Showing posts with label Ιωακειμίδης Βαγγέλης. Show all posts
Showing posts with label Ιωακειμίδης Βαγγέλης. Show all posts

Sunday, January 23, 2011

Πίσω από μια κάμερα υπάρχει και η δημιουργία


Ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης μιλάει για το όραμά του στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης

  • Συνέντευξη στον Ηλια Μαγκλινη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011
Ο κοινός τόπος σύμφωνα με τον οποίο «ζούμε στην εποχή της εικόνας» δεν λέει όλη την αλήθεια. Η φωτογραφία, για παράδειγμα, ως τέχνη και ως μέσο, περνάει και αυτή τη δική της μεταβατική φάση, αλλάζει, μεταβάλλεται διαρκώς. Σε αυτό το πλαίσιο, το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, που ιδρύθηκε το 1998, και από το 2000 λειτουργεί στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης (Αποθήκη Α΄, 1ος όροφος), μέσα από ένα πλήθος δράσεων, προσπαθεί να βρίσκεται διαρκώς στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων.

«Την ονομάζουν όγδοη, αργοπορημένη τέχνη, τη φωτογραφία», μας είπε ο διευθυντής του μουσείου, Βαγγέλης Ιωακειμίδης, ο οποίος βρέθηκε για λίγο στην Αθήνα. «Για κάποιους είναι λαϊκή τέχνη, η αλήθεια όμως είναι ότι η φωτογραφία είναι μια παρεξηγημένη υπόθεση, και όχι μονάχα ως τέχνη». Πράγματι· «φωτογραφία; Μπορώ κι εγώ να το κάνω», λένε κάποιοι και δεν είναι λίγοι. Ή, επίσης, η διάχυτη, αβασάνιστη αίσθηση ότι ο φωτογράφος αναπαράγει παθητικά αυτό που βλέπει μέσα από την κάμερα ως ένας απλός αντιγραφέας του πραγματικού. Οι περισσότεροι, όμως, λησμονούν ότι πίσω από μια κάμερα βρίσκεται ένα μάτι, ένας νους, ένας συγγραφέας τρόπον τινά, που τελικώς μεταμορφώνει το πραγματικό. Ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης, ο οποίος βρίσκεται στο «τιμόνι» του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης από το 2005, μας δείχνει την κάρτα του μουσείου: ένα μικρό χάρτινο «κάδρο» με τα απαραίτητα στοιχεία τυπωμένα πάνω. «Ακόμα και έτσι προσπαθούμε να υπενθυμίζουμε στον κόσμο τη φιλοσοφία του κάδρου, που είναι η φωτογραφία. Οτι είναι μια σύνθεση, κάτι δημιουργικό και απαιτητικό. Γενικά, η στρατηγική που ακολούθησα από τότε που ανέλαβα τη διεύθυνση ήταν να αναδείξουμε τις διαφορετικές χρήσεις της φωτογραφίας, τις διαφορετικές περιόδους της, να δουλέψουμε σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο ταυτόχρονα, να μην περιοριστούμε στη Θεσσαλονίκη, αλλά να προωθήσουμε την ελληνική φωτογραφία σε άλλες πόλεις της Ελλάδας καθώς και στο εξωτερικό. Η φωτογραφία έχει και το πλεονέκτημα ότι είναι μια παγκόσμια γλώσσα, δεν χρειάζεται μετάφραση, και βέβαια, είναι γνωστό ότι η επίδρασή της στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση είναι άμεση και βαθιά».

Ο Β. Ιωακειμίδης δίνει μεγάλη έμφαση στην «ταυτότητα εκθεσιακού προγραμματισμού» του μουσείου, μέσα από τη δημιουργία εκθεσιακών κύκλων με συγκεκριμένη δομή προγράμματος και ποικίλες θεματικές, π.χ., «Ματιές στην πόλη», «Ελληνες κλασικοί φωτογράφοι», «Ελληνες της διασποράς», «Ελληνες και ξένοι δημιουργοί» κ.ά. «Μπορεί να είμαστε μονοθεματικό μουσείο», τονίζει ο Β. Ιωακειμίδης, «όμως θέλουμε διαρκώς να υπογραμμίζουμε τη σχέση της φωτογραφίας με τις άλλες τέχνες, με την ίδια τη ζωή πάνω απ’ όλα, έτσι ώστε να ανοιγόμαστε σε ένα ευρύ κοινό, πέρα από το ειδικό κοινό του χώρου».

Το έργο που επιτελέστηκε την τελευταία πενταετία (2006-2010) στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης αποτελεί, κατά τον κ. Ιωακειμίδη, πραγμάτωση ενός οράματος όσον αφορά τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η φωτογραφία ως φορέας γνώσης, ανακάλυψης, αλλά και συνάντησης του κοινού με το μέσο, με τους φωτογράφους, αλλά και με τον κόσμο, όπως αυτός απεικονίζεται μέσα από το βλέμμα των δημιουργών, όποια χρήση της φωτογραφίας και εάν υπηρετούν (φωτογραφία ντοκουμέντου, καλλιτεχνική, τεκμηριωτική, επιστημονική, φωτορεπορτάζ) είτε πρόκειται για παρουσίαση φωτογραφικών εκθεμάτων στο πλαίσιο μιας έκθεσης, μιας έκδοσης ή στο Διαδίκτυο.

«Στόχος του μουσείου», τονίζει ο κ. Ιωακειμίδης, «ήταν να μπορέσει να διαφυλάξει την πολιτιστική κληρονομιά και να προωθήσει τη σύγχρονη δημιουργία. Αυτός επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό την τελευταία πενταετία, καθώς οι συλλογές του μουσείου διπλασιάστηκαν και οι δράσεις αναπτύχθηκαν τόσο, ώστε οι φωτογράφοι να έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν δίκτυα γνωριμιών, ιδιαίτερα με το εξωτερικό, και να παρουσιάζουν το έργο τους και σε άλλες χώρες. Το μουσείο είχε ανάγκη επίσης να γίνει πιο εξωστρεφές και να μπορέσει να προσελκύσει το ενδιαφέρον του Τύπου και του κοινού. Και αυτοί οι στόχοι επιτεύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό, όπως αποδεικνύεται από τον όγκο της αποδελτίωσης και από την αύξηση της επισκεψιμότητας που σημειώθηκε σε εκθέσεις του μουσείου εντός του χώρου του, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού».

Το Μουσείο Φωτογραφίας περιλαμβάνει πέντε αρχεία με 100.000 φωτογραφικά αντικείμενα και πάνω από 2.500 έργα από 200 καλλιτέχνες. «Το 55% προέρχεται από Ελληνες δημιουργούς», υπογραμμίζει ο κ. Ιωακειμίδης, προσθέτοντας: «Είμαστε ο θεματοφύλακας του αρχείου Μπουασονά, έχουμε επίσης ένα αρχείο με πρωτότυπα έργα της Nelly’s. Τα παλαιά αρχεία ξεκινούν από 1880 και φτάνουν έως το 1970, ενώ τα αρχεία με σύγχρονα έργα ξεκινούν από 1970 και φτάνουν στο σήμερα».
  • Η PhotoBiennale
Μέσα στις πολλές δραστηριότητες του μουσείου περιλαμβάνεται και η PhotoBiennale, που αποτελεί μετεξέλιξη του παλαιότερου Φεστιβάλ Φωτογραφίας. «Το φεστιβάλ αυτό έχει ηλικία είκοσι ενός χρόνων και ήταν ετήσιο. Από το 2008 διοργανώνεται ανά διετία με μεγάλη επισκεψιμότητα. Ωστόσο, το να δαμάσεις την πόλη δεν είναι καθόλου εύκολο. Βεβαίως, η Θεσσαλονίκη έχει πλέον μια παράδοση στα φεστιβάλ. Το κοινό είναι μεν υποψιασμένο, όμως μπορεί να μεγαλώσει κι άλλο. Ποτέ δεν είμαστε ικανοποιημένοι και δεν αρκούμαστε με όσα καταφέρνουμε».
Τον ρωτούμε αν αισθάνεται πιο αισιόδοξος με τον νέο δήμαρχο. «Μακάρι να τα καταφέρει ο νέος δήμαρχος, διότι όποιος μπαίνει στη διοίκηση, τα πράγματα δυσκολεύουν. Τουλάχιστον ας πάει ένα βήμα μπροστά τη νοοτροπία, την αντίληψη. Δεν θα είναι καθόλου λίγο».
  • Καταξιωθήκαμε στον ευρωπαϊκό χάρτη
Κατά τον κ. Ιωακειμίδη, το μουσείο χρειαζόταν να εδραιωθεί στον ευρωπαϊκό χάρτη, ώστε να μπορεί, πρώτον, να διεκδικεί συνεργασίες με φορείς του εξωτερικού και να παρουσιάζει στο κοινό εκθέσεις διεθνούς σημασίας, και αντίστροφα να εξάγει εκθέσεις με ελληνικές φωτογραφίες στο εξωτερικό. Επίσης, να αυξήσει το κύρος του απέναντι σε χορηγούς, από την Ελλάδα και το εξωτερικό, και, τέλος, να δώσει την ευκαιρία στους Ελληνες φωτογράφους και στη συνέχεια σε δημιουργούς από την ευρύτερη περιοχή να θεωρούν το μουσείο ως έναν πόλο έλξης και συνάντησης με ειδικούς από τη φωτογραφία από όλο τον κόσμο (όπως και συμβαίνει τις περιόδους των PhotoBiennale που διοργανώνουμε και στα portfolio reviews). Θα έλεγα ότι αυτό επιτεύχθηκε, όπως φαίνεται από τις συνεργασίες με πληθώρα ελληνικών και διεθνών φορέων, από τη χορηγία της ελβετικής τράπεζας Pictet και από την παρουσίαση έκθεσης ελληνικής φωτογραφίας στη Νίκαια της Γαλλίας το 2008, προτού παρουσιαστεί στην Art-Athina και στη συνέχεια στον χώρο του μουσείου». Τα τελευταία χρόνια, το μουσείο έχει διοργανώσει 326 εκθέσεις, που παρουσίασε στον χώρο του, όσο και σε άλλους εκθεσιακούς χώρους σε πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού, τις οποίες επισκέφθηκαν περισσότερα από 500.000 άτομα.

Saturday, October 4, 2008

Ενηλικίωση μετά την ασπρόμαυρη εφηβεία

Ανταπόκριση της Βανεσσας Θεοδωροπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 5 Oκτωβρίου 2008

Ξεφυλλίζοντας τoν κατάλογο του αφιερώματος στην ελληνική φωτογραφία που πραγματοποιήθηκε μόλις πριν από δέκα χρόνια στη Νίκαια της Γαλλίας (35 Ελληνες φωτογράφοι, 800 έργα), καταλαβαίνουμε τι εννοούσε ο Jean-Pierre Giusto το βράδυ των εγκαινίων της έκθεσης «Δέκα όψεις της ελληνικής φωτογραφίας - Σύγχρονες τάσεις δημιουργίας» (18.9-9.11.2008), λέγοντας ότι η ελληνική φωτογραφία είναι μία από εκείνες που εξελίχτηκαν περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Ο διευθυντής του Théâtre de la Photographie et de l'Image που φιλοξενεί την εκδήλωση, έχει το μάτι του εξωτερικού παρατηρητή που καταφέρνει να εντοπίζει αρκετά πιο άνετα και απλά αυτό που συμβαίνει. Από το 1987 οργανώνει ένα «Σεπτέμβρη της Φωτογραφίας», αφιερωμένο κάθε χρόνο σε μια διαφορετική χώρα, ενώ το 1998 είχε συνεργαστεί στενά με τον Βαγγέλη Ιωακειμίδη, σημερινό διευθυντή του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, για την επιλογή του υλικού της πρώτης εκείνης ιστορικής έκθεσης.

Για τον Giusto, η ελληνική φωτογραφία έχει κάνει ένα τεράστιο ποιοτικό άνοιγμα: αποφορτισμένη από το «βάρος» (την «gravité») του ασπρόμαυρου, που κυριαρχεί τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά και από την ευθύνη μιας απαραίτητα «σοβαρής» θεματολογίας, λειτουργεί πλέον αυτόνομα, σαν μια ολοκληρωμένη μοντέρνα τέχνη. Οι εικόνες, ή μάλλον τα «έργα», των δέκα φωτογράφων που επέλεξε για την έκθεση της Νίκαιας ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης σε συνεργασία με τον Jean-Pierre Giusto, δεν έχουν πράγματι τίποτα να ζηλέψουν από εκείνα των ομότεχνών τους που εκτίθενται στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, ή που πωλούνται συχνά έναντι αστρονομικών ποσών στις διεθνείς φουάρ.

  • Η εξέλιξη

Πού οφείλεται όμως αυτή η «καθυστέρηση», και τι άλλαξε τα τελευταία δέκα χρόνια στον χώρο της φωτογραφίας στη χώρα μας; Μπορούμε να μιλήσουμε για ιδιαιτερότητες, για στυλιστικές τάσεις, ή έστω για μια υπερισχύουσα θεματολογία; Ή από τη στιγμή που έγινε σύγχρονη η ελληνική φωτογραφία έγινε επίσης παγκοσμιοποιημένη;

Η απάντηση του Βαγγέλη Ιωακειμίδη στο πρώτο ερώτημα είναι σαφής, πραγματιστική. Η εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας (όπως και της σύγχρονης τέχνης γενικότερα), έχει άμεση σχέση καταρχήν με την εμπειρία του εξωτερικού (οι εννιά στους δέκα φωτογράφους που παρουσιάζουν δουλειά τους στη Νίκαια έχουν κάνει σπουδές στο εξωτερικό), και κατά δεύτερο λόγο με την είσοδό της στον κόσμο των γκαλερί και της αγοράς. Είναι επόμενο και φυσικό, μια τέχνη να εξελίσσεται και να προοδεύει εκεί που υπάρχουν θεσμοί που την υποστηρίζουν, σχολές ή αυτόνομοι χώροι που επιτρέπουν τον πειραματισμό και την έρευνα, καλλιτέχνες που ανταλλάσσουν απόψεις, κοινό και ειδικοί που ενδιαφέρονται και κρίνουν. Οι περισσότεροι Ελληνες φωτογράφοι, μας εξηγεί ο διευθυντής του ΜΦΘ, μόλις τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να ορίζουν με πιο συγκεκριμένο τρόπο τι θέλουν να πουν με τις εικόνες τους, αλλά και να αισθάνονται την αποδοχή του ευρύτερου καλλιτεχνικού χώρου.

Η ίδια η ιστορία της σύγχρονης, ή «νέας» ελληνικής φωτογραφίας, δεν ξεπερνάει άλλωστε τις τρεις δεκαετίες. Μέχρι τα τέλη περίπου της δεκαετίας του εβδομήντα, οι περισσότεροι φωτογράφοι παραμένουν στην υπηρεσία του μύθου της ελληνικότητας, στη μνημειακή απεικόνιση της κλασικής Ελλάδας, ενώ μετά τον πόλεμο και τη δικτατορία, προέχει η διερεύνηση και η ανάδειξη της νέας ιστορικής πραγματικότητας. Κοινωνικά ή νατουραλιστικά ντοκουμέντα, πορτρέτα, τοπιογραφίες, τα άλμπουμ των σημαντικότερων Ελλήνων φωτογράφων της εποχής απαθανατίζουν την καθημερινότητα, τα ήθη και τα έθιμα της αθέατης Ελλάδας. Οι φορμαλιστικές ανησυχίες και οι πειραματισμοί των ευρωπαϊκών πρωτοποριών των αρχών του αιώνα ή του Μεσοπολέμου (κολλάζ, φωτομοντάζ, αφηρημένη ή εννοιολογική φωτογραφία) δεν φαίνεται να απασχολούν ιδιαίτερα μια γενιά φωτογράφων που ενδιαφέρεται να αφηγηθεί ιστορίες.

Τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν τη δεκαετία του ογδόντα, με τη δημιουργία θεσμών όπως το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών (1979), η Κρατική Σχολή Φωτογραφίας (1985), ο Διεθνής Φωτογραφικός Μήνας της Αθήνας (1987), η Φωτοσυγκυρία (1989) και ο Φωτογραφικός Κύκλος (1988). Το 1997 γράφει ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης στον κατάλογο της έκθεσης της Νίκαιας: «Η θεώρηση που μπορούμε να έχουμε για την ιστορία της φωτογραφίας είναι πιο ξεκάθαρη, οι τοποθετήσεις των σύγχρονων φωτογράφων έχουν την τάση να γίνονται πιο σαφείς».

Μπαίνοντας στο Théâtre de la Photographie, αφού παρακάμψουμε την απογοητευτική αφίσα του «Σεπτέμβρη της Φωτογραφίας» που παρά τα όσα ειπώθηκαν παραπάνω επιμένει σε μια αρκετά γραφική παρουσίαση της «Νεαρής ελληνικής φωτογραφίας» (σύμφωνα με τον βιαστικά επιλεγμένο υπότιτλο της γαλλικής διοργάνωσης) οι πρώτες εικόνες που μας υποδέχονται ανήκουν στον Γιώργη Γερόλυμπο. Υπό τον τίτλο «Mare Liberum» («η θάλασσα ανήκει σ’ αυτόν που ταξιδεύει») ο καλλιτέχνης (και συγχρόνως διδάκτωρ της Ιστορίας της Τέχνης και αρχιτέκτονας) παρουσιάζει μια σειρά από μίνιμαλ θαλασσινές «θέες», παραλλαγές σε αποχρώσεις του μπλε και του γκρι, με κυρίαρχο μοτίβο την οριζόντια γραμμή του ορίζοντα. Η μουσικότητα των εικόνων ανταγωνίζεται το κάλεσμα για αναστοχασμό, ο φωτογράφος μας μιλάει για τη σχέση του με το χρόνο, ανασύρει στιγμές και επιθυμίες, ξετυλίγει σκέψεις για τη σχεδόν αρχετυπική μας σχέση με το απέραντο γαλάζιο, αλλά και τη διάθεσή του να απαθανατίσει τα καλοκαιρινά τοπία όταν η γιορτή των διακοπών έχει παρέλθει.

Στις εικόνες του Γιώργου Κορδάκη, η θάλασσα και η παραλία μοιάζουν αντίθετες με το πρόσχημα για ένα «ελαφρύ» σχόλιο πάνω στην ενίοτε αποικιοκρατική σχέση μας με τα ειδυλλιακά τοπία, που μετατρέπονται στη σειρά Global Summer 2005 - 2008 σε θολές γραφιστικές εικόνες, μικρομακέτες με στρατιές από ανθρωπάκια και καλοκαιρινά αξεσουάρ.

Στις ιδιαίτερα θεαματικές φωτογραφίες του Νίκου Μάρκου, η θάλασσα, όποτε είναι παρούσα, λειτουργεί πάλι ως στοιχείο της σύνθεσης. Ο καλλιτέχνης δομεί με δεξιοτεχνία τα τοπία του, είτε παίζοντας με το κάδρο και τις αναλογίες είτε με την προοπτική είτε με το ίδιο το συμβάν στο οποίο παραπέμπουν οι σκηνές που επιλέγει να φωτογραφίσει. Ενα ναυάγιο, ένα αρχιτεκτονικό ερείπιο, μια βίαιη αστική παρέμβαση στη Φύση, ένα τέρμα ξεριζωμένο κι ένα δεύτερο που στέκει έρημο κι ατάραχο στην παραλία, αποκτούν πλαστική αίγλη, δραματική ή συμβολική διάσταση...

Απέναντί τους, οι εικόνες του Πάρι Πετρίδη, από τη σειρά Σημειώσεις στην άκρη του δρόμου, σταματούν το βλέμμα μας σε φαινομενικά ασήμαντες ή «πληκτικές», όπως λέει ο ίδιος, καταστάσεις και τοπία της ελληνικής επαρχίας, που ο φακός όμως έχει καταφέρει να ανάγει σε εικόνες με νόημα.

  • Αδεια ντεκόρ

Σε μια διπλανή αίθουσα, οι υποβλητικές, έντονα ατμοσφαιρικές, σχεδόν υπαρξιακές φωτογραφίες του Πάνου Κοκκινιά (μαθητής του Philippe - Lorca di Corcia και του Gregory Crewdson) μας μεταφέρουν σε κλίμα πιο κινηματογραφικό, παίζοντας με το συσπένς, την αισθητική του σύγχρονου ψυχολογικού βίντεο, αλλά και τη μεγάλη ζωγραφική του 17ου αι. (Θεώνη, 2006). Οι μοναχικές φιγούρες του Ελληνα φωτογράφου στέκουν σε τεράστια άδεια ντεκόρ (ένας διάδρομος ξενοδοχείου, μια αίθουσα αναμονής, η είσοδος ενός γκαράζ, ένα τούνελ), χώρους επιφανειακά ανώδυνους αλλά τελικά δραματικά ανοίκειους...

Σε εντελώς άλλο κλίμα, η σειρά πορτρέτων του Στράτου Καλαφάτη (Journal 1998-2002) μας φέρνει αντιμέτωπους με μια σειρά από γυναικείες φιγούρες που μας κοιτούν, σε πρώτο πλάνο, με αφύσικα φόντο, έντονα χρώματα και τεχνητούς φωτισμούς.

Οι δύο από τις τρεις γυναίκες φωτογράφους της έκθεσης, Χριστίνα Δημητριάδη και Δήμητρα Λαζαρίδου, συμμετέχουν με φωτογραφίες στις οποίες σκηνοθετούν και φωτογραφίζουν η πρώτη τον εαυτό της (Θεσσαλονίκη Σαλόνι Ι, 1996, Βερολίνο, Υπνοδωμάτιο, 1996, Obscure passages, Βερολίνο, 2003...) και η δεύτερη «οικεία» πρόσωπα (Within the mind) σε εσωτερικά διαμερισμάτων. Η προσωπικότητα ως κατασκευή ή ρόλος, ο ετεροπροσδιορισμός του ατόμου από το οικογενειακό ή κοινωνικό του περιβάλλον, η απομόνωση και η επικοινωνία είναι μερικά από τα ζητήματα που διαπραγματεύονται με μεγάλη δεξιοτεχνία αυτές οι εικόνες. Τέλος, ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος, «περιηγητής» με ένα βλέμμα - φακό στο ίδιο του το σπίτι ιδωμένο ως απέραντο (ψυχο)«τοπίο», εκθέτει αποσπάσματα, τα «βιωματικά του γλυπτά» όπως τα αποκαλεί ο ίδιος (Landscape 1, 7, 8…), ενώ η Ευαγγελία Κρανιώτη παρουσιάζει ένα μέρος από το βιβλίο της με τίτλο Au moment X. Μια σειρά από cadavre exquis (το γνωστό παιχνίδι των υπερρεαλιστών) συνοδεύει, χωρίς λογικό συσχετισμό, σαν τυχαίοι συνειρμοί, εικόνες που η καλλιτέχνις συνέλεξε στα ταξίδια της, δημιουργώντας σύντομες ποιητικές αφηγήσεις γεμάτες αισθησιασμό.

  • Αναγνωρισμένοι

Οι δέκα συμμετέχοντες στην έκθεση «Δέκα όψεις της ελληνικής φωτογραφίας» είναι, με εξαίρεση τη νεαρή Ευαγγελία Κρανιώτη, αναγνωρισμένοι καλλιτέχνες, με σημαντικό έργο, συμμετοχές σε εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, προσωπική γραφή. Σύμφωνα με τον Βαγγέλη Ιωακειμίδη, η δουλειά τους είναι αντιπροσωπευτική της εγχώριας φωτογραφικής δημιουργίας. Πέρα από οποιαδήποτε προσπάθεια θεωρητικοποίησης, εκείνο που τους χαρακτηρίζει και τους ξεχωρίζει, μας εξηγεί, είναι η ποιότητα της δουλειάς τους, το γεγονός ότι λειτουργούν πια ως ολοκληρωμένοι επαγγελματίες καλλιτέχνες.

Στην αγορά, τα έργα που είδαμε κοστολογούνται από 2,5 έως 12 χιλιάδες ευρώ. Οσον αφορά τη θεματολογία τους, ο ίδιος ξεχωρίζει τρεις γενικές κατηγορίες: τη σχέση προς τον περιβάλλοντα χώρο, την αφήγηση του προσωπικού χρόνου και την εξερεύνηση των αυτοβιογραφικών ορίων. Η έκθεση της Νίκαιας αποτελεί πράγματι ένα πανόραμα από ιδιαίτερα όμορφες, ελκυστικές έγχρωμες εικόνες, σε πολύ προσεγμένες εκτυπώσεις, ως επί το πλείστον μεγάλου μεγέθους. Το βλέμμα των φωτογράφων φαίνεται απαλλαγμένο από κάθε προκλητικά ειρωνική διάθεση – ακόμα κι όταν σχολιάζουν μια κατάσταση, το ύφος τους είναι αποστασιοποιημένο, στοχαστικό. Αν κάτι απουσιάζει εντυπωσιακά από αυτή τη σύγχρονη ελληνική φωτογραφία είναι ίσως η οξύτητα, το ωμό κριτικό πνεύμα, μια τέχνη που να επιθυμεί να καταγγείλει άμεσα ή ακόμα και να σοκάρει, μια τέχνη ανατρεπτική τόσο στη φόρμα όσο και στο περιεχόμενο της.

  • Ιnfo: «Δέκα όψεις της ελληνικής φωτογραφίας - Σύγχρονες τάσεις δημιουργίας». Εκθεση φωτογραφίας στο Théâtre de la Photographie et de l’Image, Νίκαια (18.9-9.11)

Wednesday, September 24, 2008

Ουρές στη Νίκαια για Ελληνες φωτογράφους


Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 24/09/2008

Η σύγχρονη ελληνική φωτογραφία πρωταγωνιστεί αυτές τις μέρες στη Νίκαια της Γαλλίας χάρη στην έκθεση που συνδιοργανώνουν το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (ΜΦΘ) και το Theatre de la Photographie et de l' Image της Νίκαιας (ΤΡΙ). Βρεθήκαμε στα εγκαίνια της έκθεσης την περασμένη Παρασκευή (με πρόσκληση του ΜΦΘ).

Αριστερά: Φωτογραφία του Στράτου Καλαφάτη από τη σειρά «Saga» που τράβηξε στην Ιαπωνία (παραχώρηση: γκαλερί Kalfayan, Θεσσαλονίκη, Αθήνα και του καλλιτέχνη) Δεξιά: Βερολίνο, Studio 1996. Φωτογραφία της Χριστίνας Δημητριάδη (παραχώρηση: γκαλερί Ελένη Κορωναίου, Αθήνα και της καλλιτέχνιδος)
Το ιδιαίτερα μεγάλο ενδιαφέρον, με το οποίο υποδέχτηκαν οι κάτοικοι της γαλλικής πόλης την έκθεση μάς εξέπληξε ευχάριστα. Στο πλήθος που έσπευσε, σχηματίζοντας μάλιστα ουρά πριν να ανοίξουν οι πόρτες, διακρίναμε -πέραν από τους «συνήθεις υπόπτους» φιλότεχνους- από ηλικιωμένους μέχρι πιτσιρικάδες με ράστα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Νίκαια ρίχνει προβολείς στην ελληνική φωτογραφία. Δέκα χρόνια πριν, στο πλαίσιο του «Σεπτεμβρίου της φωτογραφίας», είχε διοργανωθεί ένα (ιστορικό εκείνη τη φορά) αφιέρωμα στην ελληνική φωτογραφία από τις αρχές της (1850) μέχρι τις μέρες μας.
Ο πρόεδρος του ΜΦΘ Βαγγέλης Ιωακειμίδης, που τότε είχε δουλέψει με άλλη ιδιότητα, αυτήν του γενικού επίτροπου του ΥΠΠΟ, είπε: «Αυτό που είχαμε πετύχει τότε φαινόταν ακατόρθωτο. Πίστευα πως το επόμενο αφιέρωμα στην ελληνική φωτογραφία θα γινόταν έπειτα από 100 χρόνια. Εγινε όμως στα δέκα. Το έφεραν οι συγκυρίες, η τύχη και συγκεντρώθηκαν όλες οι προϋποθέσεις».Μία από τις προϋποθέσεις αυτές ήταν και η νέα, πολλά υποσχόμενη, γενιά δημιουργών -όλοι τους με σπουδές στο εξωτερικό- που έχει αναδειχτεί τα τελευταία χρόνια. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, οι επιμελητές της έκθεσης Βαγγέλης Ιωακειμίδης (διευθυντής του ΜΦΘ) και Ζαν Πιέρ Ζιστό (διευθυντής του ΤΡΙ), επέλεξαν για την έκθεση ανάμεσα στους Ελληνες φωτογράφους τους γεννημένους ως επί το πλείστον στα τέλη της δεκαετίας του '60, έτσι ώστε να διαμορφωθεί μια αφήγηση της πρόσφατης ελληνικής δημιουργίας. Ο Ζαν Πιέρ Ζιστό δήλωσε, μάλιστα, ενθουσιασμένος: «Είναι τεράστια η εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια!»

Προέκυψε μια εξαιρετικά καλοστημένη έκθεση εκατό φωτογραφιών, στην οποία δεν υπογραμμίζεται το θεματικό περιεχόμενο τόσο όσο η γραφή του κάθε δημιουργού. Και πράγματι η ποικιλία ήταν αξιοθαύμαστη. Είναι άλλωστε γνωστό πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη «σχολή». Ολοι τους, πάντως, δουλεύουν πολύ το χρώμα και δίνουν πλέον μεγάλη σημασία στη λεπτομέρεια. Τρεις είναι οι άξονες που προέκυψαν: η σχέση προς τον περιβάλλοντα χώρο (φυσικό ή ανθρωπογενή), η αφήγηση του προσωπικού χρόνου (μέσα από επινοημένες εικόνες, αναμνήσεις ή αυτοτελείς ιστορίες) και η εξερεύνηση των αυτοβιογραφικών ορίων.

Στα έργα του Γιωργή Γερόλυμπου παρουσιάζεται η θάλασσα σε διάφορες εκφάνσεις της, χωρίς όμως να λείπει το διακριτικό σχόλιο. Βλέπουμε ένα τοπίο θάλασσας με τις υποδομές που αφήνουν οι τουρίστες πίσω τους τον Σεπτέμβριο ή μια πισίνα σε δυσθεώρατο ύψος στην Καλντέρα. «Χρειαζόταν;», αναρωτιέται ο καλλιτέχνης, που επιλέγει να σχολιάζει και όχι να καταγγέλλει. «Η καταγγελία αφορά άλλους κλάδους της φωτογραφίας, όπως το ρεπορτάζ, όχι την τέχνη», υποστηρίζει.

Ο Πάρις Πετρίδης αναδεικνύει όψεις της ελληνικής υπαίθρου. Οι φωτογραφίες του προέρχονται από την συλλογή του «σημειώσεις στην άκρη του δρόμου». Και πράγματι, όπως λέει, «τραβήχτηκαν σε δρόμους που όλοι οδηγούμε. Κοινότοπα μέρη που όλοι βλέπουμε αλλά προσπερνάμε. Θέλησα να φτιάξω μια φωτογραφία που να έχει νόημα, μέσα από μέρη που είναι βαρετά».

Ακολουθούν οι καλοκαιρινές εικόνες του Γιώργου Κορδάκη, ο οποίος αντιμετωπίζει με ελαφρότητα ένα φαινόμενο που άλλοι αντιμετωπίζουν επικριτικά. Οι σειρές των λουομένων στην παραλία, αλλά κυρίως των ομπρελών, αποτελούν αφορμή για να αναπτυχθεί ένας πλαστικός ρυθμός γύρω από γραμμικά μοτίβα, ενώ οι μετατροπές των χρωμάτων μάς απομακρύνουν από τον πραγματικό κόσμο.

Το έργο του Νίκου Μάρκου κατευθύνεται σε μια πλαστική ανάγνωση του τοπίου, το οποίο κατά κάποιον τρόπο είναι σαν να μιλάει, όπως στην περίπτωση ενός μισοβυθισμένου πλοίου.

Ο Πάνος Κοκκινιάς απεικονίζει το επιβλητικό αστικό τοπίο με τέτοια μαεστρία ώστε συχνά να μοιάζει με σκηνικό κινηματογραφικής ταινίας.

Η Ευαγγελία Κρανιώτη φωτογραφίζει τοπία αλλά και πρόσωπα, εμπνεόμενη από τις αρχές των σουρεαλιστών. «Η συγκεκριμένη σειρά», λέει, «αποτελείται από φωτογραφίες ετερόκλητες μεταξύ τους , που συνδέονται μέσω των μικρών κειμένων που υπάρχουν δίπλα. Δημιουργείται έτσι ένα σενάριο».

Ο Στράτος Καλαφάτης θέτει σε διάλογο την ανθρώπινη μορφή με το πάντα έντονο τοπίο. Στο έργο της Χριστίνας Δημητριάδη το υποκείμενο παρουσιάζεται με τάση να εξαφανίζεται, επιτρέποντας στον χώρο να παίζει πρώτο ρόλο. Ενώ η Δήμητρα Λαζαρίδου παρουσιάζει «εικόνες καθημερινές, δικών μου ανθρώπων που βρίσκονται βυθισμένοι στις σκέψεις τους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν επικοινωνούν μεταξύ τους».

Τέλος, ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος επιχειρεί μέσα από τις εικόνες «ένα ψυχογράφημα του προσωπικού μου σύμπαντος», όπως μάς είπε ο ίδιος. «Θέλω μέσα από τις φωτογραφίες μου να πετύχω αυτό που λέμε καθαρό αίσθημα, κάτι που τόσο λείπει από την εποχή μας».

* Η έκθεση πραγματοποιήθηκε με την οικονομική υποστήριξη του ΥΠΠΟ, του Ιδρύματος Φ. Κωστοπούλου και την ευγενική χορηγία της Ορφεύς Βεϊνόγλου. Διάρκεια έως 9 Νοεμβρίου.