέσα από τα κάδρα του. Μου δείχνει ένα βιβλίο με πορτρέτα της φωτογράφου και δημοσιογράφου Νίκης Τυπάλδου: «Πέθανε πριν από λίγες ημέρες» λέει με θλίψη. Στον τοίχο κρέμεται ένα πορτρέτο του «επί το έργον», καθώς κοιτάζει μέσα από το σκόπευτρο της μηχανής του. «Με είχε τραβήξει ο Τάκης Τλούπας» αναπολεί – ο «φωτογράφος της θεσσαλικής γης», που πέθανε το 2003.

Γεννημένος το 1920 στο χωριό Κυψέλη της Αρτας, ο Κώστας Μπαλάφας είναι ο τελευταίος από μια γενιά φωτογράφων οι οποίοι διαμόρφωσαν και καθόρισαν τη φωτογραφία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Με εργαλεία πρωτόγονα, με μέσα πενιχρά. Οπως η μεταχειρισμένη Robot, μια μικρή γερμανική μηχανή 35 mm, με την οποία ο Μπαλάφας φωτογράφισε τα εγκλήματα των Γερμανών στα Ιωάννινα ως μέλος της Εθνικής Αντίστασης κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Την απέκτησε ανταλλάσσοντάς τη με ένα ρολόι και μια απλή φωτογραφική μηχανή Kodak. Και, βεβαίως, φωτογράφισε το αντάρτικο στην Ηπειρο. Διότι, ως άλλος Ρόμπερτ Κάπα, ο οποίος απαθανάτισε σκηνές του ισπανικού εμφυλίου, ευσυνείδητα και χωρίς διάθεση ηρωοποίησης, συνέλαβε με τον φακό του εικόνες από τον αγώνα των ανταρτών στα βουνά.

Είναι αυτές που έχουν αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι τους στην εύθραυστη μνήμη του, γι’ αυτό και η συζήτηση μαζί του αποτελεί παράλληλα μια αναδρομή στην ιστορία της κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης κατά τη διάρκεια της οποίας ο Κώστας Μπαλάφας ανασύρει μνήμες, παθιάζεται, συγκινείται, δακρύζει. «Το αντάρτικο έγινε από ορισμένους που είχαν το θάρρος και την παλικαριά να τολμήσουν» διηγείται με ζέση. «Καμιά δεκαριά φίλοι μαζεύτηκαν σε μια ταβέρνα απόμερη στα Γιάννενα, τα ήπιαν, τραγούδησαν τον εθνικό ύμνο. Τότε δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις το βράδυ. Πήγαν στα χωριά τους, ντύθηκαν με ό,τι πρόχειρο είχαν, πήραν όπλα από το παλιό οπλοστάσιο των προγόνων τους και μια μέρα σκέφτηκαν να παρουσιαστούν στον κόσμο. Εφθασαν στην άκρη του χωριού, τους βλέπει ένας πιτσιρίκος, τρέχει, παίρνει τη σημαία του σχολείου και τη δίνει στον αρχηγό. Ξεκινούν λοιπόν και πηγαίνουν στην εκκλησία, μετά τη λειτουργία της Κυριακής, και μιλούν στον κόσμο. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν σκέτη τρέλα. Εννέα άνθρωποι να αντιπαραταχθούν στις μεραρχίες του Χίτλερ και του Μουσολίνι... Και όμως έφεραν αποτέλεσμα. Επαιρναν τους συνεργάτες των κατακτητών και τους ρουφιάνους και τους “κλαδεύανε”. Οσοι απόμειναν από αυτούς μαζεύτηκαν στις πόλεις από φόβο και έτσι έμεινε η ύπαιθρος υπό την προστασία τη δική τους. Δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις να γίνει αντάρτικο. Παράλληλα, τότε ξεκίνησε και ο Αρης με πέντε ανθρώπους οι οποίοι συγκεντρώθηκαν στην καλύβα του Στεφανή έξω από τη Σπερχειάδα στη Φθιώτιδα». 

Στα Γιάννενα, ο Κώστας Μπαλάφας, μαζί με μια παρέα φίλων, είχαν ένα «ασφράγιστο» ραδιόφωνο, που μπορούσε να πιάνει «ελεύθερους» σταθμούς. «Επειτα βγάζαμε ένα δελτίο Τύπου με τα νέα του μετώπου με έναν πολύγραφο χειροκίνητο. Το πράγμα μαθεύτηκε και περάσαμε από στρατοδικείο. Μας πήραν από τα Γιάννενα να μας δικάσουν στο Μεσολόγγι, γιατί εκεί συνεδρίαζε το στρατοδικείο των Ιταλών. Μας καταδίκασαν σε τρεις μήνες με αναστολή. Μας δίκασαν για τα μάτια του κόσμου, κυρίως για τη χωροφυλακή, και ουσιαστικά μας αθώωσαν. Οταν γυρίσαμε στα Γιάννενα δεν ικανοποιήθηκαν οι αστυνομικοί από την ποινή που μας επέβαλαν και μας ξαναδίκασαν. Εγώ το έσκασα και πήγα στο αντάρτικο». 

Χωρίς να είναι ενταγμένος σε κάποια κομματική οργάνωση, με τη φιλική μεσολάβηση του Λέανδρου Βρανούση (ιστορικός, μελετητής και συγγραφέας που έγραψε για τον Ρήγα Βελεστινλή αλλά και για θέματα της Ηπείρου, πρώην διευθυντής του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών), έγινε δεκτός από τους αρχικά επιφυλακτικούς αντάρτες του ΕΛΑΣ και αργότερα του ΕΔΕΣ, τo 1943. «Με είδαν καλοντυμένο, φορούσα καλά άρβυλα. Ηταν δύσκολο πράγμα να έχει κανείς άρβυλα εκείνη την εποχή. Ηταν δύσκολος ο ανεφοδιασμός. Η ξυπολυσιά ήταν ο κανόνας» και δεδομένου ότι μιλούσε αγγλικά και ιταλικά, έκανε τον διερμηνέα στο κλιμάκιο της αγγλικής αποστολής και έβγαζε τις φωτογραφίες του στα κλεφτά, χωρίς φυσικά να διανοείται ότι τελικά θα κατέγραφε κοσμοϊστορικά ντοκουμέντα, χρησιμοποιώντας μάλιστα ένα… ουρανοκατέβατο φιλμ. Με έναν πλανόδιο φωτογράφο είχε ανταλλάξει για μερικές οκάδες καλαμποκάλευρο το λάφυρο ενός κατεστραμμένου ιταλικού αεροπλάνου, μια μπομπίνα φιλμ 35 mm. Οι σημειώσεις του Βρανούση καταστράφηκαν στον Εμφύλιο, ευτυχώς όμως τα περισσότερα από τα αρνητικά του Μπαλάφα δεν είχαν την ίδια τύχη, γιατί κατόρθωσε να τα κρύψει σε ένα σπίτι επιταγμένο από τους Γερμανούς στα Γιάννενα. Υλικό που, πολλά χρόνια αργότερα, το 1976, αναζήτησε και εν συνεχεία κυκλοφόρησε με τη μορφή ενός λευκώματος με τίτλο «Το αντάρτικο στην Ηπειρο» (εκδόσεις Καστανιώτη). 

«Κοιτάξτε, από τη φωτογραφία είχα γοητευτεί. Με εντυπωσίαζε πώς μπορούσα σε ένα κομμάτι χαρτί να αποτυπώσω σκέψεις, ιδέες και γεγονότα. Στην αρχή φωτογράφιζα ηλιοβασιλέματα, λουλούδια και δεν συμμαζεύεται. Γρήγορα όμως σκέφτηκα: “Αν είναι δυνατόν να ασχολούμαστε με τέτοια φτηνά πράγματα και να έχουμε έναν λαό να υποφέρει”. Ηταν η εποχή όπου οι διανοούμενοι μαζεύτηκαν στο βουνό και αγωνίστηκαν με καρδιά. Ανθρωποι αμάθητοι σε κακουχίες, οι οποίοι όμως στάθηκαν δίπλα στον λαό. Ολος ο κόσμος είχε εξοικειωθεί με τον θάνατο γιατί τον έβλεπε καθημερινά δίπλα του. Τον περίμενε και ο ίδιος. Κοντολογίς, η γενιά του ’40 εξαγόρασε με το αίμα της το δικαίωμα να ζει ελεύθερη». 

Μετά το τέλος του πολέμου ο Μπαλάφας εργάστηκε για ένα διάστημα ως διερμηνέας με μια ομάδα του βρετανικού στρατού που εκτελούσε έργα σε όλη την Ελλάδα, οπότε του δόθηκε η ευκαιρία να φωτογραφίσει και άλλα μέρη πέραν της Ηπείρου. Από το 1951 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για να εργαστεί στη ΔΕΗ, αλλά δεν σταμάτησε ποτέ να φωτογραφίζει όλη την Ελλάδα και τους ανθρώπους της. «Εμένα με ενδιέφερε ο άνθρωπος που υποφέρει. Και το πρόσωπο κάθε ανθρώπου είναι η θεατρική σκηνή στην οποία εκτυλίσσονται τα συναισθήματα, η ίδια η ζωή. Στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου είναι σκαμμένη η ζωή του. Χαρακτηριστική είναι η κριτική που μου έκανε μια εφημερίδα της Εδεσσας.Στον ναό του Κώστα Μπαλάφα να βγάζεις τα παπούτσια σου, γιατί οι φιγούρες που παρουσιάζει είναι εξαγνισμένες από τη στέρηση και τον κάματο”». 

Η «ρετσινιά», όμως, του χαρακτηρισμού «ο φωτογράφος του αντάρτικου» τον κυνηγούσε για καιρό. «Είχα δυσκολίες πολλές, με κυνηγούσε η Ασφάλεια. Κάθε φορά που με έπιαναν με τη μηχανή, ρωτούσαν “πού βρίσκεσαι το διάστημα αυτό;”. Δεν μπορούσα να κρύψω πού ήμουν. Στη δικτατορία του Ιωαννίδη, κάθε τόσο με κυνηγούσαν. Με είχαν πιάσει σε ένα χωριό της Ηπείρου, το Μαλακάσι. Τότε ρουφιάνοι ήταν και οι αγροφύλακες, ήταν οι καταδότες στην Ασφάλεια και έλεγαν τι γίνεται σε κάθε χωριό. Με είδαν με τις μηχανές και με πήγαν στην Ασφάλεια. Μου έλεγαν “τι τις κάνεις αυτές τις φωτογραφίες;”. Τι να τους πω; Ευτυχώς ήταν ένας διοικητής που ήξερε από φωτογραφία και είχε έρθει σε μια έκθεσή μου».

Παράλληλα με τον Κώστα Μπαλάφα, τη ζοφερή πραγματικότητα του πολέμου αποτύπωναν με τον φακό τους αρκετοί φωτογράφοι, μεταξύ των οποίων και ο Σπύρος Μελετζής, ο οποίος φωτογράφισε τους αντάρτες και τις αντάρτισσες του ΕΛΑΣ, αλλά και η Βούλα Παπαϊωάννου η οποία κατέγραψε τα δεινά του άμαχου πληθυσμού της Αθήνας, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. «Βέβαια, τους θυμάμαι. Είχαμε όμως διαφορές. Εκείνοι ήταν φωτογράφοι σπουδαγμένοι. Εγώ, πάλι, ό,τι άρπαζα από ’δώ και από ’κεί. Δεν ήξερα την τεχνική, την έμαθα στην πορεία».

Από εμπειρική ενασχόληση διαπίστωσε ότι «η φωτογραφία είναι δύσκολη τέχνη, γιατί έχει πολύ εύκολη τεχνική», μια αγαπημένη ρήση του, την οποία σπεύδει να εξηγήσει: «Κοιτάξτε, η φωτογραφία είναι παιδί της επιστήμης και της τεχνολογίας που ως τώρα προσέφερε πολλά και υπόσχεται ακόμη περισσότερα. Μια τέχνη με τόσες δυνατότητες, η οποία κατέβηκε στα λαϊκά στρώματα, τόσο για θέαση όσο και για δημιουργία... Είναι μια ωφελιμιστική τέχνη. Σταμάτησε τον βρώμικο πόλεμο του Βιετνάμ, σταμάτησε την παραγωγή εκείνου του φοβερού φαρμάκου, της θαλιδομίδης… Σήμερα η φωτογραφία έχει γίνει το τρίτο μάτι της ανθρώπινης όρασης. Μπορεί να μας μεταφέρει συγκινήσεις από χώρους και καταστάσεις όπου η ανθρώπινη προσπέλαση είναι αδύνατη. Ζωντανές εικόνες από τα βάθη του βυθού ως τα πέρατα του ουρανού. Η φωτογραφία ασκεί κοινωνικό λειτούργημα όταν είναι στα χέρια ευσυνείδητων φωτορεπόρτερ. Παρουσιάζει εικόνες από λαούς που υπέστησαν τα πάνδεινα. Είτε από φυσικές καταστροφές είτε από μια ανθρώπινη περιπέτεια, ο φωτογράφος παρουσιάζει αδρά και ζωντανά, με τον αμείλικτο ρεαλισμό του φωτογραφικού φακού, εικόνες ζωντανές από αυτά τα παθήματα. Αυτό συγκινεί και άλλους λαούς με ευαισθησία και ανθρωπιά, για να στείλουν βοήθεια στους πληγέντες και να απαλύνουν τον πόνο τους. Αυτό δεν το έκανε καμία άλλη τέχνη, παρά μόνο η φωτογραφία. Και χαίρομαι πολύ όταν παιδιά όπως ο Μπεχράκης αλλά και άλλοι, με κίνδυνο της ζωής τους, καταγράφουν καθημερινά τα συμβάντα που συνθέτουν την Ιστορία». 

Ως φωτογράφος της παράδοσης, της Ελλάδας της υπαίθρου, με τα γιοφύρια της, τα χειμαδιά, τα παζάρια, τη σχέση μανάδων και παιδιών, τους αναστενάρηδες της Θεσσαλονίκης, τους ψαράδες στα νησιά, όλους τους ανθρώπους του μόχθου, σε όλη τη διάρκεια της φωτογραφικής του καριέρας, η οποία αριθμεί πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά και πολλά λευκώματα με φωτογραφίες όπως «Η χώρα μου» (εκδόσεις Ποταμός), ο Μπαλάφας παρέμεινε πιστός στην ασπρόμαυρη φωτογραφία, χωρίς ποτέ να ενδώσει στις χάρες της έγχρωμης. «Μοιάζει ψεύτικη. Ο λαός μας προσωποποίησε την ομορφιά. Είναι μια έμφυτη ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής, λειτουργεί σαν μία ακόμη από τις αισθήσεις μας. Δεν κατόρθωσε η τεχνική της έγχρωμης φωτογραφίας να αποδώσει αυτήν την ποιότητα. Να δώσει τη δυνατότητα να κάνεις παραμόρφωση στο φυσικό στοιχείο, να εκφράσεις τα συναισθήματά σου. Μπορεί η τεχνολογία να το καταφέρνει πια αυτό, αλλά, ξέρετε, είμαι αγράμματος σε σχέση με τη σύγχρονη τεχνική. Αρκεί να σας πω ότι ήθελα μια μηχανή και δεν ήθελα καν να έχει φωτόμετρο. Το φωτόμετρο με μπερδεύει. Παίρνει ένα συμπτωματικό φως και σου δίνει διαφορετικά πράγματα από ό,τι θες. Και έγινε ειδική παραγγελία από τον αντιπρόσωπο να στείλουν μια μηχανή χωρίς το φωτόμετρο…».

Η έκθεση με τις φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα, υπό τον τίτλο «Φωτογραφικές μνήμες από τη σύγχρονη Ελλάδα», από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη στο οποίο έχει δωρίσει όλη τη συλλογή του, θα φιλοξενείται στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου στο Ηράκλειο ως τις 5 Νοεμβρίου. Μέρος της έκθεσης αφορά και το φωτογραφικό οδοιπορικό του στο Αγιον Ορος, από το 1969 ως το 2001.
  • Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 524, σελ. 42-47, 31/10/2010
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=152&artid=364918&dt=04/11/2010#ixzz14TP2HEuY

Wednesday, May 21, 2008

Εικόνες από την ιστορία των αφανών...

Το Μουσείο Μπενάκη κάθε Τρίτη είναι κλειστό. Χθες το μεσημέρι άνοιξε μόνο για να υποδεχθεί και να δημοσιοποιήσει ένα σπουδαίο γεγονός και μια μεγάλη στιγμή της ιστορίας του: ο φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας δώρισε στο Μουσείο Μπενάκη το φωτογραφικό του αρχείο. Δηλαδή την Ελλάδα του ’40 και του ’50, την Ελλάδα του μόχθου, «μια Ελλάδα που σήκωνε πολλή βελτίωση», τις φιγούρες των ανθρώπων που έκτιζαν, σκάλιζαν τα χωράφια, ανέβαιναν τα βουνά, δούλευαν, δημιουργούσαν. Ολα αυτά τα στιγμιότυπα της ιστορίας των ανώνυμων ανθρώπων βρίσκονται σε 15 χιλ. αρνητικά, χωρισμένα από τον ίδιο σε θεματικές ενότητες, που χρονολογούνται από το 1939 ώς το 2000.

Πολύς κόσμος και πολλή συγκίνηση υπήρχε χθες το μεσημέρι στην ισόγεια αίθουσα εκδηλώσεων του Μουσείου Μπενάκη. Ο Κώστας Μπαλάφας δεν παραβρέθηκε. Φοβήθηκε τη συγκίνηση. Τον εκπροσώπησαν τα παιδιά του, το έργο της ζωής του και μια δήλωση που έκανε ειδικά για τη χθεσινή μέρα: «Θα παρακαλούσα τη σημερινή μας συγκέντρωση να την αφιερώσουμε στις γυναίκες-μάνες των ακριτικών ορεινών χωριών. Σ’ αυτές που παρ’ όλη τους τη φτώχεια και την ανέχεια είχαν τη δύναμη να ζήσουν και να δημιουργήσουν και να κρατήσουν στον τόπο τη ζωή. Σε μια γη κακοτράχαλη, ματωμένη και περήφανη, που θαρρείς πως απ’ τη φύση της γεννήθηκε γι’ αγώνες. Μ’ ένα λαό βιγλάτορα που θεωρεί τη λεφτεριά αγαθό πολυτιμότερο απ’ τη ζωή κι έμαθε να γράφει με αίμα και πυρωμένο σίδερο την ιστορία του. Αυτές οι γυναίκες μόνες, σε δύσκολους καιρούς καλλιεργούσαν με το τσαπί τη στέρφα γη, θαρρείς πως στύβαν με τα δυο τους χέρια το λιγοστό τους χώμα και το πότιζαν με ιδρώτα για να το κάμουν να καρπίσει.(...) Μάνες υπέροχες που μια ολάκερη ζωή να παλεύουν με την πέτρινη μοίρα τους. Ολος πέτρα και πόνο είναι αυτός ο τόπος. Πέτρες με ονόματα και με ιστορία. (...)».


Και μετά τον λόγο πήραν όσοι γνώρισαν το ίδιο και μεγάλωσαν με το έργο του: ο βουλευτής και πρώην υπουργός Αλέκος Παπαδόπουλος, ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος, ο Μαρίνος Γερουλάνος εκ μέρους της Δ.Ε. του Μουσείου, η διευθύντρια του Φωτογραφικού Αρχείου Φανή Κωνσταντίνου και ο επιμελητής του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης Ηρακλής Παπαϊωάννου. «Το συνολικό όνειρο ήταν να ξανακτίσουμε την Ελλάδα. Αυτό που κατάφερε ο Μπαλάφας ήταν να κρατήσει ζωντανό το όνειρο. Το ήθος και η αξιοπρέπεια, σιωπηλά αλλά ζωντανά, φαίνονται σε κάθε φωτογραφία», είπε ο Μ. Γερουλάνος. Για «αυθεντική βιωματική ελληνικότητα» μίλησε ο Ηρ. Παπαϊωάννου, για έναν άνθρωπο που αρνιόταν να πουλήσει τις φωτογραφίες του και τις χάριζε. Αυτό άλλωστε είπε και στη Φανή Κωνσταντίνου, ανακοινώνοντας την απόφασή του να δωρίσει το αρχείο του στο Μουσείο Μπενάκη: «Περάστε απ’ το σπίτι να πάρετε τ’ αρνητικά».

Ο Κώστας Μπαλάφας είναι πράγματι «ποιητής του φακού», όπως τον χαρακτήρισε η Φανή Κωνσταντίνου. Μια μοναχική, αλλά συνεχής και συνεπής πορεία στη φωτογραφία. [Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 21/5/2008]

Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ


Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ, Ελευθεροτυπία, 21/5/2008

«Μία από τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία του Μουσείου Μπενάκη» χαρακτήρισε τη χθεσινή ο Αγγελος Δεληβορριάς. Δικαίως. Ο κορυφαίος Ελληνας φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας, γεννηθείς το 1917 στο ορεινό χωριό Χώσεψη της Ηπείρου, παρέδωσε το πολύτιμο αρχείο του στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.
«Στο δρόμο για το μεροκάματο» (1965)
Περισσότερα από 15.000 ασπρόμαυρα αρνητικά, χωρισμένα από το φωτογράφο σε θεματικές ενότητες (χρονολογούνται από το 1939 έως το 2000), εμπλούτισαν τους φωτογραφικούς θησαυρούς του Μουσείου. Μαζί με 60 κινηματογραφικές ταινίες μικρού μήκους, στις οποίες ο Κώστας Μπαλάφας κατέγραψε με τη γνώριμη λιτότητα και αμεσότητα της ματιάς του την καθημερινή ζωή, τα ήθη και τα έθιμα σε περιοχές της ηπειρωτικής και της νησιωτικής Ελλάδας.
Το αρχείο του Κώστα Μπαλάφα φυλάσσεται πλέον στους κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους του Φωτογραφικού Αρχείου, εκπροσωπώντας επάξια μαζί με τη Βούλα Παπαϊωάννου και τον Δημήτρη Χαρισιάδη το ρεύμα του ανθρωπισμού στην ελληνική φωτογραφία...