Showing posts with label Θεόφιλος. Show all posts
Showing posts with label Θεόφιλος. Show all posts

Saturday, March 28, 2015

Επιτυχής συντήρηση 23 έργων του Θεόφιλου και εκ νέου ανάδειξή τους

Τα έργα ενός από τους σπουδαιότερους λαϊκούς μας ζωγράφους, του Θεόφιλου, αποκαταστάθηκαν και τοποθετήθηκαν εκ νέου στο μουσείο, στη Βαρειά Λέσβου. 


Ολοκληρώθηκε με επιτυχία, όπως έκανε γνωστό το υπουργείο Πολιτισμού, η συντήρηση 23 ζωγραφικών έργων του Θεόφιλου, τα οποία και εκτίθενται στο ανακαινισμένο πλέον μουσείο για τον καλλιτέχνη στη Βαρειά Λέσβου.

Τα έργα που χρονολογούνται γύρω στο 1930 είναι ζωγραφισμένα απευθείας σε ύφασμα, χωρίς την ύπαρξη προετοιμασίας, γεγονός που τα καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητα σε ορισμένους παράγοντες φθοράς. Επιπλέον, ο προηγούμενος τρόπος στήριξης και ανάρτησης –ήταν προσαρμοσμένα πάνω σε ξύλινα τελάρα με πλαίσιο από κόντρα πλακέ και πλεξιγκλάς– και η έκθεσή τους σε ακτινοβολία και ακατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες επέτειναν τις φθορές. Τέτοιες ήταν η χρωματική αλλοίωση της ζωγραφικής επιφάνειας, η αποδυνάμωση του υφάσματος, οι επιφανειακοί ρύποι, οι οπές από τη δράση εντόμων, καθώς και η ανάπτυξη μούχλας στην πίσω όψη ορισμένων έργων.

Wednesday, April 13, 2011

Παρέμβαση για το Μουσείο Τεριάντ

ΠΑΛΛΕΣΒΙΑΚΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

Εργο του Θεόφιλου
Τη λήψη άμεσων μέτρων για την επίλυση των σοβαρών προβλημάτων των εργαζομένων αλλά και των συλλογών του Μουσείου Τεριάντ στη Λέσβο απαιτεί από την κυβέρνηση το Παλλεσβιακό Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο (ΠΕΚ).
 
Σε επιστολή του προς αρμοδίους - υπουργεία και κρατικούς φορείς - το ΠΕΚ σημειώνει ότι «οι εργαζόμενοι στο "Μουσείο Βιβλιοθήκη Στρ. Ελευθεριάδη - TERIADE" είναι απλήρωτοι εδώ και οκτώ μήνες! Τα εξαιρέσιμα - Κυριακές, αργίες, επίδομα αδείας - τους οφείλονται από το 2009». Ολη αυτή η απαράδεκτη αντιμετώπιση των εργαζομένων, εκτός του ότι αντανακλά την απαξίωση των ανεκτίμητων έργων τέχνης αυτού του μουσείου από την πολιτεία, «διαφαίνεται και η τάση να κλείσει και αυτό», όπως έκλεισε το διπλανό «Μουσείο Θεοφίλου». Τα έργα σχεδιάζεται να μεταφερθούν και να κοσμήσουν μουσεία εκτός Μυτιλήνης, μουσεία «προσιτά σε κατευθυνόμενο τουρισμό, μέσω των μονοπωλιακών ομίλων στο χώρο του τουρισμού». Επισημαίνει, επίσης, ότι «αυτή τη στιγμή τρεις φύλακες και ο διευθυντής του Μουσείου κάνουν κάθε προσπάθεια να κρατήσουν ανοιχτό το μουσείο για τους επισκέπτες».

Το ΠΕΚ αναφέρει τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι (ανάμεσά τους και πολύτεκνοι) και ότι αυτά επιδεινώνονται από τη μη πληρωμή και σημειώνει ότι «όλα αυτά αναγκάζουν τους εργαζόμενους να προβούν σε επίσχεση εργασίας, αν δεν παρθούν άμεσα μέτρα (...)».

Το ΠΕΚ ζητά από το ΥΠΠΟ-Τ να πάρει άμεσα μέτρα: Πληρωμή των εργαζομένων. Αμεση εξόφληση όλων των οφειλών και εξασφάλιση της απρόσκοπτης μισθοδοσίας. Διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα και ομαλή λειτουργία του Μουσείου. Πρόσληψη μόνιμου προσωπικού για τη φύλαξη επί 24ωρο των ανεκτίμητης αξίας έργων τέχνης. Ανοιγμα του Μουσείου Θεοφίλου. Συντήρηση των έργων στη Μυτιλήνη και εξασφάλιση της έκθεσής τους σε κατάλληλο περιβάλλον για τη σωστή τους διατήρηση.

Η διοίκηση του ΠΕΚ δηλώνει ότι «δεν είναι διατεθειμένη να παρακολουθεί από μακριά την απαξίωση και τον κίνδυνο καταστροφής της λαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς, θα πάρει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ενημέρωσης των εργαζομένων, και γενικά του λαού μας, στην κατεύθυνση να πιέσει όσους έχουν την ευθύνη να πάρουν συγκεκριμένα μέτρα». ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Πέμπτη 14 Απρίλη 2011

Thursday, January 20, 2011

Κατέστρεψαν τον Θεόφιλο

  • Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011
  • Χρώματα που έχουν ξεθωριάσει, σε πίνακες που αφέθηκαν εκτεθειμένοι στον ήλιο ή σκέβρωσαν από την υγρασία. Εργα που καταστρέφονται, καθώς οι καμβάδες αρχίζουν να μαδάνε. Κεραμίδια που επιτρέπουν να τρέξουν νερά μέσα στις αίθουσες, στάζοντας πάνω στα έργα τέχνης.
   

Και κοντά σε όλα αυτά, μία, όλη κι όλη, έκτακτη υπάλληλος, απλήρωτη από τον περασμένο Ιούνιο, με τη σύμβασή της να έχει λήξει ήδη από την Πρωτοχρονιά. Κι όμως εκείνη αγόγγυστα συνεχίζει να ανοίγει τις πόρτες τού κατά τα άλλα «προπύργιου του λεσβιακού πολιτισμού», του ρημαγμένου Μουσείου Θεόφιλου. Σαν κεραυνός έπεσε η πρώτη καταγγελία για την πραγματική καταστροφή των 86 πρωτότυπων έργων του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, που φιλοξενούνται στο ομώνυμο Μουσείο της Μυτιλήνης. 

Στη διάρκεια εκδήλωσης παρουσίασης του βιβλίου με τίτλο «Θεόφιλος: τα έργα του ζωγράφου στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης», της επίτιμης διευθύντριας του Μουσείου, αρχαιολόγου και κοινωνικής ανθρωπολόγου Γιαννούλας Καπλάνη, ο εξωτερικός συνεργάτης του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης και επιμελητής της έκδοσης, ο αρχιτέκτονας, φωτογράφος και γραφίστας Βελισάριος Βουτσάς, «ταρακούνησε» το κοινό, περιγράφοντας την κατάσταση που συνάντησε στη διάρκεια της επίσκεψής του στο Μουσείο Θεόφιλου. Οπως αποκάλυψε, τα έργα καταστράφηκαν και ήδη έχουν ξεθωριάσει. 

Οπως μάλιστα χαρακτηριστικά είπε: «Δεν χωράει δικαιολογία άγνοιας. Ακόμη και ο ταξιτζής που με μετέφερε και ο καφετζής της γειτονιάς, ήξεραν για την κατάσταση του Μουσείου». 

Το γεγονός αυτό έκανε χθες τον γενικό γραμματέα Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής Δημήτρη Χαλκιώτη, με τον προτεινόμενο πρόεδρο του υπό σύσταση Οργανισμού Παιδείας και Πολιτισμού του Δήμου Λέσβου, Κώστα Αστυρακάκη, και τη συντηρήτρια του υπουργείου Πολιτισμού, Δέσποινα Μαρσινοπούλου, να επισκεφθούν το Μουσείο. Εκεί η τελευταία έκανε μια πρώτη εκτίμηση των κινδύνων που υπάρχουν και των φθορών που έχουν ήδη υποστεί τα έργα. 

Στο Μουσείο Θεόφιλου, λοιπόν, διαπιστώθηκε η εξαφάνιση πραγματικά μεγάλου μέρους γνωστών έργων από τον ήλιο, στον οποίο εκτίθενται οι καμβάδες απροστάτευτοι. Αλλωστε, από τον ήλιο προέρχεται και ο μοναδικός φωτισμός του Μουσείου, αν εξαιρέσει κανείς κάποια φώτα οροφής! Ακόμα, τα έργα είναι εκτεθειμένα στη σκόνη από τα παράθυρα που ανοίγουν, ως μόνη μέθοδος εξαερισμού. Η υγρασία μπαίνει από παντού, ακόμα και από τα κεραμίδια που, ασυντήρητα, επιτρέπουν στα νερά της βροχής να τρέχουν πάνω στα έργα. Θέρμανση δεν υπάρχει καμία. Κάποιοι θερμοσυσσωρευτές της δεκαετίας του '80 είναι και αυτοί εκτός λειτουργίας. 

Σύμφωνα με τη συντηρήτρια κ. Μαρσινοπούλου, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Εκρουσε, μάλιστα, τον κώδωνα του κινδύνου για το Μουσείο και τη συλλογή λέγοντας πως, στο βαθμό που η ίδια μπορεί να εκτιμήσει, υπάρχουν αρκετές φθορές και θα είναι δύσκολο «να κλείσει κανείς τα μάτια και να εφησυχάσει ή να πει "ας αφήσουμε το θέμα λίγο ακόμα"». 

Ο Δημήτρης Χαλκιώτης έθεσε πρώτη προτεραιότητα την άμεση επικοινωνία και ενημέρωση της γενικής γραμματέως του υπουργείου Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη. Κι ο κ. Αστυρακάκης σημείωσε πως «πρέπει να αναλάβουμε πρωτοβουλίες αντάξιες της μεγάλης κληρονομιάς που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε». 

Μετά απ' όλα τούτα, στο Μουσείο έμεινε και πάλι μόνη η μόνη υπάλληλος, άμισθη φύλακας μιας μεγάλης πολιτιστικής κληρονομιάς, την οποία η σύγχρονη πολιτεία αδυνατεί να προστατεύσει, έστω και στοιχειωδώς. *
  • Από τον Τεριάντ, στους δημάρχους
Το Μουσείο Θεόφιλου στεγάζεται στο κτήριο που σχεδίασε και έχτισε το 1964 ο γνωστός Λέσβιος αρχιτέκτονας Γιώργος Γιανουλέλης, με έξοδα του γνωστού Μυτιληνιού τεχνοκριτικού Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ. Ο τελευταίος ήταν ο άνθρωπος που «ανακάλυψε» τον Θεόφιλο, ενθαρρύνοντάς τον τα τελευταία χρόνια της ζωής του να ζωγραφίζει σε καμβάδες. Τους περισσότερους από αυτούς ο Τεριάντ τούς παραχώρησε στο Μουσείο Θεόφιλου, ενώ κάποιους άλλους τους έβαλε σε ειδική αίθουσα με έργα του λαϊκού ζωγράφου στο άλλο μουσείο που έχτισε και δώρισε στο υπουργείο Πολιτισμού, στο Μουσείο - Βιβλιοθήκη Μοντέρνας Τέχνης Τεριάντ. Το 1965 ο Τεριάντ δώρισε το Μουσείο Θεόφιλου στο Δήμο Μυτιλήνης. Εκτοτε το μουσείο διαχειριζόταν η εκάστοτε δημοτική αρχή της Μυτιλήνης έως την κατάργηση, λόγω «Καλλικράτη», του δήμου στις 31 του περασμένου Δεκεμβρίου. Σήμερα το Μουσείο αποτελεί περιουσία του Δήμου Λέσβου και θα το διαχειρίζεται ο δημοτικός Οργανισμός Παιδείας και Πολιτισμού, όποτε αυτός ιδρυθεί.

Sunday, October 3, 2010

Ανδρέας Εμπειρίκος: "Θεόφιλος Χατζημιχαήλ"

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ
 
Θα πούμε το τραγούδι του που ξεκινά απ' τον ήλιο
Με την απόκρημνη λαλιά του τηλεβόα
Ολκάδος που συνήντησε τον νεαρό τιτάνα
Με ρίγανη στα χείλη του κι' ολόκληρη την χώρα
Μέσα στο στήθος του.

Το ρήμα κρουσταλλώθηκε και φέγγει
Κι' ακόμη τρέχουν τα κορίτσια
Μέσ' στα πλατυά φουστάνια τους
Στις δροσερές μαρμαρυγές της άσπιλης ημέρας
Μέσα σε ρίγος που γελά καθώς ξανθή γοργόνα
Σ' ένα καράβι ορθόπλωρο που πλέχει
Στον ουρανό της θάλασσας με τα μεγάλα μάτια.

Φωνές θερμές γλυκειές παιδίσκες των ερώτων
Πάνω στη γη κ' επί των χόρτων ή στα φύλλα
Βιβλίου γιομάτου δέντρα πράσινα σαν παραθύρια
Πού βλέπουν προς την άνοιξι
Χωρίς απροσδιόριστη φενάκη μα με πλήθος
Πολύχρωμων παλμών μεταξωτής αιώρας
Σε κάστρο δόξας μυρμηκιάς με πλούσια ζώνη
Σφιγμένη δυνατά στη μέση της ημέρας.
Πλατυά τα στέρνα μας και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Ο μύθος του απομυθοποιητή Θεόφιλου

  • ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
  • Ο Οδυσσέας Ελύτης φτάνει την άνοιξη του 1935 στη Μυτιλήνη, μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, προς αναζήτηση ιχνών του Θεόφιλου, ο οποίος είχε πεθάνει εκεί μόλις ένα χρόνο πριν. Η «υπόθεση» λέει ο Ελύτης «ήταν ακόμη τότε γεμάτη μυστήριο» (Ανοιχτά χαρτιά, εκδ. Ίκαρος). Διότι, περί μιας «υπόθεσης» επρόκειτο, η οποία, πριν ακόμα αναγνωστεί στο πραγματικό της εύρος, είχε αποκτήσει τις διαστάσεις ενός παράδοξου «λαϊκού» μύθου, σαν εκείνους που και ο ίδιος ο ζωγράφος απεικόνιζε στις παραστάσεις του πάνω σε κάθε λογής επιφάνεια.
Ο Ελύτης και άλλοι εκπρόσωποι της γενιάς του έτρεξαν να προσδώσουν στην «υπόθεση Θεόφιλος» χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονταν σε κάτι που οι ίδιοι αναζητούσαν σαν έρεισμα, σαν απόδειξη της επιβίωσης στοιχείων και σημείων ικανών να αναζωογονήσουν μιαν άλλη «υπόθεση», αυτήν που θα έφερνε στο φως τα διακριτά γνωρίσματα μιας ανανεωμένης ιδέας της ελληνικότητας. Ο ποιητής γράφει πως για πρώτη φορά αντίκριζαν στις ζωγραφιές του Θεόφιλου «εκείνα τα χρώματα και τα σχήματα που βλέπαμε κάθε μέρα γύρω μας και που τα κουβαλούσαμε στην ομαδική μας μνήμη από αιώνες, τα γνώριμα, τα οικεία, που τόσα χρόνια τώρα οι ακαδημαϊκοί μας ζωγράφοι (...) μας είχανε στερήσει από τη χαρά να τ' αναγνωρίζουμε»· πως «το πιο απλό πράγμα του κόσμου, ένα δέντρο, η ελιά, η καθημερινή μας σύντροφος, δεν είχε αξιωθεί ποτέ ν' ανεβεί στο καβαλέτο» (ό.π.).

Φαίνεται πως η επιλογή της θεματολογίας αποτελεί από μόνη της αισθητικό κριτήριο. Η ανάδειξη του καθημερινού, του «γνώριμου» ή του «οικείου» διαφοροποιούν για τον Ελύτη τον Θεόφιλο από τους υπόλοιπους «ακαδημαϊκούς» μας ζωγράφους. Εντούτοις, οι εκπρόσωποι της Σχολής του Μονάχου, μεταξύ άλλων, μας άφησαν πλήθος από ηθογραφικές εικόνες, από αναπαραστάσεις της ελληνικής -συνήθως επαρχιακής- καθημερινότητας. Αυτό, βέβαια, που διατηρούν είναι πλέον ένα βλέμμα έξωθεν παρατηρητή, κάποιου που θεωρεί την οικεία του ελληνική πραγματικότητα αποστασιοποιημένα. Όπως, δηλαδή, αντικρίζει τα έργα του Θεόφιλου ο Ελύτης.

Απ' την άλλη μεριά, οι ζωγράφοι της Σχολής του Μονάχου εξιδανίκευσαν την καθημερινότητα και τους ήρωες της, όπως κάποιοι προκάτοχοί τους, σαν τον Θεόδωρο Βρυζάκη, τους αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης. Ο Θεόφιλος όχι. Οι εικόνες του είναι αντιηρωικές και απομυθοποιητικές. Ο Φώτης Κόντογλου απεικόνισε τον Αθανάσιο Διάκο με τη μορφή αρχάγγελου. Ο Κωνσταντίνος Παρθένης σαν καλόγερο που αποθεώνεται κατά την ανάληψή στους ουρανούς, απέναντι σε μια μορφή φορούσα περικεφαλαία, σαν αυτή του Λεωνίδα, του οποίου οι Θερμοπύλες γειτνιάζουν με την περιοχή που έδρασε ο Διάκος. Ο Θεόφιλος αρκείται στο να τον απαθανατίσει με εκείνο το χαρακτηριστικό στα έργα του βλέμμα, που αποφεύγει το θεατή σαν να τον ντρέπεται, ή σαν ο τελευταίος να τον εμποδίζει να δει τον κόσμο. Η αποθέωση του ήρωα ισχυροποιεί το μύθο ιστορικά, συχνά ως καθεστώς· η αγιοποίησή του τον εξορίσει στη μεταφυσική· η γειωμένη απεικόνιση του Αθανασίου Διάκου από τον Θεόφιλο τον αποκαθιστά σαν ζωντανό και αδικαίωτο θρύλο στον κόσμο της απαρέγκλιτης καθημερινότητας, που επιβιώνει στα μύχια του καθενός, σε αυτά που «κουβαλούσαμε στην ομαδική μας μνήμη από αιώνες, τα γνώριμα, τα οικεία». Σε αυτά αποβλέπει ο ποιητής, αυτά αποτελούν την πρώτη ύλη του και αυτά προβάλλει στο Θεόφιλο.

Το ταξίδι του Ελύτη στη Λέσβο θα μπορούσε να του προσφέρει πλήθος από άλλα δείγματα «λαϊκής» ζωγραφικής. Οι αναφορές σε λαϊκούς ζωγράφους που προηγούνται του Θεόφιλου είναι λίγες έως ανύπαρκτες, αποτελώντας και αυτοί άλυτες και «μυστήριες υποθέσεις». Ο Θεόφιλος όμως ζει ακόμα στις μνήμες των εκεί ανθρώπων, η φιγούρα του, η φυσιογνωμία του είναι ακόμα οικεία. Ό,τι εκκεντρικό και αντικείμενο χλευασμού υπήρχε σε αυτόν, η φουστανέλα, τα αυτοσχέδια εξαρτήματα που τον έκαναν άλλοτε Μεγαλέξανδρο και άλλοτε ήρωα της ελληνικής επανάστασης, ήταν ικανό να τον εξυψώσει γρήγορα, με λίγη φιλολογική βοήθεια, σε μύθο. Η συγχρονία της φυσικής παρουσίας του μπορούσε να προσφέρει το σύμβολο ενός ιδεολογήματος. Ο Θεόφιλος, ως «περσόνα» πλέον, φέρει ό,τι και η ζωγραφική του, όπως περίπου ονομάστηκε πριν. Οτιδήποτε ιστορικό επιβιώνει ως θραύσμα στην εικόνα του και αφομοιώνεται μέσα του.

Ο Ελύτης γράφει για την «επιμονή του στην εθνική στολή, που (...) συμβολίζει την ένταξή του μέσα στον εθνικό μύθο, τη μεταστοιχείωση του φανταστικού παρελθόντος σε απτό παρόν, τη συναρμογή των συμβόλων ζωής-τέχνης και την τελική σύμμειξή τους σ' έναν ενιαίο μύθο» (ό.π.). Ας σημειώσουμε εδώ πως, παρά την κριτική που μπορεί να ασκήσει κανείς στην επονομαζόμενη γενιά του '30, η σχέση της με την ελληνική ιστορία δεν ήταν καθόλου αφελής. Αναζήτησε το μίτο της παράδοσης, όχι (μόνο) εκεί που αυτή παρέμενε νεκροζώντανη στα μεγάλα αφηγήματα της ιστορικής συνέχειας, αλλά εκεί που τα ερείπιά της ανακατεύονταν με ό,τι άλλο, στο όνομα μιας αντίστοιχης πολιτισμικής, εσωτερικευμένης από τα σύγχρονά της υποκείμενα, στα πλαίσια της ατελέσφορης περιπέτειας που θα οδηγούσε σε μία νέα ιστορική σύνθεση. Ο Θεόφιλος προσέφερε το κατάλληλο παράδειγμα, το ιδανικό σύμβολο αυτής της «νέας περιπέτειας» που, χωρίς να συγκαταλέγεται σε κάποια συγκεκριμένη σχολή, συνεπικουρούμενο από τις μετά το θάνατό του ιδιοτελείς αναγνώσεις του έργου και της προσωπικότητάς του, εγκαινιάζει μία νέα παράδοση.

Η ζωγραφική παραγωγή, στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, χαρακτηρίζεται σε γενικές γραμμές από δύο συγγενικές παραδόσεις. Αυτήν της συνέχειας της βυζαντινής εικονογραφίας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Κρητική Σχολή, και από ένα άλλο είδος ζωγραφικής, εκείνης που, εκκινώντας από την εικονογραφία των βυζαντινών χρόνων, αφομοιώνει βαθμιαία αρκετά στοιχεία από άλλες παραδόσεις, με τρόπο σίγουρα όχι ακαδημαϊκό ή επιτηδευμένο. Πολλοί ζωγράφοι ακολούθησαν τα «μπουλούκια» των πετράδων που έχτιζαν τις οικίες των όλο και περισσότερων οικονομικά ευκατάστατων εμπόρων και προσέφεραν έναν ολόκληρο διακοσμητικό ζωγραφικό κόσμο, διανθισμένο με σκηνές της καθημερινότητας, με μορφές που ανάγονται σε τοπικούς μύθους, θρύλους και δοξασίες.

Όντως, ο Θεόφιλος δεν αποκλίνει από μια τέτοια παράδοση, που με τα χρόνια ονομάστηκε «λαϊκή». Δεν είναι ωστόσο ο πρώτος. Οι αλλεπάλληλες προσπάθειες εκσυγχρονισμού της Ελλάδας στα μεταεπαναστατικά χρόνια προσέθεσαν επιπλέον αναφορές, όχι απαραίτητα εικαστικές ή βυζαντινές, που γνώριζε από τον αγιογράφο παππού του, οι οποίες εμπλούτισαν την εικονογραφία του. Έτσι, το παράδειγμά του έγινε ακόμα καταλληλότερο προς περαιτέρω επενδύσεις. Η παράδοση που εγκαινιάζεται με τον Θεόφιλο δεν είναι αυτή των «ναΐφ» ζωγράφων. Είναι στην πραγματικότητα αυτή των «λόγιων» που οικειοποιούνται το παράδειγμά του, συχνά και την αισθητική του, για να κατακλύσουν το ελληνικό εικαστικό πεδίο με λαϊκότροπες και γεμάτες ευδαιμονία αναπαραστάσεις μιας «ποιητικής» και φαντασιακής καθημερινότητας, όπως αυτές του Γιάννη Τσαρούχη, ή αργότερα του Αλέκου Φασιανού.

Η μετακένωση χαρακτηριστικών μιας ζωγραφικής σαν του Θεόφιλου, καθώς και ο μύθος που ακολούθησε το πρόσωπό του, συνδυασμένη με τη φιλολογία για το αναδυόμενο ελληνικό φως των έργων του(!), έμελλε να γίνει αισθητικό καθεστώς στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Οι προβολές και οι επενδύσεις των μεταγενέστερων πάνω του θόλωσαν το βλέμμα απέναντι στο έργο του Θεόφιλου και καθήλωσαν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την παράδοση σαν ιδεολογικοποιημένο απόθεμα, σαν χώρο αντίστασης σε φαντάσματα που θύραθεν μας επιβουλεύονται, σαν δεξαμενή στην οποία μπορεί να προστρέξει κάποιος προς μιαν ιδιότυπη συλλογική και προσωπική αναδημιουργία.

Το 1976, το σύνολο του έργου του τέθηκε υπό «ειδική κρατική προστασία», σαν θησαυρός που πρέπει να φυλάσσεται «ειδικά», όπως κάτι που δε μπορεί να προστατευτεί με άλλον τρόπο. Αυτό που θέλει να προστατέψει η ελληνική πολιτεία στο μύθο του Θεόφιλου είναι το δόλια ενσταλαγμένο «συλλογικό ασυνείδητο». Όπως ακριβώς «ειδικά» συντηρείται ο μαρμάρινος ηρωισμός ή η βαλσαμωμένη ηθική δύναμη, το απολιθωμένο θάρρος και η παγωμένη ευψυχία μέσα στις μύριες προτομές και τα επιβλητικά πορτραίτα των μεγάλων της Ελλάδας και των φίλων της. Αυτών, που μαζί με άλλους σε ένα ιδιόμορφο πάνθεον, ο Θεόφιλος ζωγράφισε με μάτια να κοιτούν κάπου αλλού... Η ΑΥΓΗ: 26/09/2010

Saturday, October 2, 2010

Ο Θεόφιλος και ο μύθος του

  • ΤΗΣ ΛΗΔΑΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
  • Ανοιχτά ερωτήματα, με αφορμή την έκθεση της συλλογής της Εμπορικής Τράπεζας στο Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη 1, 15 Σεπτεμβρίου μέχρι 31 Οκτωβρίου)
Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, ο γνωστός μας Θεόφιλος, έχει καθιερωθεί ως ο κατ' εξοχήν ζωγράφος της «ελληνικότητας», Από τη λεγόμενη «γενιά του '30», που τον εναγκαλίστηκε με ιδιαίτερη θέρμη.

Σε αυτό συνέβαλε κυρίως η θεματική των έργων του, που αντλούσε από την αρχαία ελληνική μυθολογία, την ιστορία της επανάστασης του '21, τη νεοελληνική παράδοση αλλά και την καθημερινότητα της ζωής τής υπαίθρου. Συνέβαλε το, εκ πρώτης όψεως, λαϊκότροπο ύφος του, η ιδιόρρυθμη, γραφική παρουσία του, με φουστανέλα και τσαρούχια. Οι εμφανίσεις του σε σκηνές του θεάτρου όπου μεταμφιεζόταν στον Μεγαλέξανδρο ή σε ήρωες της ελληνικής επανάστασης.

Ο Θεόφιλος ήταν εύκολο να αποτελέσει, μέσα στο ιδεοληπτικό και ελληνοκεντρικό περιβάλλον τού μεσοπολέμου, την προσωποποίηση της αρχαιόπληκτης, ισοπεδωτικής και εύπεπτης εικόνας της αδιάρρηκτης ιστορίας του έθνους, της μεταρσιωμένης, στην «καλλιεργημένη ομαδική ψυχή του λαού μας» κατά τον ποιητή Γεώργιο Σεφέρη. Να προβληθεί ως «η ζωντανή παύλα που μας ενώνει με την πιο αυθεντική πλευρά του αγνοημένου εαυτού μας», όπως έχει γράψει ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης.

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, ο γνωστός μας Θεόφιλος, έχει, επιπλέον, καθιερωθεί, στην ιστορία της νεοελληνικής τέχνης ως ένας από τους σημαίνοντες ναΐφ εκπροσώπους της. Πράγματι, τα στοιχεία που μας οδηγούν στον ενστερνισμό της θέσης αυτής είναι πολλά:

Υπήρξε αυτοδίδακτος και διαδόθηκε ότι διατηρούσε κακές σχέσεις με τον αγιογράφο παππού του.
Η τεχνοτροπία του γειτνιάζει με τις πλαστικές και πλούσιες χρωματικές αξίες της λαϊκής τέχνης και παρεκκλίνει των οιωνδήποτε ακαδημαϊκών σχολών.

Η τοποθέτηση των φιγούρων του μέσα στο χώρο υπερβαίνει τα όρια του χρόνου, μέσα στα οποία αυτές κινούνται.

Όμως, οι είκοσι πίνακες της συλλογής της Εμπορικής Τράπεζας των έργων του Θεόφιλου, που εκθέτει το Μουσείο Μπενάκη, αποτελούν ένα μικρό αλλά και συνάμα προκλητικό δείγμα της δημιουργίας του.

Οι συμπαγείς, στιβαρές, απροσδιορίστου φύλου, φιγούρες του αποτυπώνονται μετωπικά ή σε προφίλ, με εξπρεσιονιστικές χειρονομίες. Συνδέουν τη μεσαιωνική γοτθική τέχνη της Δύσης με τη βυζαντινή τέχνη. Και ανατρέπουν την καθιερωμένη μονόπλευρη ερμηνεία τους.

Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα του εμφανίζονται σαν ηθοποιοί του θεάτρου. Η δράση τους αναδεικνύεται μέσα από τις εξεζητημένες κινήσεις τους. Μπροστά σε έναν διάκοσμο που φαντάζει εσκεμμένα ψεύτικος με τα, σαν από πλαστικό κατασκευασμένα, λουλούδια και τη λεπτή ανεμόσκαλα με το λυγισμένο σχοινένιο σκαλοπάτι που εμφανώς δεν μπορεί να αντέξει το βάρος του άνδρα που το αγγίζει με τη μύτη του παπουτσιού του.

Ενώ τα αισθαντικά, μικρά, βυζαντινότροπα στόματά τους εκφράζουν μιαν υποδόρια ειρωνεία απέναντι στο ρομαντισμό των υποδυόμενων τους εραστές. Των οποίων όμως τα βλέμματα δεν συναντώνται. Μια και ο Ερωτόκριτος ατενίζει το κενό.

Ανάλογα αντιμετωπίζονται από τον Θεόφιλο οι συντελεστές στο «Εν Σμύρνη τουρκικόν πεταλοποιείον». Οι οποίοι αποτυπώνουν ο καθένας τον ιδιαιτερότητά του την ιδιαίτερη, στιγμιαία και ακινητοποιημένη στάση του. Που μοιάζει έτσι σαν να την έχει απαθανατίσει ένας φωτογράφος. Τοποθετημένοι μέσα στον χώρο κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να δίνουν την αίσθηση του βάθους.

Στο «Ακρογιάλι», η αναγνωριζόμενη, από την ενδυμασία της και το ομπρελίνο της, ως αστή γυναικεία μορφή διακρίνεται μέσα από την αδεξιότητα του βηματισμού της, σε αντίθεση με τη λεπτή φιγούρα του στεκόμενου βαρκάρη που τη βοηθά ν' ανέβει στο πλεούμενό του. Η επίσης ανδροπρεπώς απεικονιζόμενη θεά Δήμητρα επιδεικνύει τη σοδειά της με μιαν απαθή έπαρση.

Είναι σαν καλλιτέχνης να κλείνει το μάτι στο θεατή, για να του υποδηλώσει την αλήθεια που κρύβεται μέσα στις συμβάσεις των κοινωνικών δρώμενων. Προβάλλοντας τα πάνω σε μια σκηνή και αναδεικνύοντας μέσα από την «άτεχνη» παραμόρφωση των συντελεστών τους τις «ατεχνίες» του πραγματικού ή του φανταστικού.

Οι είκοσι πίνακες της συλλογής της Εμπορικής Τράπεζας καταρρίπτουν το μύθο του «αφελή ζωγράφου» που θέλησε να πλάσει μια μερίδα διανοουμένων και λογοτεχνών.

Δημιουργούν κενά και ερωτηματικά. Που θα είχε ενδιαφέρον να τα ανιχνεύσουμε. Όπως το έπραξε η θεωρητικός της τέχνης Ντενίζ-Χλόη Αλεβίζου για τον επίσης παραγνωρισμένο Π. Δοξαρά.

Κενά και ερωτηματικά που έχουν να κάνουν με τις μορφοπλαστικές του αναζητήσεις και τις επιρροές του καθώς και το εσωτερικό περιεχόμενο των έργων του.

Ο Θεόφιλος πράγματι «καθάρισε το βλέμμα μας» με το έργο του, καθώς έγραψε ο Σεφέρης, ο οποίος, δεν είναι τυχαίο ότι συνέκρινε τον μανιερισμό του Θεοτοκόπουλου με τον μανιερισμό του Θεόφιλου.
Είναι πια καιρός να αντικρίσουμε και να κρίνουμε το έργο του με ένα βλέμμα καθαρό.
  •   Η ΑΥΓΗ: 26/09/2010

Wednesday, September 15, 2010

Ο Θεόφιλος που «έπλυνε την όρασή μας»

«Υστερα από τον Θεόφιλο δεν βλέπουμε πια με τον ίδιο τρόπο... Κι αυτό δεν μας το έφεραν περιώνυμοι μαντατοφόροι μεγάλων ακαδημιών... Ηταν ο Θεόφιλος που μας έδωσε ένα καινούριο μάτι. Επλυνε την όρασή μας, όπως αυγάζει ο ουρανός, και τα σπίτια, και το κόκκινο χρώμα, και το παραμικρό φυλλαράκι των θάμνων, ύστερα από την κάθαρση ενός απόβροχου. 

«Ακρογιάλι». Ελαιογραφία σε ύφασμα, 0,51x0,93 μ.  

Η άσκηση της ζωής έχει πολλά να κερδίσει από ανθρώπους σαν τον Θεόφιλο που βρήκαν το δρόμο τους, ψηλαφώντας, μόνοι, μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια μιας πολύ καλλιεργημένης, καθώς νομίζω, ομαδικής ψυχής, όπως είναι η ψυχή του λαού μας», έγραφε το 1947 ο Γιώργος Σεφέρης.

Ο ποιητής υποκλινόταν στο μεγαλείο της απλότητας ενός ζωγράφου που τα έργα του μοιάζουν τόσο απλά. Τόσο «εύκολα». Και γι' αυτό τόσο ανυπέρβλητα στη σύνθεση κι ειλικρινή στην απόδοση, όσο μόνον η μεγάλη λαϊκή τέχνη μπορεί να είναι. Μας το θυμίζει ευτυχώς η έκθεση «Θεόφιλος: Εργα από τη Συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας», που άνοιξε χθες τις πόρτες της για το κοινό στο Μουσείο Μπενάκη.

Το διαπίστωσε και ο διευθυντής του Μουσείου, Αγγελος Δεληβορριάς, λέγοντας χθες πως «xάρη στην Εμπορική Τράπεζα ανοίξαμε τη σεζόν στο Μουσείο Μπενάκη με μια έκθεση χαρμόσυνη, που θα μας θυμίσει πράγματα τα οποία δεν θα έπρεπε να έχουμε λησμονήσει».

Η έκθεση, που εγκαινιάστηκε στο κεντρικό κτήριο του Μουσείου, στην οδό Κουμπάρη, περιλαμβάνει συνολικά είκοσι φορητούς πίνακες από τη συλλογή έργων τέχνης της Εμπορικής Τράπεζας. Καλύπτουν το διάστημα από το 1928 μέχρι το 1933, φτάνουν δηλαδή μέχρι κι ένα χρόνο πριν από το θάνατο του ζωγράφου. Η συγκεκριμένη συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας -η οποία έχει στην ιδιοκτησία της συνολικά 600 έργα τέχνης- ξεκίνησε το 1951 και ολοκληρώθηκε το 1980. Με την εξαίρεση κάποιων μεμονωμένων περιπτώσεων, δεν έχει ποτέ εκτεθεί στο σύνολό της και δίνει τη μοναδική ευκαιρία στο κοινό να δει από κοντά ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς του Μυτιληνιού ζωγράφου.

«Εν Σμύρνη τουρκικόν πεταλοποιείον 1930». Ελαιογραφία σε ύφασμα, 0,86x1,14 μ. 

Τα έργα της συλλογής περιλαμβάνουν μια επιλογή από τη συνήθη θεματογραφία του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ (1870-1934): ιστορικές ή μυθολογικές σκηνές, παραστάσεις παρμένες από ταχυδρομικά δελτάρια και παλιές λιθογραφίες ή φωτογραφίες, τοπία και εικόνες της καθημερινής ζωής, και αποτυπώνουν, συνολικά και με χαρακτηριστικό τρόπο, τη σχέση του με τη ζωγραφική.
Η έκθεση συνοδεύεται από την ιστορική έκδοση της Εμπορικής Τράπεζας «Θεόφιλος» (Αθήνα 1967), με την επιμέλεια που είχαν κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Γιώργος Μανουσάκης, αλλά και με τα κείμενα του πρώτου, εμβόλιμα στην παρουσίαση 300 έργων του ζωγράφου.
  • Το αφιέρωμα του «Παρασκηνίου»
Επίσης, κατά τη διάρκεια της έκθεσης θα προβάλλεται στο Μουσείο Μπενάκη το αφιέρωμα της εκπομπής «Παρασκήνιο» με τίτλο «2003 - Θεόφιλος ξανά;», σε σκηνοθεσία Λάκη Παπαστάθη. Πρόκειται για μια επιστροφή στη μορφή και το έργο του Θεόφιλου, μέσα από τις δύο ιστορίες που προκύπτουν συνήθως όταν μιλά κανείς για τον σπουδαίο της Μυτιλήνης: Την ιστορία της δύσκολης ζωής του μέσα στη φτώχεια, την περιπλάνηση και την κακομεταχείρισή του από το κοινωνικό περιβάλλον της εποχής. Και αυτήν της ανακάλυψης του ταλέντου του από τον Τεριάντ και μετά τον θάνατό του από τη Γενιά του '30, που είδε στον Θεόφιλο τη συνέχεια της Ελληνικότητας, χρίζοντάς τον «άνθρωπο-σύνδεσμο, τη ζωντανή παύλα που μας ενώνει με την πιο αυθεντική πλευρά του αγνοημένου εαυτού μας» (Οδυσσέας Ελύτης, Ο ζωγράφος Θεόφιλος, Υψιλον/βιβλία, Αθήνα 1996). Υπάρχει και μια τρίτη «ιστορία», αυτή που προέκυψε όταν ο Λάκης Παπαστάθης ζήτησε για το «Παρασκήνιο» από τέσσερις σύγχρονους εικαστικούς να μιλήσουν για τον Θεόφιλο συνδέοντάς τον με το σήμερα.

«Υπήρξε τυχερός που τον ανακάλυψαν οι ποιητές πρώτα και μετά οι τεχνοκριτικοί», είχε διαπιστώσει για τον Θεόφιλο ο Λάκης Παπαστάθης. «...σαν να υπήρξε», σχολίαζε, «μια μυστική συμφωνία μεταξύ τους για το θαύμα της Τέχνης. Ο Θεόφιλος πάντα μας θυμίζει την ελπίδα της τέχνης, τον τρόπο που μπορεί κάποιος να δημιουργήσει έστω και με μια καθημαγμένη ζωή».

Η κοινή προσπάθεια του Μουσείου Μπενάκη με την Εμπορική Τράπεζα φανερώνει πως ακόμα και σε εποχές κρίσης, οι συνεργασίες υπέρ σημαντικών εικαστικών γεγονότων, έστω και μικρής έκτασης, όπως η παρούσα έκθεση, μπορούν να αποτελέσουν μια ουσιαστική πρόταση στο χώρο του πολιτισμού.

* Η έκθεση διαρκεί έως τις 31 Οκτωβρίου

Tuesday, September 14, 2010

Έργα του ζωγράφου Θεόφιλου στο Μουσείο Μπενάκη

Η έκθεση περιλαμβάνει συνολικά 20 έργα του Θεόφιλου
Η έκθεση περιλαμβάνει συνολικά 20 έργα του Θεόφιλου (Φωτογραφία:  Αρχείο ΔΟΛ )
  • Έργα του Θεόφιλου από τη συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας παρουσιάζονται στο Μουσείο Μπενάκη από τις 15 Σεπτεμβρίου. Η έκθεση, που εγκαινιάζεται στις 14 Σεπτεμβρίου στο Κεντρικό Κτίριο του Μουσείου, περιλαμβάνει ένα σύνολο είκοσι πινάκων από τη συλλογή έργων τέχνης της Εμπορικής Τράπεζας.
Δίνει την ευκαιρία στο κοινό να δει από κοντά ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς του Μυτιληνιού ζωγράφου, στο οποίο αποτυπώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο η ενασχόλησή του με τη ζωγραφική. Τα έργα της συλλογής περιλαμβάνουν μια επιλογή από τη συνήθη θεματογραφία του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ: ιστορικές ή μυθολογικές σκηνές, παραστάσεις παρμένες από ταχυδρομικά δελτάρια και παλιές λιθογραφίες ή φωτογραφίες, τοπία και εικόνες της καθημερινής ζωής.

Η συλλογή των είκοσι έργων του Θεόφιλου που παρουσιάζεται στην έκθεση περνάει στην κυριότητα της Εμπορικής Τράπεζας τη δεκαετία του 1980 και, με την εξαίρεση κάποιων μεμονωμένων περιπτώσεων, είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται στο κοινό στο σύνολό της. Η έκθεση συνοδεύεται από έκδοση σε επιμέλεια των Γιάννη Τσαρούχη και Γιώργου Μανουσάκη και κείμενα του Γιάννη Τσαρούχη, μια έκδοση που συγκεντρώνει πάνω από 300 έργα του ζωγράφου. Επίσης, κατά τη διάρκειά της θα προβάλλεται το αφιέρωμα της εκπομπής «Παρασκήνιο» με τίτλο 2003 - Θεόφιλος ξανά, σε σκηνοθεσία Λάκη Παπαστάθη.

Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 31 Οκτωβρίου.

Tuesday, August 31, 2010

Μεγαλέξανδρος με τσαρούχια

  • ΕΘΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

  • Στην εποχή του ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ υπήρξε στόχος αποδοκιμασιών και χλευασμού. Μετά τον θάνατό του ήρθε η αναγνώριση. Σήμερα μια έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη καλείται να τον γνωρίσει στους νέους και να διερευνήσει την αντοχή του στον χρόνο

Φορούσε πάντα φουστανέλα κι ας μην ήταν η φορεσιά της πατρίδας του, μια κάπα χειμώνα- καλοκαίρι και στα πόδια τσαρούχια, που από τις πολλές σόλες ήταν ασήκωτα. Στο χέρι βαστούσε μπαστούνι και σε έναν τορβά που κρεμόταν στον ώμο του έμπηγε ένα ξύλο με μια σημαία βυζαντινή, με τον αετό. Την παράξενη εμφάνιση συμπλήρωναν μακριά μαλλιά δεμένα κότσο με ένα κορδόνι, όπως κάνουν οι παπάδες, μεγάλα νύχια αλλά και μια ήρεμη, απόκοσμη έκφραση. Ετσι περιγράφουν τον Θεόφιλο όσοι τον γνώρισαν. Εναν πράο άνθρωπο που δεν έπινε, δεν κάπνιζε, απέφευγε τον κόσμο και δεν πήγαινε ποτέ σε καφενείο ή σε διασκεδάσεις αλλά ούτε και στην εκκλησία, παρ΄ ότι ζωγράφιζε εικόνες αγίων. Στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα όλα αυτά συγκεντρωμένα σε ένα πρόσωπο δεν μπορούσε παρά να συνθέτουν σκάνδαλο. Αλλά ειδικά στην περίπτωση του Θεόφιλου δημιουργούσαν εύκολο στόχο αποδοκιμασιών, χλευασμού, σκληρότητας. Εκείνος δεν γνώριζε ότι τα σύνεργα της ζωγραφικής, που έκρυβε στο σελάχι της φουστανέλας του, ήταν το μεγαλύτερο όπλο. Θα έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια και μόνο προς το τέλος της ζωής του κάποιοι θα τον αναγνώριζαν. Και αρκετά χρόνια ακόμη για να δημιουργηθεί ο μύθος γύρω από το όνομά του. Η έκθεση που γίνεται σε λίγες μέρες, από τις 15 Σεπτεμβρίου, στο Μουσείο Μπενάκη με έργα του από τη συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας, ξαναφέρνει τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ στο προσκήνιο. Είναι μια ευκαιρία γνωριμίας για τους νεότερους και μια αποτίμησή του στον 21ο αιώνα.
  • Πένητας και πλάνης

Θεόφιλος του Γαβριήλ Κεφάλα και της Πηνελόπης. Γεννημένος στη Βαρειά της Μυτιλήνης το 1868 ή το 1873, ήταν το πρώτο παιδί από τα οκτώ της οικογένειας. Ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης, ο πάππος του όμως από την πλευρά της μητέρας, ο Κωνσταντής Ζωγράφος ή Χατζημιχαήλ, ήταν επιτυχημένος αγιογράφος αλλά δεν συμπαθούσε διόλου τον Θεόφιλο.

Γράμματα δεν έμαθε, πώς θα μπορούσε άλλωστε ένα παιδί βραδύγλωσσο και ζερβό (αριστερόχειρας) να διαπρέψει στο σχολείο... Μεταξύ 15 και 20 χρόνων- οι γνώμες διίστανται- έφυγε για τη Σμύρνη, όπου έζησε περί τα 15 χρόνια. Εκεί άρχισε να ζωγραφίζει αλλά έργα από αυτή την περίοδο δεν σώζονται, φαίνεται όμως ότι έκανε και μικροθελήματα στο Προξενείο- σε μια προσωπογραφία του έχει γράψει: «Θυροφύλαξ Προξενείου Σμύρνης».

Αναγκάζεται να φύγει από την πόλη ύστερα από επεισόδιο με τις τουρκικές αρχές και στη συνέχεια τον βρίσκουμε στη Θεσσαλία όπου θα παραμείνει περί τα 30 χρόνια. Καφενεία, ταβέρνες, μαγαζιά, σπίτια, ακόμη και οι παράγκες των προσφύγων, που εν τω μεταξύ φθάνουν από τη Μικρά Ασία, θα γεμίσουν με τις ζωγραφιές του. Λίγοι όμως αντιλαμβάνονται την αξία τους και ελάχιστα είναι τα χρήματα που κερδίζει.

Η «ανακάλυψη» του Θεόφιλου γίνεται πρώτα από τον ζωγράφο Γιώργο Γουναρόπουλο το 1925 ενώ στη συνέχεια γνωρίζεται με τον τεχνοκρίτη Στρατή Ελευθεριάδη (Τeriade), ο οποίος θα τον βοηθήσει λόγω και έργω. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, το 1934, και ενώ δουλεύει παραγγελίες του Τeriade, θα αρρωστήσει, άγνωστο από τι, και θα πεθάνει μόνος στο σπιτάκι όπου έμενε. Κηδεύτηκε στο νεκροταφείο του Αγίου Παντελεήμονα αλλά ο τάφος του δεν υπάρχει πια.

Το 1976 το ελληνικό κράτος χαρακτήρισε ολόκληρο το έργο του Θεόφιλου ως «έργο ειδικής κρατικής προστασίας». Μια τιμή για τον «άνθρωπο-σύνδεσμο, τη ζωντανή παύλα που μας ενώνει με την πιο αυθεντική πλευρά του αγνοημένου εαυτού μας», όπως γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης.
  • Θεσσαλία
Δύο περίοδοι, η πρώτη στον Βόλο και στα γύρω χωριά και η δεύτε ρη στη γενέτειρά του τη Μυτιλήνη, ορίζουν κυρίως τη ζωή και το έργο του. Ο Τσαρούχης πιστεύει ότι η περίοδος της Θεσσαλίας περιλαμβάνει στις περισσότερες περιπτώσεις έργα που μοιάζουν σφιγμένα και δείχνουν την πίκρα αλλά και τον δισταγμό του ζωγράφου. «Και τίποτε να μην ξέραμε για τις φάρσες και τα χωρατά που έκαναν εις βάρος του οι χωριάτες στη Θεσσαλία, θα τα μαντεύαμε από την ειδική εκείνη απάθεια ορισμένων έργων του, τυπική περίπτωση υπερευαίσθητων καλλιτεχνών όταν κάτι τους εμποδίζει να πουν όλη τους την αλήθεια» γράφει.

Από τις εξαιρέσεις σίγουρα είναι οι τοιχογραφίες στο σπίτι του προστάτη του Γιάννη Κοντού στην Ανα κασιά του Ανω Βόλου, ένα από τα λίγα που σώζονται από την περίοδο αυτή, καθώς πολλά καταστράφηκαν από την πυρκαγιά του 1939 και από τους σεισμούς του 1955.

Με κάθε αφορμή πάντως, μια εθνική επέτειο ή τις Αποκριές, ο Θεόφιλος γινόταν Μεγαλέξανδρος! Πολλές είναι οι φωτογραφίες που τον απεικονίζουν ντυμένο σαν τον μακεδόνα στρατηλάτη, αλλά δεν έφθανε η μεταμφίεση μόνον. Εστηνε και θεατρικές παραστάσεις με τα παιδιά του σχολείου να παίζουν τους στρατιώτες του, προκαλώντας έτσι γέλια και πειράγματα, συχνά βάρβαρα.
  • Μυτιλήνη
Εκεί στη Θεσσαλία όμως ο Θεόφιλος θα δείξει τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής τέχνης του και θα δημιουργήσει τους προσωπικούς εικονογραφικούς τύπους του. Και όταν γυρίσει στη Μυτιλήνη θα παρουσιάσει, πιο ήρεμος πια, την παλέτα των κατακτήσεών του: λιγότερο σχέδιο αλλά περισσότερο χρώμα, που θα αποτελούσε εν τέλει το βασικό προσόν της ζωγραφικής του.

Τέλος, η συνάντηση του Θεόφιλου με τον Τeriade το 1929 στη Μυτιλήνη θα σημάνει την πιο ολοκληρωμένη ζωγραφικά περίοδο του καλλιτέχνη. Γιατί είναι πρώτη φορά που νιώθει αναγνώριση, επιπλέον ο Τeriade θα του δώσει τα μέσα για να ζει και τα υλικά για να ζωγραφίζει.

Λαϊκός τεχνίτης, ζωγράφος, συνεχιστής της παράδοσης της βυζαντινής τέχνης, εκφραστής της ελληνικότητας, ένας απλός ναΐφ καλλιτέχνης. Πολλοί χαρακτηρισμοί έχουν δοθεί στον Θεόφιλο αλλά ο επισκέπτης της έκθεσης μπορεί να δώσει τον δικό του. Κατά τη διάρκειά της θα προβάλλεται το αφιέρωμα της εκπομπής «Παρασκήνιο» με τίτλο «2003- Θεόφιλος ξανά», σε σκηνοθεσία Λάκη Παπαστάθη.  
  • Σοφός, τρελός, επαναστάτης
«Ο Θεόφιλος ανήκει στην αντίθετη παράταξη από αυτήν που ανήκουν οι δάσκαλοι, οι καθαρευουσιάνοι κι οι δημοτικιστές, οι ακαδημαϊκοί και οι μοντέρνοι, οι συντηρητικοί και οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες.

Είναι από τη μεριά των σοφών και των τρελών, παρέα με τον Σολωμό, τον παγωμένοθερμότατο Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον αναρχικό και άκρως πειθαρχημένο Καβάφη, τον τρελό Χαλεπά και όλους αυτούς τους φυσικά επαναστατημένους Ελληνες, μα εξίσου φυσικά συντηρητικούς, τους Ελληνες των οποίων η ευλογημένη μεγαλομανία έσπασε τα κλουβιά του διδασκαλισμού».

Αυτά γράφει ο Γιάννης Τσαρούχης στην πρώτη έκδοση των έργων του Θεόφιλου, το 1967 (Εμπορική Τράπεζα).
Ορίζοντας αμέσως, όπως γίνεται φανερό, και τη δική του διάσταση από την ακαδημαϊκή ζωγραφική που εκφράστηκε στην Ελλάδα από τους γερμανοσπουδαγμένους έλληνες καλλιτέχνες. Στον αντίποδα αυτών, ο Θεόφιλος, μια ιδιόμορφη, ανεξάρτητη προσωπικότητα, έτσι κι αλλιώς δημιούργησε τη δική του μυθολογία στη ζωγραφική με εφόδια μόνον όσα η φύση τού παρείχε.

Ενας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης που ζωγράφιζε επειδή μόνον αυτό ήξερεκαι προ πάντων αγαπούσενα κάνει, ένας δημιουργός που έκανε μεγάλη ζωγραφική χωρίς να ξέρει από ρεύματα, τάσεις, μέτρα και κανόνες.
  • ΜΑΡΙΝΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ-ΠΛΑΚΑ
  • Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης
  • «Η υπερβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς»
Κατ΄ αρχάς δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για ναΐφ ζωγράφο. Εναν ασπούδαστο και άτεχνο καλλιτέχνη,ο οποίος όμως έχει ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία στο έργο του. Γιατί ο Θεόφιλος έκανε συνθέσεις με αξιοθαύμαστο τρόπο,είχε μια ισοτονική αρμονία στα έργα του και μετέφρασε χρωματικά την ελληνική ύπαιθρο με τρόπο που δεν κατόρθωσαν άλλοι ζωγράφοι. Για όλα αυτά τον εκτιμώ πολύ. Και δεν είναι περίεργο που τον λάτρεψε η γενιά του ΄30 αφού αυτός είχε υλοποιήσει τα ιδανικά της, χωρίς φυσικά να το ξέρει. Πρέπει όμως να κρατάμε τα πράγματα στο επίπεδό τους και να τοποθετούμε τους καλλιτέχνες στις σωστές τους διαστάσεις. Να σταματήσουμε να βλέπουμε τον Θεόφιλο δίπλα στον Παρθένη, στον Γύζη ή στον Μόραλη. Αυτό είναι λάθος. Ο Θεόφιλος είναι ο μόνος καλλιτέχνης του οποίου ολόκληρο το έργο έχει κηρυχθεί εθνική πολιτιστική κληρονομιά. Δεν είναι υπερβολή; Μπορείς να κηρύξεις ως πολιτιστική κληρονομιά κάποια έργα, όχι όμως τον καλλιτέχνη. Εκτός κι αν είναι ο Φειδίας. Ο Θεόφιλος ζωγράφιζε παντού, ακόμη και σε μαξιλαράκια. Κηρύσσεις τα μαξιλαράκια πολιτιστική κληρονομιά; Είναι και λίγο αστείο...

-Σήμερα πάντως, στη διεθνή αγορά τέχνης δεν θα είχε καμία θέση. Γιατί η αγορά αυτή κινείται με άλλα κριτήρια και νόμους. Κανείς Ελληνας δεν μπορεί να εισχωρήσει εκεί,ούτε καν οι δικοί μας μεγάλοι. Και ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις. Στις δημοπρασίες που γίνονται στο Λονδίνο τα ελληνικά έργα πάνε μόνο σε ελληνικά χέρια, ποτέ σε ξένους.
  • ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΟΡΟΓΚΑΣ
  • Ζωγράφος,ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ
  • «Χωρίς τύχη στην ξένη αγορά»
Πιστεύω ότι η αίγλη του Θεόφιλου δεν έχει σβήσει,ούτε έχει αμβλυνθεί το όνομά του στη συνείδηση των ανθρώπων.Κι αυτό γιατί το έργο του είναι γνήσιο.Υπάρχουν πολλοί ναΐφ ζωγράφοι αλλά αυτός ήταν ο εξέχων,ο προικισμένος τόσο ώστε να υπερβαίνει τους άλλους.Στα έργα του υπάρχει διαύγεια και φωτεινότητα ενώ πέρα και πίσω από την εικονογράφηση των θεμάτων του κατορθώνει να δημιουργεί,εμμέσως και πλαγίως και χωρίς ο ίδιος να το ξέρει,επιφάνειες με χρωματικές αρμονίες υψηλής ποιότητας.

Θυμάμαι στην Ανακασιά του Βόλου ένα έργο στο οποίο έχει ζωγραφίσει τον νοικοκύρη επάνω στο άλογό του να φεύγει για κάποιο ταξίδι. Υπάρχει τέτοια μεταφυσική ατμόσφαιρα σε αυτή τη σκηνή που νομίζεις ότι αυτός ο άνθρωπος βαδίζει προς άλλο κόσμο...

Παρ΄ όλα αυτά δεν θα είχε καμία τύχη στις ξένες αγορές. Εχω διαπιστώσει ότι η ζωγραφική αλλά και η ποίηση (εξαιρουμένου του Καβάφη που ξέφυγε από τα ελληνικά σύνορα) είναι τοπική τέχνη. Κάθε λαός δηλαδή εισπράττει ό,τι είναι οικείο γι΄ αυτόν,και νομίζω ότι η έντονη προσωπικότητα του Θεόφιλου με την ελληνικότητά του και το ελληνικό φως είναι ξένα πράγματα για τους υπερβόρειους... Οσον αφορά το εμπόριο της τέχνης,εκεί έχουν δημιουργηθεί ήδη οι κανόνες,έχουν γίνει οι συμφωνίες, δύσκολα μπορεί κανείς να διαπεράσει το σύστημα.

Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη 1 και Βασιλίσσης Σοφίας, τηλ. 210 3671.000), «Θεόφιλος, έργα από τη συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας».
Διάρκεια: 15 Σεπτεμβρίου ως 31 Οκτωβρίου.