Showing posts with label Παρίσι. Show all posts
Showing posts with label Παρίσι. Show all posts

Sunday, December 12, 2010

Το ωμό βλέμμα της Αμερικής στο Παρίσι

Τρεις διάσημοι καλλιτέχνες της ταραγμένης περιόδου 1960-80 κοσμούν με τα έργα τους μουσεία μοντέρνας τέχνης της γαλλικής πρωτεύουσας

  • Ανταπόκριση από το Παρισι της Βανεσσας Θεοδωροπουλου, Η Καθημερινή, Kυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010
Λάρι Κλαρκ (1947-), ένας φωτογράφος και σκηνοθέτης παθιασμένος με την εφηβεία και τα αβυσσαλέα πάθη της. Ζαν-Μισέλ Μπασκιά (1960-1988), ο εξεγερμένος λαμπερός ζωγράφος που «κάηκε» πολύ νωρίς, εξαίσιο θύμα της ίδιας του της λάμψης. Νάνσι Σπίρο (1926-2009), μια πανέμορφη ακτιβίστρια καλλιτέχνις, εξίσου θυμωμένη με την πολεμόχαρη βία και τον φαλλοκρατισμό...

Επειτα από μια επίσκεψη στις εκθέσεις των τριών διάσημων φθινοπωρινών καλεσμένων των μουσείων μοντέρνας τέχνης της γαλλικής πρωτεύουσας, νιώθουμε ότι κάτι περισσότερο από την αμερικανική υπηκοότητα και τη διεθνή αναγνώριση ενώνει τα τρία πρόσωπα. Ισως να πρόκειται για το βλέμμα, μια κοινή συνθήκη παρατήρησης και ύπαρξης στον κόσμο. Ενα βλέμμα «άγριο», θα έλεγε ο Κλοντ Λεβί Στρος, ή ακόμα «σκληρό», ωμό, αυτή τη φορά με την έννοια του Αντονέν Αρτό, αγαπημένου ποιητή της Νάνσι Σπίρο. Φαινομενικά ανεπεξέργαστο και πρωτόγονο, αλλά στην πραγματικότητα εξαιρετικά περίπλοκο και οικουμενικό, το βλέμμα αυτό παράγει μια τέχνη καυστική και συγχρόνως βαθιά τρυφερή, σε διαρκή εξέγερση μπροστά στην τραγικότητα της ύπαρξης, την καταστροφική ορμή της επιθυμίας και του θανάτου.

Οι δεκαετίες 1960-80, περίοδος δημιουργικού οργασμού των τριών καλλιτεχνών, ανήκουν, άλλωστε, στις πιο ταραγμένες της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας. Ο πόλεμος του Βιετνάμ έρχεται να σκεπάσει σαν μια τεράστια σκιά το αμερικανικό όνειρο, το έιτζ και τα ναρκωτικά σπέρνουν τον τρόμο και τον θάνατο στις αγκαλιές, η τέχνη και γενικότερα η κουλτούρα γίνονται το κατ’ εξοχήν πεδίο δράσης και αντίστασης ενός νεογέννητου πολιτιστικού ακτιβισμού, τόσο στον ηγεμονικό πολιτικό λόγο όσο και στη σταδιακή θεσμοποίηση και την καλπάζουσα εμπορευματοποίηση της τέχνης.
  • Η γενιά του Κλαρκ
Οι καλτ σήμερα φωτογραφίες της μυθικής σειράς Tulsa, 1971, εικόνες που στοίχειωσαν καλλιτέχνες όπως η Ναν Γκόλντιν, ο Μάρτιν Σκορτσέζε ή ο Γκας Βαν Ζαντ, σαγηνευτικό αντι-πορτρέτο μιας νωχελικά αυτοκαταστροφικής γενιάς που παίζει με τον θάνατο, μας ταξιδεύει στα μικροαστικά διαμερίσματα της ομώνυμης πόλης της πολιτείας της Οκλαχόμα, όπου η ανία συναγωνίζεται σε ένταση την απόγνωση και η αδιαφορία την ανάγκη για νόημα. Νεαροί και νεαρές, όμορφοι και καλοντυμένοι ή ημίγυμνοι, περιφέρονται σαν φαντάσματα, με βλέμμα απαθές, στους καναπέδες, τις μοκέτες και τις μπανιέρες, με μια σύριγγα στο μπράτσο, στο μπούτι, ένα όπλο στο χέρι, ένα μωρό στην αγκαλιά. Στο εξίσου «αυτοβιογραφικό» αλλά πιο αποστασιοποιημένο Teenage Lust (1983), εικοσάχρονοι πειραματίζονται με το σεξ και τα ναρκωτικά, ο τριανταεξάχρονος τότε Λάρι Κλαρκ θρηνεί ήδη τη χαμένη του εφηβεία, τον χρόνο που κυλά ανεπιστρεπτί.
  • Μόνο για ενηλίκους
Η αφοσίωση στα όρια της εμμονής του σκηνοθέτη των αριστουργηματικών Kids (1995), Ken Park (2002) ή Wassup Rockers (2006) με τους έφηβους, μια άρρητη «κοινότητα» που επιβιώνει «των δυσλειτουργιών μιας κοινωνίας ενηλίκων», χάρη στην αλληλεγγύη που ενώνει τα μέλη της, προκαλεί. Η έκθεση του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της πόλης του Παρισιού (έως 2/1/2011) απαγορεύεται στους κάτω των 18. Οπως δεν δίστασε να δηλώσει ο διευθυντής του μουσείου, ζούμε σε μια κοινωνία σαφώς πιο συντηρητική απ’ ό,τι πριν από μια δεκαετία, κι ένα νομικό κράτος σε τριβή με ένα έργο σαν αυτό του Λάρι Κλαρκ. Αν οι αντιδράσεις και η πολεμική που προκάλεσε η εν λόγω απαγόρευση ήταν αναμενόμενες, η προληπτική αυτολογοκρισία του θεσμού δεν πετυχαίνει παρά να δικαιώσει την «εμπάθεια» του καλλιτέχνη με το θέμα του, αντικείμενο της υποκρισίας της κοινότητας των ενηλίκων που για άλλη μια φορά την «αποκλείει», στο όνομα του ήθους και του προστατευτισμού.
  • Λάρι Κλαρκ, Kiss the past hello (έως 2/1/2011)
  • Ζαν-Μισέλ Μπασκιά (έως 30/1/2011) Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της πόλης του Παρισιού
  • Νάνσι Σπίρο (έως 10/1/2011) Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Μπομπούρ
  • Πολιτικός θυμός
Τρίτη και τελευταία στάση, ο τέταρτος όροφος του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης του Μπομπούρ. Το 1968 η Νάνσυ Σπίρο είναι 42 χρόνων, έχει ήδη δύο παιδιά με τον ζωγράφο Leon Golub, σπουδές στο Chicago Art Institute και στην Καλών Τεχνών του Παρισιού και πολύ θυμό. Τόσο για τη στρατιωτική πολιτική της χώρας της στον πόλεμο του Βιετνάμ, όσο και για τη θέση των γυναικών στην αμερικάνικη κοινωνία. Με την επιστροφή της από το Παρίσι, το 1964, συνδέεται με το φεμινιστικό κίνημα της εποχής, την ομάδα «επαναστατημένων γυναικών καλλιτεχνών» WAR (Women artists in Revolution), ενώ το 1972, είναι μια από τις συνιδρύτριες της συνεταιριστικής γκαλερί AIR (Artists in Residence), αφιερωμένη στην υπεράσπιση γυναικών καλλιτεχνών. Οι τίτλοι των σειρών που δημιουργεί εκείνη την εποχή είναι παραπάνω από εύγλωττοι: War Series (1966-1970), η σειρά του πολέμου, Search and Destroy (1967-1974), ψάξτε και καταστρέψτε - το στρατιωτικό μότο των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ - και τα περίφημα Artaud paintings και Artaud Codex αφιερωμένα στην ποίηση του Αντονέν Αρτώ με την οποία νιώθει και δηλώνει απόλυτη ταύτιση.

«Συνέλαβα αυτά τα έργα σαν μανιφέστα διαμαρτυρίας κατά της εισβολής των ΗΠΑ στο Βιετνάμ», εξηγεί η καλλιτέχνις, «λειτούργησαν πάνω μου σαν ξόρκια». Οι ζωγραφιές θα δώσουν σιγά σιγά τη θέση τους σε σχέδια, ένα πιο «ελαφρύ» και θηλυκό εκφραστικό μέσο σε σχέση με την υπερβολικά «αρσενική» στα μάτια της ζωγραφική. Οι βομβαρδισμοί παίρνουν εδώ τη μορφή τρομακτικών αναπαραστάσεων: κεφάλια φαλλών εκτοξεύονται από (αντρικά κυρίως) σώματα με βγαλμένες γλώσσες, γεννούν νέφη από κι άλλα κεφάλια που ξερνούν με τη σειρά τους αίμα ουρλιάζοντας... Η καλλιτέχνις θα δημιουργήσει σιγά σιγά ένα προσωπικό λεξιλόγιο φτιαγμένο αποκλειστικά από γυναικείες φιγούρες όλων των εποχών και πολιτισμών, τις οποίες φωτοτυπεί, μεγεθύνει ή μεταφέρει σε μέταλλο ώστε να τις χρησιμοποιεί ως στάμπες. Το «ιερογλυφικό» αλφάβητο της Σπίρο, απλωμένο σε οριζόντιους «παπύρους» συχνά αρκετών μέτρων, περιλαμβάνει από την Ελευθερία του Ντελακρουά και κέλτικες θεότητες, την Κυβέλη από τη Φρυγία, τη Βίλμα, μια προϊστορική αφρικανική φιγούρα μέχρι τη Ζοζεφίν Μπέικερ και τη Μάρλεν Ντίντριχ. Στο δεύτερο μέρος της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας έκθεσης του Μπομπούρ (έως 10/1/2011) περιλαμβάνονται σημαντικές σειρές των δύο τελευταίων δεκαετιών, όπως οι Hours of the Night (2001) και Azur (2002) επικές συνθέσεις όπου η διακοσμητική και ζωγραφική διάσταση επανέρχονται, φανερώνοντας το πάθος της φεμινίστριας για το χρώμα.
  • Μπασκιά, ο Κρεολός του Μπρούκλιν
Οταν ο Λάρι Κλαρκ γυρίζει το πρώτο του ερασιτεχνικό ταινιάκι στο διαμέρισμα της παρέας του -ίσως το πιο συγκλονιστικό «ντοκουμέντο» της παραπάνω έκθεσης- το 1968, ο Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, μόλις οκτώ χρόνων, γιος ενός Αϊτινού και μιας Πορτορικανής που ζουν στο Μπρούκλιν, υφίσταται μια αρκετά οδυνηρή επέμβαση εκτομής σπλήνας. Επειτα από μια διετία στην Αϊτή με τον πατέρα και τις αδερφές του, ο ταλαντούχος Ζαν-Μισέλ, μαθητής του καλλιτεχνικού λυκείου του Μπρούκλιν (1976-1977), συχνάζει στα ίδια στέκια με τον Ντέιβιντ Μπερν, την Μπλόντι, τη Μαντόνα, τους B-52’s ή τον Τζον Λιούρι. Με έναν φίλο από τη σχολή, τον Al Diaz, επινοούν το ψευδώνυμο SAMO© (Same Old Shit), με το οποίο υπογράφουν τους ποιητικούς τους αφορισμούς στους τοίχους του Μανχάταν: «SAMO© (τα ίδια παλιά σκατά) ως μια νέα μορφή τέχνης», «SAMO© ως το τέλος της πλύσης εγκεφάλου των θρησκειών, των αδιέξοδων πολιτικών και της ψευδο-φιλοσοφίας». Η «περιθωριακή» όμως αυτή περίοδος δεν θα κρατήσει πολύ, το 1978 οι δύο arty γκραφιτάδες δηλώνουν ότι ο «SAMO© είναι νεκρός» και τρία χρόνια αργότερα ο Μπασκιά ξεχωρίζει ήδη στην έκθεση «Νέα Υόρκη/Νέο Κύμα» που διοργανώνει το P.S 1 με τη νεοϋορκέζικη downtown σκηνή. Ακολουθούν το 1982 μια ατομική έκθεση στην γκαλερί Γκαγκόζιαν στο Λος Αντζελες, η Ντοκουμέντα του Κάσσελ την ίδια χρονιά, η διεθνής αναγνώριση και το Παρίσι λίγο πριν από το τέλος...

Η αναδρομική έκθεση του έργου του Μπασκιά, επίσης στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της πόλης του Παρισιού (έως 30/1/2011), περιλαμβάνει περισσότερα από 150 έργα. Οπως συμβαίνει συχνά με τους διάττοντες αστέρες -ο Μπασκιά πέθανε στα 27 του χρόνια από υπερβολική δόση ηρωίνης- η αίγλη του καλλιτέχνη είχε λειτουργήσει εις βάρος των ίδιων του των έργων. Η δυνατότητα να τα δούμε συγκεντρωμένα κι από κοντά, αποδεικνύονται μια εντελώς νέα και μοναδική εμπειρία. Παρατηρώντας τους πίνακες και τα σχέδιά του που μοιάζουν με παιδικές ζωγραφιές, νιώθει κανείς ότι εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η σύνθεση αλλά οι σκέψεις και οι εντυπώσεις, το καθημερινό παραλήρημα της αστικής κουλτούρας, η ενέργεια και η αγωνία μιας ταραγμένης ψυχής που αναζητεί μια ταυτότητα. Η βουντού μυθολογία μπερδεύεται με τη βιβλική, τα κόμικς με τη διαφήμιση, οι Αφροαμερικανοί μουσικοί θρύλοι (Τσάρλι Πάρκερ, Μάιλς Ντέιβις) με τους σταρ του αθλητισμού, η καταναλωτική και κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη με την πρωτόγονη Καραϊβική, την αφρικάνικη ή προ-κολομβιανή τέχνη. Κάποια στοιχεία ή μοτίβα επανέρχονται συστηματικά και μέχρι το τέλος: το στέμμα, ο «νέγρος», τα τοτέμ, τα διαδήματα τα κάθε λογής σύμβολα (γράμματα, λέξεις, κείμενα ολόκληρα). Στους πίνακες που φιλοτεχνεί ο Μπασκιά σε συνεργασία με τον Αντυ Γουόρχωλ (1984-1985), η art brut συναντάει την ποπ αρτ, ενώ τα έργα της τελευταίας περιόδου του νεαρού «βασιλιά» που δεν άντεξε το βασίλειό του, σκοτεινές επιφάνειες γεμάτες κείμενα και κενά, εκπέμπουν απόγνωση κι εμμονή με τον θάνατο.

Wednesday, September 29, 2010

Δύο Ελληνίδες στο φθινοπωρινό Παρίσι

  • Ιρις Τουλιάτου και Βένια Μπεχράκη, δύο διαφορετικές εκθέσεις με κοινό παρονομαστή τη μοντέρνα Ελλάδα


  • Της Βανεσσας Θεοδωροπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010
Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς γεγονότα και πρόσωπα στο ατέρμονο βουητό που εκπέμπει το Παρίσι το φθινόπωρο. Μουσεία, γκαλερί, φεστιβάλ, θέατρα σηκώνουν αυλαία σύσσωμα και πανηγυρικά: χθες τα εγκαίνια μιας καινούργιας μπιενάλε σύγχρονης τέχνης στην Μπελβίλ, αύριο ο εμπορικότατος σταρ Μουρακάμι στις Βερσαλλίες, μεθαύριο ο φινετσάτος Γκαμπριέλ Ορόσκο στην Μπομπούρ, στις 2 και 3 Οκτωβρίου η αφρόκρεμα του σύγχρονου χορού στο Festival d’Automne... Η ατζέντα του Παριζιάνου φιλότεχνου ρισκάρει να εκραγεί εν μια νυκτί. Τι είναι λοιπόν εκείνο που μπορεί να κάνει μια έκθεση, έναν καλλιτέχνη, ένα έργο να ξεχωρίσουν; Ισως μια εκλεκτική συγγένεια, ίσως μια συγκυρία.
Η Ιρις Τουλιάτου και η Βένια Μπεχράκη είναι δύο νέες Ελληνίδες καλλιτέχνιδες που βρέθηκαν να εγκαινιάζουν στο Παρίσι την ίδια εβδομάδα δύο πολύ διαφορετικές εκθέσεις, με έναν κοινό όμως παρανομαστή: μια διάθεση αποδόμησης, της μοντερνιστικής αισθητικής στην περίπτωση της πρώτης, στερεότυπων ρόλων, συμβόλων και πεποιθήσεων στην περίπτωση της δεύτερης, και οι δύο με ντεκόρ πραγματικότητες και μύθους της μοντέρνας Eλλάδας.
Παραγγελία του Παλέ ντε Τοκιό, το πρότζεκτ «Apollo Goes on Holiday», της Ιριδας Τουλιάτου, σκηνοθετεί και διηγείται με ελλειπτικό τρόπο το «δράμα», όπως το αποκαλεί η καλλιτέχνις, της εγκατάλειψης και παρακμής των μυθικών ξενοδοχείων Ξενία, ερείπια μνημεία της ελληνικής μοντέρνας αρχιτεκτονικής, και μαζί της μιας ολόκληρης εποχής.
Η μεταπολεμική Ελλάδα του ΕΟΤ, του λαμπερού νέου ελληνικού κινηματογράφου και του σχεδίου Μάρσαλ, των ωραίων ξεναγών και των γοητευμένων Βορειοευρωπαίων ευγενών (βλ. ομώνυμη ταινία, «Επιχείρηση Απόλλων») αναβιώνει στο αριστοτεχνικά δομημένο δίπτυχο (μια γλυπτική εγκατάσταση και μια σειρά κολάζ), μέσα από αποκόμματα του Τύπου της εποχής, διαφημιστικών εντύπων κ.ά., στα οποία εμβάλλονται εικόνες από τις διαστημικές αποστολές της ΝASA (Απόλλων 11) στη Σελήνη.
Στη μέση της αίθουσας, μια σύνθεση από ξύλινες ρεπλίκες των σκιάστρων του Ξενία Ναυπλίου -η κονστρουκτιβιστικής έμπνευσης εγκατάσταση PARASOL(SET)- λειτουργεί ως «κεντρική σκηνή» του αλληγορικού δράματος ή, εξίσου εύγλωττα, ως «το επακόλουθο μιας τεχνητής έκλειψης».
Αλλαγή σκηνικού. Στην γκαλερί της Βάσιας Εμπειρίκου στο Μαρέ, η Βένια Μπεχράκη παρουσίασε (έως 25/9) μια σειρά από φωτογραφίες μεγάλου μεγέθους, «αυτοπροσωπογραφίες», με φόντο αθηναϊκούς κατά κύριο λόγο δημόσιους χώρους. Η διαδικασία παραγωγής κάθε έργου έχει ως εξής: αφού επιλέξει το κατάλληλο σημείο της πόλης ως ντεκόρ, η καλλιτέχνις σχεδιάζει το «κάδρο», τον ρόλο και τη δραστηριότητα που θα πραγματοποιήσει.
Στη συνέχεια φωτογραφίζεται ενώ κάνει την περφόρμανς της μπροστά στα βλέμματα των περαστικών. Εδώ η Βένια Μπεχράκη ως νεαρή νοικοκυρά σιδερώνει μπροστά στη Βουλή, εκεί η Β.Μ. με ταγέρ και τακούνια απλώνει ρούχα στον πεζόδρομο του Κεραμεικού, αλλού με ρόμπα και ρόλεϊ στα μαλλιά ξαπλωμένη σε στάση του μετρό... «La Gr�ce in&out» είναι ένα σχόλιο πάνω στη θέση της γυναίκας σε μια κοινωνία τελικά ακόμα βαθιά παραδοσιακή στα μάτια της καλλιτέχνιδος, μια ειρωνεία πάνω στα εν οίκω (μη;) εν δήμω, στη σχέση δημόσιου και ιδιωτικού, αλλά κι ευρύτερα πάνω στη διαχείριση της εξουσίας.

Saturday, May 22, 2010

Εγκληματίες: μοντέλα με ζήτηση

Για πρώτη φορά στην ιστορία η έκθεση «Εγκλημα και Τιμωρία» συγκεντρώνει στο Μουσείο του Ορσέ, στο Παρίσι, το βλέμμα των μεγάλων ζωγράφων του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα στην αγωνία του εγκλήματος και στην οδύνη της τιμωρίας.

Πίνακες αριστουργήματα από τον Φρανσίσκο Γκόγια, τον Πάμπλο Πικάσο, τον Ουίλιαμ Μπλέικ, τον Εντγκάρ Ντεγκά, τον Πολ Σεζάν, τον Τουλούζ Λοτρέκ, τον Ρενέ Μαγκρίτ, τον Ζορζ Γκρος, τον Αντι Γουόρχολ μαζί με άλλα 470 έργα ζωγραφικής εξίσου διάσημων ζωγράφων, απεικονίζουν μερικές από τις πιο σοκαριστικές σκηνές των τελευταίων αιώνων, σε μία βίαιη και θαυμαστή μουσειακή συνύπαρξη.

Εμπνευστής της έκθεσης είναι ο σοσιαλιστής Γάλλος πολιτικός, ποινικολόγος και πανεπιστημιακός Ρομπέρ Μπαντιντέρ (γνωστός στην Ελλάδα για την αντίθεσή του στην είσοδο της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση), ο οποίος, ως υπουργός Δικαιοσύνης του Φρανσουά Μιτεράν το 1981, απέσυρε την γκιλοτίνα και κατήργησε τη θανατική ποινή στη Γαλλία. Συν-αυτουργός, ο ιστορικός τέχνης και δοκιμιογράφος Ζαν Κλερ (η προηγούμενη έκθεση που επιμελήθηκε ήταν η συναρπαστική «Μελαγχολία: Ιδιοφυΐα και Τρέλα στη Δύση», στο Γκραν Παλαί το 2006, καθώς και η έκθεση για τον Ντελβό το καλοκαίρι του 2009 στο Μουσείο Γουλανδρή στην Ανδρο).

Από το 1791, όταν ο μαρκήσιος Λε Πελετιέ ντε Σεντ-Φαργκό απευθύνθηκε στη γαλλική Εθνοσυνέλευση και ζήτησε την κατάργηση της θανατικής ποινής, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1981, που ψηφίστηκε η κατάργησή της από τη γαλλική Βουλή, δηλαδή από τα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης μέχρι τα τέλη του εικοστού αιώνα, πέρασαν δύο αιώνες με έντονες κοινωνικές προστριβές και αντιμαχίες στο θέμα του θανάτου που επιβάλλεται από τη δικαστική εξουσία ως η ύστατη τιμωρία για εγκλήματα ειδεχθή και αποτρόπαια. Πρωταγωνίστρια, μοιραία και αποκρουστική, σε αυτή την κούρσα με τον θάνατο ήταν η «Χήρα» με τα μαύρα πέπλα, η λάμπουσα γκιλοτίνα με την αστραφτερή λεπίδα, η έμπνευση του καθηγητή της ανατομίας Ζοζέφ Γκιλοτέν, που ήρθε για να αντικαταστήσει τους θανατηφόρους προκατόχους της, τη «Σκωτσέζικη Παρθένα» και την «Αγχόνη του Χάλιφαξ». Αυτή μας εισάγει στον τρόμο του θανάτου και στον κύκλο του αίματος σαν εναρκτήριο «ιστορικό» λάκτισμα της έκθεσης του Ορσέ.

Και εάν μέχρι σήμερα η σκοτεινή εγκληματική ψυχή, η παραβατική ύπαρξη και οι δαίμονές της έφταναν σε μας μέσα από τη λογοτεχνία, η έκθεση «Εγκλημα και Τιμωρία» μάς δείχνει καθαρά το πόσο «γοητευμένοι» έχουν υπάρξει κατά καιρούς πολλοί μεγάλοι ζωγράφοι από το εγκληματικό πρόσωπο της βίας και του θανάτου. Γιατί ακόμα και αν μας είναι πιο οικεία η βιαίη αναπαράσταση στα έργα του Γκόγια, των σουρεαλιστών ή του Οτο Ντιξ, η έκθεση αυτή μας αποκαλύπτει ότι τα εγκλήματα και η θανατική καταδίκη έχουν εμπνεύσει ακόμη και ζωγράφους σαν τον Τουλούζ Λοτρέκ ή τον Εντγκάρ Ντεγκά.

Τεοντόρ Ζερικό: «Μελέτη σε πόδια και χέρια» (1818-1819)

Τεοντόρ Ζερικό: «Μελέτη σε πόδια και χέρια» (1818-1819)

Ακόμη και ο Πολ Σεζάν, ο αρχιερέας των ιμπρεσιονιστών, ο άνθρωπος που ανέδειξε το τοπίο σαν εσωτερική διαδρομή, είχε δημιουργήσει όταν ήταν νέος μία σειρά από πίνακες με θέμα τη βία και ειδικότερα τη σεξουαλική, διανύοντας μία αρκετά διαταραγμένη φάση στις σχέσεις του με το γυναικείο φύλο. Ακόμη όμως και αυτός ο μικρός και αποκαλυπτικά τρομακτικός πίνακάς του στην έκθεση του Ορσέ, που αναπαριστά έναν άντρα να πνίγει μια γυναίκα με τη βοήθεια ενός θηλυκού συνενόχου, φέρει τα αδιάψευστα γνωρίσματα της μετέπειτα ζωγραφικής του αυθεντίας. Το μπλε χρώμα στο πουκάμισο του δολοφόνου είναι στην ίδια απόχρωση του μπλε που τόσο συχνά αναγνωρίζουμε στα μοναδικά του τοπία.

Εκτός όμως από την αποκαλυπτική σχέση των ζωγράφων με τον βίαιο θάνατο, μία άλλη σημαντική συνιστώσα της έκθεσης είναι η εμμονή τους με τη γυναικεία εγκληματικότητα. Το θέμα διατρέχει ολόκληρη την έκθεση και δημουργεί την έντονη αίσθηση ότι οι ζωγράφοι (αρσενικού φύλου όλοι) έλκονται σε μεγάλο βαθμό από αυτές τις τρομακτικές γυναίκες που, ανατρέποντας τους κανόνες, αντί να δίνουν ζωή, παίρνουν ζωές. Ενα ολόκληρο κομμάτι της έκθεσης είναι αφιερωμένο στη Σαρλότ Κορντέ, τη νεαρή γυναίκα που σκότωσε το 1793 τον επαναστάτη-δολοφόνο Ζαν-Πολ Μαρά, με πολλούς πίνακες του 19ου αιώνα αλλά και με έργα του Πάμπλο Πικάσο και του Εντβαρτ Μουνχ.

Σκοπός όμως της έκθεσης δεν είναι να αναδείξει την αισθητική της βίας. Αυτό που μοιάζει να επιδιώκει, παρουσιάζοντας πολλές φορές άγνωστα έργα γνωστών ζωγράφων, είναι να υποκινήσει την αντιληπτικότητά μας και να τραβήξει το βλέμμα μας προς αυτό που βρίσκεται πέρα από το έγκλημα, προς το αιώνιο πρόβλημα του Κακού καθώς και σε ό,τι απειλητικό υπάρχει πίσω από τις κοινωνικές συνθήκες, οι οποίες μπορεί είτε να γεννούν το έγκλημα είτε να το αναδεικνύουν σε καλλιτεχνική δημιουργία. Δηλαδή την αιώνια μεταφυσική ανθρώπινη αγωνία για το σκοτάδι της ψυχής και το ατελείωτο βάθος του.

* Διάρκεια μέχρι 27 Ιουνίου.