Showing posts with label Κανιάρης Βλάσης. Show all posts
Showing posts with label Κανιάρης Βλάσης. Show all posts

Wednesday, September 7, 2011

Ελληνική αβανγκάρντ στη Νέα Υόρκη


  • ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΒΛΑΣΗ ΚΑΝΙΑΡΗ ΣΕ ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΓΚΑΛΕΡΙ «ΤΗΕ ΤΕΑΜ»
  • Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ

Ιστορικά έργα του Βλάση Κανιάρη, του κορυφαίου Ελληνα εικαστικού και σημαντικού εκπροσώπου της ευρωπαϊκής αβανγκάρντ, ο οποίος μας «αποχαιρέτησε» τον περασμένο Μάρτιο σε ηλικία 83 ετών, παρουσιάζονται από τις 15 Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη.
Ο «Τουρίστας», ένα από τα έργα του Βλάση Κανιάρη που ταξίδεψε στη Νέα ΥόρκηΟ «Τουρίστας», ένα από τα έργα του Βλάση Κανιάρη που ταξίδεψε στη Νέα ΥόρκηΕξι γλυπτικές εγκαταστάσεις, που δημιούργησε μεταξύ του 1973 και του 1974, έχουν ήδη κατακλύσει τους εκθεσιακούς χώρους της νεοϋορκέζικης γκαλερί «The Team», που βρίσκεται στο νούμερο 47 της οδού Γούστερ. Τα γνώριμα, «φτωχά» υλικά που αξιοποίησε ο Βλάσης Κανιάρης, ο γύψος, τα φθαρμένα ρούχα, οι βαλίτσες, τα κιβώτια, τα αινιγματικά, ακέφαλα ανδρείκελα από σύρμα («Μετανάστες») ταξίδεψαν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Να θυμίσουμε ότι αυτή είναι η δεύτερη σημαντική παρουσίαση του έργου του στην αμερικανική μητρόπολη. Η πρώτη ήταν το 2003, όταν στις αίθουσες του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού είχε παρουσιαστεί ένα σημαντικό μέρος της δουλειάς του στην έκθεση «Ο,τι θέλει ο λαός...», σε επιμέλεια Μάνου Στεφανίδη.

Wednesday, March 2, 2011

Πέθανε ο εικαστικός Βλάσης Κανιάρης

  • Σε ηλικία 83 ετών άφησε την τελευταία του ο Βλάσης Κανιάρης, εικαστικός με διεθνή σταδιοδρομία.

  
Ο Κανιάρης, γεννήθηκε το 1928 στην Αθήνα, φοίτησε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, ενώ το 1975 εκλέχθηκε καθηγητής στην έδρα ζωγραφικής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Από το 1947 συνδέονταν φιλικά και επαγγελματικά με τον Γιάννη Τσαρούχη και το 1953 υπό την επίβλεψή του πραγματοποίησε τα σκηνικά για την ταινία "Στέλλα" του Μιχάλη Κακογιάννη. 

Το 1953 παντρεύεται τη σύντροφο τη ζωής του Μαρία Λίνα. Το 1956, όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του εγκαθίσταται στη Ρώμη όπου και έζησε έως το 1960. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Στο διάστημα αυτό σχεδιάζει αφηρημένα έργα και στη συνέχεια εκθέτει τόσο στη Ρώμη όσο και στην Αθήνα με τα έργα του να εκτίθενται μαζί με αυτά άλλων καταξιωμένων καλλιτεχνών διεθνούς φήμης. 

Το 1960 εγκαθίσταται στο Παρίσι και "προσχωρεί' στο κίνημα των "Νέων Ρεαλιστών" τα έργα του εκτίθενται σε πολλές γκαλερί του Παρισιού και γίνεται αποδεκτός και από την εκεί καλλιτεχνική κοινότητα. 

Το 1969 επιστρέφει για μικρό χρονικό διάστημα στην Αθήνα. Εκθέτει έργα από γύψο με θέμα την λογοκρισία και την έλλειψη ελευθεριών που χαρακτήριζε την εποχή. Μέλος της "Δημοκρατικής Άμυνας" δεν είχε άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψει τη χώρα για άλλη μια φορά. 

Έκτοτε ο Κανιάρης, ο οποίος έχει κερδίσει το σεβασμό της διεθνούς καλλιτεχνικής κοινότητας, εξέθετε τα έργα του σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις αποσπώντας επαίνους και το θαυμασμό γι΄αυτά.

Wednesday, March 17, 2010

Τιμητικό βραβείο στον εικαστικό Βλάση Κανιάρη

  • Από την Ενωση Ελλήνων Τεχνοκριτών

Τα έργα τέχνης αρρωσταίνουν, γερνούν, πεθαίνουν, αλλά και αν δεν διαρκέσουν στον χρόνο, τη δουλειά τους την έχουν κάνει». Ταπεινός, ουσιαστικός, αποκαλυπτικός ο Βλάσης Κανιάρης, που πήρε το μεγάλο -εκτός συναγωνισμού- βραβείο με τον οποίο τον τίμησε προχθές το βράδυ η Ενωση Ελλήνων Τεχνοκριτών, συγκίνησε όλους όσοι παρευρέθησαν στο Μουσείο Μπενάκη. Η ένωση πήρε αυτήν την απόφαση «για την ενεργό και καίρια συμβολή του στην πνευματική ζωή και στα καλλιτεχνικά γεγονότα του τόπου καθώς και για τη σημαντική ατομική του έκθεση «Γενέθλιο». Ο σπουδαίος εικαστικός ομολόγησε ότι δεν αισθάνθηκε ποτέ ζωγράφος ή γλύπτης και δεν θεώρησε την τέχνη ως ένα καθήκον δύσκολο ή μια εργασία ξεχωριστή και ιδιαίτερη.

Ο Παντελής Χανδρής και ο Αγγελος Παπαδημητρίου μοιράστηκαν το πρώτο βραβείο του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Ενωσης Κριτικών Τέχνης (AICA). Ο πρώτος τιμήθηκε για την ατομική του με τίτλο «Μοναχικό Ον» στην γκαλερί Αντωνοπούλου, το 2007. Ο δεύτερος για την έκθεσή του «Αγγελος Π.-Γιαννούλης Χ.» στις «Νέες Μορφές», το 2008.

Επαινοι

Τιμητικοί έπαινοι απονεμήθηκαν στη Λίνα Θεοδώρου, για τη συμμετοχή της στην έκθεση «Σε Ενεστώτα Χρόνο» του ΕΜΣΤ, και στην ομάδα «Indoors». Οι Μαριγώ Κάσση, Βάλλυ Νομίδου, Σπυριδούλα Πολίτη και Μαίρη Χρηστέα συνεργάστηκαν τον Απρίλιο του 2008 σε ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα που φιλοξενήθηκε σ’ ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΑΙCA προχώρησε στη βράβευση χωρίς να έχει την υποστήριξη κάποιου χορηγού. Η ένωση αποφάσισε να δώσει τα βραβεία χωρίς το χρηματικό ποσό των επάθλων. Οπως είπε και η πρόεδρος της Ενωσης Τεχνοκριτών, Μαρία Μαραγκού, «η υπόθεση της τέχνης στην Ελλάδα προχώρησε και προχωρεί κάτω από το βάρος μιας μόνιμης οικονομικής αντιξοότητας, που, ευτυχώς, δεν έχει να κάνει με τη δημιουργικότητα των καλλιτεχνών και τη διάδοση των ιδεών τους».

Η κριτική επιτροπή του Βραβείου 2010 αποτελείται από τα μέλη του Δ.Σ. της Ενωσης Τεχνοκριτών, Μαρία Μαραγκού (πρόεδρος), Σταύρος Τσιγκόγλου (γεν. γραμματέας), Διονυσία Γιακουμή (ταμίας), Νίκος Ξυδάκης (μέλος) και Κωστής Σταφυλάκης (μέλος).

Tuesday, March 2, 2010

Μεγάλο βραβείο στον Βλάση Κανιάρη

Μεγάλο βραβείο στον Βλάση Κανιάρη

O Βλάσης Κανιάρης, 82 ετών σήμερα, από τους κορυφαίους εκπροσώπους της λεγόμενης «γενιάς του (60», αυτούς που υπερέβησαν το αδιέξοδο της «ελληνικότητας» και συστοιχήθηκαν με ένα διεθνές λεξιλόγιο, θα τιμηθεί από την Ενωση Ελλήνων Τεχνοκριτικών με το Μεγάλο, εκτός συναγωνισμού, Βραβείο, σε εκδήλωση στις 15 Μαρτίου, 8 μμ, στο Μουσείο Μπενάκη. Το βραβείο αυτό, με τη θέσπισή του το 1997, απονεμήθηκε για πρώτη φορά στον Γιάννη Κουνέλλη. Στην ίδια εκδήλωση θα βραβευτούν καλλιτέχνες που οι εικαστικές προτάσεις τους κατά την τελευταία διετία «δημιούργησαν αιχμή και διάλογο».

Saturday, October 31, 2009

Βλάσης Κανιάρης: Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το έργο μου

Την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου στις 8 μ.μ. στην γκαλερί «Breeder», ο Βλάσης Κανιάρης θα μοιράσει στο κοινό τα κομμάτια ενός έργου του. Ενας «τοίχος» του από τη δεκαετία του '80, διαστάσεων 2,5x10 μέτρα, θα τεμαχιστεί σε αυτοτελή έργα 30x30 εκατοστά. «Αντίδωρο» είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος της χειρονομίας του κορυφαίου εικαστικού, που στα 81 χρόνια του δεν σταματά να μας εκπλήσσει.

«Πρέπει κάθε τόσο να ελέγχουμε τα πρώτα νήματα... Τι είναι τελικά τέχνη; Σε τι ωφελεί; Τι την αποτελεί;» αναρωτιέται ο Βλάσης Κανιάρης.

«Πρέπει κάθε τόσο να ελέγχουμε τα πρώτα νήματα... Τι είναι τελικά τέχνη; Σε τι ωφελεί; Τι την αποτελεί;» αναρωτιέται ο Βλάσης Κανιάρης.

Ολη την προηγούμενη χρονιά έκανε εκθέσεις (Μουσείο Μπενάκη, γκαλερί Καλφαγιάν, ΜΙΕΤ) και... «θα συνεχίσω», μας διαβεβαιώνει. «Εχω βαλθεί να κάνω πολλά πράγματα, όσα προλάβω...». Βαριέται αφόρητα τις συνεντεύξεις, «αν πω ό,τι έχω να πω, τότε τι τις θέλω τις εκθέσεις;» μας αιφνιδιάζει. Το τηλέφωνο του σπιτιού δεν σταματά να χτυπά. Από τη Γερμανία τού ζητούν φωτογραφίες έργων για κάποιο άρθρο. Συνεχίζει να φτιάχνει έργα και πάντα ανατρέχει στα «πρώτα νήματα», όπως λέει, στις «πρωταρχικές σχέσεις», είτε τις ανθρώπινες είτε της τέχνης.

Ο προβληματισμός του Κανιάρη, ήδη από τη δεκαετία του '50, είχε να κάνει με τον ρόλο της τέχνης στη σημερινή κοινωνία. Στόχος του ήταν να συλλάβει την πραγματικότητα ως έργο τέχνης και όχι να αναπαραστήσει την πραγματικότητα στο έργο τέχνης.

«Ολα ξεκινούν από πολύ παλιά. Τελικά, δεν άλλαξα τίποτα εδώ και πενήντα και πλέον χρόνια. Τα ίδια πράγματα συνεχίζουν να με απασχολούν: η κοινωνία και η τέχνη. Προσέξτε, είναι άλλο πράγμα η ζωγραφική και άλλο η τέχνη. Εμένα μ' απασχολεί η τέχνη πολύ. Η ζωγραφική μπορώ να πω είναι μάλλον εύκολο πράγμα. Η τέχνη, όμως;»

Δεν είναι η πρώτη φορά που τεμαχίζει έργα του. Ηδη τη δεκαετία του '50 έκοβε έργα του και τα έστελνε σε φίλους μαζί με τις ευχές του πριν από τα Χριστούγεννα. «Θεωρώ ότι το έργο έχει μια διάσταση από μόνο του, αν το κομματιάσει κανείς δεν αλλάζει τίποτα».

Το έργο ολόκληρο δεν θα το δούμε ποτέ. Εκτίθεται στην γκαλερί από την ανάποδη, κρυμμένο. Πρόκειται για έναν τεράστιο «Τοίχο» (μικτή τεχνική, κολάζ, νερομπογιές σε ντουμπλαρισμένο και τελαρωμένο χαρτί), φιλοτεχνημένο τον Μάρτιο του 1983 για το Museum am Ostwall του Ντόρτμουντ, όταν εξέθεσε ανανεωμένο το tableau vivant «Αλίμονο Ελλάδα, Helas-Hellas». Ο Μάνος Στεφανίδης μας θυμίζει ότι η πρώτη, ιστορική εκδοχή του έργου παρουσιάστηκε το 1979-80 στον τεχνοχώρο Φιξ, από την γκαλερί Bernier, «σαν ένα λαϊκό πανηγύρι που επεδίωκε τη μέθεξη του κοινού».

Δεν έχει νόημα να το δούμε ολόκληρο. «Μοιράζεται το αντίδωρο», εξηγεί ο καλλιτέχνης. «Τα κομμάτια του μπορεί και να μην έχουν τίποτα, κάποια ζωγραφιά τρομερή που να συγκινεί. Αν όμως καθίσεις και δεις τις γραμμές του, το φωτίσεις, το επεξεργαστείς σύμφωνα με τις επιθυμίες σου, τότε είναι σαν ένα μάθημα. Τόσο απλά. Το ρίχνω στον γιαλό και βλέπουμε. Δεν επιθυμώ να καταλάβει κανείς κάτι. Είναι μια πρόταση μαθήματος για τους καλλιτέχνες και μια άσκηση για το κοινό να ζωντανέψει τις αισθήσεις του».

Η ιστορία της τέχνης, ό,τι τέλος πάντων ονομάζουμε τέχνη στις δυτικές κοινωνίες, αφορά μια πολύ μικρή μειονότητα, τονίζει. «Και με ενοχλεί. Επιπλέον, δεν θεωρώ ότι η τέχνη όπως παρουσιάζεται καλύπτει αυτό το κενό, ακόμη και για τη μειονότητα. Είναι πολλές οι αμφιβολίες μου γι' αυτό που ονομάζουμε σήμερα τέχνη. Η τέχνη είναι τόσο απλή όσο ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα, η θάλασσα, το φεγγάρι, ένα ωραίο λουλούδι. Είναι απλά τα ζητήματα, όπως ένα χρώμα δίπλα στο άλλο ή μια γραμμή δίπλα στην άλλη. Αρκεί να τα δεχτούμε και να ζωντανέψουμε τις αισθήσεις μας. Υπ' αυτή την έννοια δεν εννοώ να κάνουμε έργα απλά, που να τα καταλαβαίνουν όλοι. Δεν με ενδαφέρει αν ο καθένας μπορεί να γίνει καλλιτέχνης, αλλά το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί να απολαύσει τις χαρές της τέχνης. Επομένως βρίσκω απαράδεκτο να ονομάζουμε τέχνη κάτι που δεν αφορά όλο τον κόσμο. Δεν καταλαβαίνω πια το νόημα αυτής της λειτουργίας... Ευχαρίστως θα απομυθοποιούσα την τέχνη την ίδια...».

Ο Βλάσης Κανιάρης μάς προτρέπει να ξαναγυρίσουμε πίσω, να δούμε πάλι τα βασικά. «Τι είναι τελικά τέχνη; Σε τι ωφελεί; Τι την αποτελεί; Εκατοντάδες παιδιά βγαίνουν από τις σχολές και γίνονται επαγγελματίες της ζωγραφικής. Δεν ξέρω, όμως, κατά πόσο είναι επαγγελματίες της τέχνης», λέει. Και θυμάται τον Παρθένη, που έβαζε ως άσκηση ζωγραφικής ένα άσπρο πιάτο πάνω σε ένα άσπρο τραπεζομάντηλο μπροστά σε ένα άσπρο φόντο.

«Ηταν πολύ δύσκολο», λέει. «Επρεπε κανείς να ξέρει ζωγραφική, να ξέρει την τέχνη του και, το σημαντικότερο, έπρεπε να την ανακαλύψει μόνος του. Δεν δίνονταν τζάμπα. Ε, αυτό εμένα με απασχολεί. Θυμάμαι στο Πολυτεχνείο, ζητούσα από τους δευτεροετείς και τριτοετείς φοιτητές, που επέλεγαν το μάθημά μου, μια άσκηση που ονόμαζα "του χεριού, του ματιού και του μυαλού". Να πάρουν ένα κομμάτι πεζοδρόμιο, δυο-τρία μέτρα, και να μελετήσουν τις σχέσεις τις χρωματικές, την οργάνωση των επιφανειών... Πράγματα που έκανε ο Κλέε όταν μιλούσε για τέχνη. Γιατί τότε η ζωγραφική ήταν στην υπηρεσία της τέχνης και όχι ένα αυτόνομο πράγμα, που ικανοποιούσε το πάθος μας ή την όρεξή μας για έργα. Πρέπει κάθε τόσο να ελέγχουμε τα πρώτα νήματα... Αυτή είναι η πρότασή μου. Δεν νομίζω ότι ανακαλύπτω την πυρίτιδα...». *

*Η δράση στην γκαλερί «Breeder» (Ιάσονος 45, τηλ.: 210-3317527) θα ξεκινήσει στις 5 Νοεμβρίου και θα συνεχιστεί την Παρασκευή, το Σάββατο και την Κυριακή.

Friday, May 29, 2009

Ραντεβού στο νησί της ουτοπίας

Ραντεβού στο νησί της ουτοπίας

Δύο διεθνείς καλλιτέχνες που καταξιώθηκαν στα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα, ο Βλάσης Κανιάρης και ο Κώστας Τσόκλης τιμήθηκαν χθες βράδυ στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης από το Σωματείο μη Κερδοσκοπικού Χαρακτήρα «Οι Φίλοι της Τήνου» καθώς ορισμένα από τα έργα τους ίσως τα οραματίστηκαν πρώτη φορά, τα «επεξεργάστηκαν» ή τα δημιούργησαν στην Τήνο. Ενα νησί που δεκαετίες τώρα και οι δύο κρατούν σαν «δικό» τους τόπο, αν και δεν έλκουν απ’ αυτό την ιδιαίτερη καταγωγή τους.

Η μακραίωνη πολιτιστική παράδοση της Τήνου με τα ξωκλήσια, τις φυσικές ομορφιές, τους περιστερώνες, γενέτειρα των μεγάλων δασκάλων της ελληνικής ζωγραφικής, γλυπτικής και πολλών σπουδαίων μαρμαρογλυπτών, έχει κερδίσει τους δύο δημιουργούς.

Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν οι δημιουργοί και πλήθος κόσμου. Για το έργο των καλλιτεχνών μίλησαν οι ιστορικοί τέχνης, ο διευθυντής του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Ντένης Ζαχαρόπουλος και η πρόεδρος του Δ.Σ. του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης Κατερίνα Κοσκινά.

Με διάθεση αυτοκριτικής ο Κώστας Τσόκλης έκανε αναφορά στον εαυτό του και το έργο του εκφράζοντας «την αγιάτρευτη αγωνία ότι το έργο μου δεν έχει πετύχει ακόμη το σκοπό του, να σημαδέψει την ιστορική στιγμή και να εισαγάγει έναν άλλο κώδικα όρασης στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι».

Μιλώντας για τον Βλάση Κανιάρη, ο Ντένης Ζαχαρόπουλος σημείωσε μεταξύ άλλων: «Υπάρχει κι άλλο ένα νησί που έχει ελληνικό όνομα, αλλά δε βρίσκεται σε καμία θάλασσα, είναι η ουτοπία. Κατά καιρούς κάποιοι καλλιτέχνες καταφέρνουν να το ξυπνήσουν σε κάποιους από μας και από φαντασία, γίνεται τόπος κατοικίας. Ενας από αυτούς είναι και ο Βλάσης Κανιάρης.»
  • Και οι χορηγοί
Στην ίδια εκδήλωση τιμήθηκαν οι τέσσερις κύριοι χορηγοί του Σωματείου, Τάκης Αράπογλου, πρόεδρος & διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αρτέμης Θεοδωρίδης, γενικός διευθυντής Alpha Bank, Χρήστος Χατζηεμμανουήλ, πρόεδρος ΟΠΑΠ, και Γιώργος Αλογοσκούφης, βουλευτής και πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών.

«Χωρίς την πολύτιμη οικονομική βοήθειά τους δεν θα ήταν δυνατό να επιτευχθούν οι σκοποί του Σωματείου και να διοργανωθούν οι εκδηλώσεις των τελευταίων χρόνων», όπως ανέφεραν οι διοργανωτές. Τον κ. Χ. Χατζηεμμανουήλ, που δεν κατάφερε να παραστεί, εκπροσώπησε από τον ΟΠΑΠ η κυρία Βένια Παπαθανασοπούλου.
  • Ελεύθερος Τύπος, Παρασκευή, 29.05.09

Sunday, March 15, 2009

Βλάσης Κανιάρης: «Η τέχνη και η πολιτική στην Ελλάδα είναι ντεμοντέ»

  • Ο πρωτοπόρος Βλάσης Κανιάρης, που έφερε την περιθωριακή τέχνη του αντικειμένου στο ευρύ κοινό, αποκαλύπτεται με μια μονογραφία στα «ΝΕΑ»
Φωτογραφία
Ο Βλάσης Κανιάρης το 1963, στην γκαλερί «Le Ζodiaque» στις Βρυξέλλες
  • Όταν η ασθενής Ελλάδα είχε μπει υποχρεωτικά «στον γύψο» της χούντας, ο Βλάσης Κανιάρης απάντησε με μια έκθεση που έγραψε ιστορία: γυψωμένα μέλη και ίχνη σωμάτων από πλέγμα σίδερο και συρματόπλεγμα, απ΄ όπου ξεπηδούσαν κόκκινα γαρίφαλα. Φεύγοντας έπαιρνες μαζί σου ένα πλακάκι από γύψο κι ένα κόκκινο γαρίφαλο. Μια καταγγελία της ανελευθερίας και μια δήλωση πίστης στις δυνάμεις της ζωής. Και τότε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, η περιθωριακή τέχνη του αντικειμένου, η τέχνη που χρησιμοποιούσε τα κουρέλια, τα πατσαβούρια, τα παλιοσίδερα, τα φορεμένα ρούχα, τα σκισμένα χαρτιά για να εκφραστεί βρήκε τρόπο να επικοινωνήσει με το ευρύτερο κοινό.
  • Ο Βλάσης Κανιάρης είναι γεννημένος πρωτοπόρος, με την κυριολεκτική έννοια του όρου. «Η ιστορία δεν είναι γραμμική. Γράφεται από τη διείσδυση του παρελθόντος στο παρόν και την προέκτασή του στο μέλλον», πιστεύει ο Κανιάρης. Στην Ιταλία αναγνωρίστηκε ως ένας από τους αγνοημένους προδρόμους της «άρτε πόβερα», της φτωχής τέχνης, ως ένας από τους πρώτους που βγήκε από τη ζωγραφική τού τελάρου και έκανε τέχνη με αντικείμενα- κυρίως άδεια ρούχα, το φανελάκι, ανδρείκελα και κρεμάστρες με φορεμένα ρούχα- για να σημάνει την ακύρωση του ανθρώπου μέσα στις σύγχρονες συνθήκες, γιατί πίστευε ότι η ζωγραφική είναι θέμα υλικών και τεχνικών και ότι «τέχνη είναι ό,τι κάνει τη ζωή περισσότερο ενδιαφέρουσα από την ίδια την τέχνη». Όταν εγκαταστάθηκε στη Γαλλία έγινε περιζήτητος και εξέθεσε στα μεγαλύτερα μουσεία, ενώ η δουλειά του επεκτάθηκε από το αντικείμενο τέχνης στον χώρο, την εγκατάσταση, με μια δόση θεατρικότητας που επεδίωκε να κινητοποιήσει και να βάλει μέσα στον προβληματισμό τού έργου και τον θεατή. Στο Βερολίνο ο εκπατρισμένος καλλιτέχνης καταπιάστηκε με τους «μετανάστες», τους «φιλοξενούμενους» και ταυτοχρόνως «ξένους» εργάτες, όχι απλώς για να καταγγείλει την εξαθλίωση, την γκετοποίηση και την εκμετάλλευσή τους, αλλά για να καθορίσει τα προβλήματα, τις συνθήκες τους, τους λόγους και τις προοπτικές τους, τη δυνατότητα προσαρμογής, τη θέση της φαντασίας στη ζωή τους. Επί χούντας επέστρεψε στην Ελλάδα, επιστρατεύτηκε σκόπιμα για να πολεμήσει με την τέχνη του, που τη θεωρεί ανοιχτή διαδικασία και ένα χρηστικό αντικείμενο, παρμένο από μια καθημερινότητα που ζητεί να κάμψει τον άνθρωπο. Σε αυτόν τον δύσκολο χώρο ο θαρραλέος καλλιτέχνης αναζητά τεχνικές, θέματα και υλικά που ανοίγουν προοπτικές, χωρίς να έχει αυταπάτες.
  • «Θεωρώ την Ελλάδα μια χώρα ντεμοντέ. Ντεμοντέ είναι η τέχνη της, ντεμοντέ η πολιτική της, ντεμοντέ τα συνθήματα, όλα. Εννοώ ότι η άρνηση της πραγματικότητας σε συνδυασμό με μια στείρα προσκόλληση σε επιφανειακά παραδοσιακά στοιχεία, μας οδηγεί σε μια υποχρεωτική υιοθέτηση έτοιμων συνταγών που μέχρι να φθάσουν εδώ έχουν μπαγιατέψει και αλλοιωθεί».
1928: Γεννιέται στην Αθήνα
1951-55:
Σπουδάζει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών
1956:
Εγκαθίσταται στη Ρώμη
1958:
Πρώτη ολοκληρωμένη έκθεση αφηρημένης ζωγραφικής στην Ελλάδα στην γκαλερί «Ζυγός»
1960:
Εγκαθίσταται στο Παρίσι. Στρέφεται στην τέχνη με καθημερινά αντικείμενα
1967:
Επιστρέφει στην Ελλάδα για να βοηθήσει στην ανατροπή της χούντας
1969:
Η έκθεση με γύψο, συρματοπλέγματα και κόκκινα γαρίφαλα παρουσιάζεται στη Νέα Γκαλερί
1976:
Εκλέγεται καθηγητής στο Τμήμα Ζωγραφικής της Σχολής Αρχιτεκτόνων στο Πολυτεχνείο
1980:
Μεγάλη έκθεση «Αλίμονο-Ελλάδα» στο εγκαταλελειμμένο Παγοποιείο του Φιξ
2008-09:
Έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη
Της Παρασκευής Κατημερτζή, ΤΑ ΝΕΑ, 13/03/2009

Monday, March 2, 2009

Τα χρόνια πολλά του Βλάση Κανιάρη

  • Ο σημαντικότερος έλληνας πολιτικός καλλιτέχνης γιορτάζει τα ογδοντάχρονά του στην υπηρεσία της «διαχρονικής συνέχειας της ελληνικής τέχνης»

Πρόκειται για μια ιστορία που μέσα από διαδοχικές διηγήσεις όσων ήταν εκεί και όσων δεν ήταν έχει γίνει θρύλος: το 1964 στο Τeatro La Fenice της Βενετίας τρεις νέοι καλλιτέχνες έδειξαν έργα τους. Ηταν οι Νίκος Κεσσανλής και Δανιήλ, οι οποίοι, ο ένας πριν από μερικά χρόνια, ο άλλος πρόσφατα, έφυγαν από τη ζωή. Και ο Βλάσης Κανιάρης. Τα έργα τους συνετέθησαν σε ένα ενιαίο «περιβάλλον» υπό τον τίτλο «Τρεις προτάσεις για μια νέα ελληνική γλυπτική». Εκαναν αίσθηση.

Ενα θέμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί επειγόντως είναι γιατί αυτοί οι καλλιτέχνες- τόσο συνειδητά στην καρδιά μιας ευρύτερης πρωτοπορίας και αναζήτησης στην τέχνη- άφησαν τελικά το ίχνος που άφησαν. Υπολογίσιμο. Αλλά όχι αυτό που θα ήταν αν η δράση τους είχε ακολουθηθεί από συνεπή καταγραφή και κυρίως συνομιλία η οποία θα αναζωογονούσε συνεχώς το έργο τους και θα τους έφερνε σε διάλογο με το μέλλον τους - τους κατοπινούς τους καλλιτέχνες, οι οποίοι, αν και μαθητές τους, δεν συνδιαλέχθηκαν με τίποτε τόσο γενναία και τόσο ηχηρά. Είναι στο έλλειμμα της τεχνοϊστορικής αφήγησης- στο έλλειμμα οικοδόμησης αφηγήσεων- που πρέπει να εντοπιστεί πλέον η έρευνα γύρω από περιπτώσεις τέτοιων καλλιτεχνών.

Τώρα ο Βλάσης Κανιάρης παρουσιάζεται σε διάλογο όχι με το μέλλον αλλά με το παρελθόν. Αυτή είναι μια κατ΄ αρχήν στρατηγική απόφαση και θέτει τον τόνο. Δεν πρόκειται κατ΄ ανάγκη για μια άστοχη απόφαση άλλωστε συνδέεται με την καταστατική διεκδίκηση της νεότερης Ελλάδας, η οποία κοιτάζει πάντα λάγνα προς τα πίσω αντί προκλητικά προς τα μπροστά. Κάτι τέτοιο θα θέλαμε να ακούσουμε, κάτι τέτοιο βγάζει νόημα για εμάς. Το μοντέρνο σε διάλογο με το παλαιό. Το μοντέρνο σε διάλογο με το νέο- δηλαδή, με το άγνωστο- δεν το αποτολμούμε συχνά. Παρ΄ όλα αυτά, μια έκθεση είναι μια έκθεση και αποτιμάται στη συγκεκριμένη αίσθησή της. Η έκθεση με έργα του Βλάση Κανιάρη στους χώρους των ιστορικών συλλογών του Μουσείου Μπενάκη τιτλοφορείται «Γενέθλιον. Τα ογδοντάχρονα του Βλάση Κανιάρη» και γίνεται- προφανώς- με αφορμή τα ογδοντάχρονα του καλλιτέχνη. Είναι μια αναδρομική έκθεση, γιορτή και τιμή, όπου, σύμφωνα με τους διοργανωτές, «το έργο του καλλιτέχνη προτείνεται διαχρονικά, με συμβολική αφετηρία το 1948, σε σχέση με τα μόνιμα εκθέματα του Μουσείου Μπενάκη, τα οποία υποστηρίζουν παράλληλα μια διαχρονική συνέχεια της ελληνικής τέχνης. Ετσι, φιγούρες, εικόνες και tableaux vivants, που αποτελούνται από ράκη, παλιά αντικείμενα, γύψους

ή σύρματα, αντιπαρατίθενται σε δημιουργίες από την πρώιμη χαλκοκρατία,τη γεωμετρική και την αρχαϊκή περίοδο, την κλασική εποχή,το Βυζάντιο ή τη λαϊκή τέχνη της μεταβυζαντινής Ελλάδας». Επίσης «έμφαση δίνονται στα σχέδια που φιλοτέχνησε ο Βλάσης Κανιάρης από το 1947 ως τη δεκαετία του ΄60. Από ένα corpus χιλιάδων σχεδίων σημειώσεων έχουν επιλεγεί περί τα 200 που περιλαμβάνουν croquis, μακέτες για παραστάσεις και ταινίες, εξώφυλλα βιβλίων, εικονογράφηση περιοδικών, σημειώσεις κατασκευαστικού χαρακτήρα ή τις πρώτες εγγραφές ενός μελλοντικού έργου». Και, τέλος, «η έκθεση αποτελεί ένα στοίχημα και συγχρόνως ένα παιχνίδι ανάμεσα στην επιστήμη, στην ιστορία της τέχνης, στη μουσειολογία και στην ιδεολογικοποιημένη εκδοχή της τέχνης».

Είναι το δίχως άλλο από τις καλύτερες τέτοιου είδους απόπειρες που έχουν γίνει. Ισως αυτό οφείλεται στον επιμελητικό έλεγχο του Μάνου Στεφανίδη - κάθε τέτοια συσχέτιση θέλει έναν μαέστρο, έναν εποπτικό παρατηρητή. Ισως πάλι είναι ελκυστικό ειδικά το αισθητικό παράδοξο της παρουσίασης ενός καλλιτέχνη που πάντοτε θεωρήθηκε «πολιτικός», με την έννοια της άμεσης συσχέτισης με την κοινωνική πραγματικότητα, σε ένα περιβάλλον γεμάτο χρόνο αλλά ουσιαστικά άχρονο, δίχως «στιγμές», οι οποίες είναι πάντα ο καθαυτό πολιτικός φορέας. Πρόκειται σίγουρα λοιπόν για ένα παιχνίδι με «την ιδεολογικοποιημένη εκδοχή της τέχνης». Αλλά με ποια φορά; Κάθε παιχνίδι πρέπει να έχει ένα τέλος.

Αυτές οι ανησυχίες βέβαια περισσότερο έχουν να κάνουν με την τέχνη που δεν έφτιαξε ο Κανιάρης παρά με αυτή που έφτιαξε- έχουν να κάνουν με την τέχνη που θα είχε φτιάξει αν τη βλέπαμε διαφορετικά. Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη και αυτή επίσης που παρουσιάζεται παράλληλα στην γκαλερί Καλφαγιάν αποτελούν δυνατές εμπειρίες και ναι - αν και με ιδιότυπο τρόπο- δίνουν ένα συνολικό στίγμα για τη μακρά πορεία και το σημαντικό έργο του. Επιπροσθέτως αποτελούν φόρο τιμήςκάτι που αγαπούμε ιδιαίτερα να αποδίδουμε στους καλλιτέχνες-, αν και ο Κανιάρης έχει ήδη τιμηθεί με αναδρομική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη και με εκδόσεις για το έργο του. Αλλη μία τιμή λοιπόν. Γιατί όχι; Σίγουρα την αξίζει.

Από την άλλη, η «επιστήμη», η «μουσειολογία», η «ιστορία της τέχνης» δεν θα έπρεπε να προκαλούν την αίσθηση του αυτονόητου στα σύγχρονα μάτια. Και μολονότι η αίσθηση της έκθεσης είναι ως και εντυπωσιακή, δεν παύει να προκαλεί φόβο η διεκδίκηση μιας «διαχρονικής συνέχειας της ελληνικής τέχνης». «Ο Κανιάρης» έχει γράψει ο καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο ΑΠΘ Μιλτιάδης Παπανικολάου με αφορμή άλλη αναδρομική του καλλιτέχνη, στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης αυτή τη φορά, «επηρεάστηκε από την άμορφη τέχνη αλλά γρήγορα στράφηκε σε εικόνες πραγματικές και ρεαλιστικές, ιδιαίτερα γνώριμες στην ποπ αρτ. Η ιδεολογία επίσης της εποχής δεν τον άφησε αδιάφορο. Ο Μάης του ΄68 στο Παρίσι, η ελληνική δικτατορία και οι κοινωνικοί αγώνες των νέων της Ευρώπης έδωσαν ώθηση στον καλλιτεχνικό του προβληματισμό και εμπλούτισαν την εργογραφία του». Υπάρχει λοιπόν κάτι που ξεκινά τόσο ανοιχτά, με τα μάτια καρφωμένα στον παγκόσμιο ορίζοντα, στη Βενετία του 1964. Με λίγη, ελάχιστη θλίψη διαπιστώνει κανείς ότι αυτό επιστρατεύεται για τη δική μας αυτοεπιβεβαίωση, εντάσσεται με άνεση σε ένα σχέδιο που δεν μοιάζει να ήταν το δικό του. Δεν πειράζει. Αλλά η άνεση είναι τόση που ίσως τους πιο ανήσυχους τους κάνει τελικά να θέλουν να κάτσουν κάπου λίγο πιο άβολα. [του αυγουστινου ζενακου | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Μαρτίου 2009]

Saturday, January 17, 2009

Βλάσης Κανιάρης: «Τα κόμματα φτιάχνουν οπαδούς...»

Συνέντευξη στη Μαρια Κατσουνακη, Η Καθημερινή, 18/01/2009

Η έκθεση «Γενέθλιον - Τα ογδοντάχρονα του Βλάση Κανιάρη» στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη, ήταν η αφορμή. Τα έργα του (ιδιόμορφα γλυπτά, εγκαταστάσεις, φιγούρες με συρμάτινα πλέγματα - κυρίως αυτό, φιγούρες με φθαρμένα ρούχα που οδηγούν, σχολιάζουν, παρακολουθούν, «αντιδρούν») σε «διάλογο» με τα εκθέματα του Μουσείου. Ενας εμβληματικός αβανγκαρντίστας δημιουργός της «γενιάς του '60», από τους επιφανέστερους Ελληνες δημιουργούς των τελευταίων δεκαετιών, συνομιλεί με πρωτοκυκλαδικά ειδώλια, κυπριακούς αμφορείς, βυζαντινές εικόνες ή τη λαϊκή τέχνη της μεταβυζαντινής, τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Ο Βλάσης Κανιάρης, από τους πρωτεργάτες της αντιστασιακής «Δημοκρατικής Αμυνας» την περίοδο της Δικτατορίας (η έκθεσή του το '69 με τις γυψωμένες μορφές που κρατούν κόκκινα γαρίφαλα, έχει καταχωριστεί στα γεγονότα της εποχής), κάτοικος Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας, κοσμοπολίτης «μετανάστης», πολιτικοποιημένος αστός, καλλιτέχνης της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, καθηγητής επί είκοσι χρόνια στο Πολυτεχνείο ('76 - '96, «με στράγγιξε αυτή η εμπειρία»), είναι σήμερα παππούς τεσσάρων εγγονών, που απολαμβάνει -όσο του επιτρέπουν τα αναπνευστικά του προβλήματα- τις μικρές, καθημερινές χαρές της ζωής. Μαζί του, συνεχίσαμε τον «δικό μας» διάλογο για τον κρίσιμο Δεκέμβρη που ζήσαμε - ζούμε (άνοιξε πριν από δύο Κυριακές με τον Βασίλη Παπαβασιλείου), ακούσαμε τον τρόπο που σκέφτεται, ερμηνεύει και δημιουργεί και πλουτίσαμε σε ερωτήματα. Οχι σε απαντήσεις. Ευτυχώς.

- Είναι η πρώτη φορά που δημιουργείτε κατασκευές σε «διάλογο» με έργα που ανήκουν σε άλλες εποχές;

- Προσπαθώ να θυμηθώ… Είτε υπάρχουν άλλα έργα είτε όχι, είναι πάντα μια παρέμβαση αυτές οι εγκαταστάσεις. Δηλαδή, τα έργα συνυπάρχουν ούτως ή άλλως με τον χώρο, οπότε κι αυτό είναι ένας «διάλογος».

- Είναι κοπιαστικό να ανήκει κανείς στην πρωτοπορία, κύριε Κανιάρη;

- Δεν το αισθάνθηκα αυτό ποτέ. Οι άλλοι μου το έλεγαν. Για μένα ήταν φυσικό. Εκανα ό,τι έπρεπε να κάνω. Δεν το θεωρούσα πρωτοπορία.

- Τι περιεχόμενο δίνετε στη λέξη;

- Θα το προσδιόριζα σαν μια ανάγκη της ίδιας της δουλειάς και του καλλιτέχνη όχι όμως με πρόθεση να κάνει avant garde αλλά με την ανάγκη να κάνει κάτι που δεν το έχει ξαναδεί.

- Μια εξ αρχής κατασκευή δηλαδή;

- Μια εξ αρχής αναζήτηση και έτσι δικαιολογείται η πρωτοπορία.

Διάλογος με τη ζωή

- Γιατί οι φιγούρες σας δεν έχουν πρόσωπο;

- Με ενδιαφέρει περισσότερο η κίνηση που έχουν οι φιγούρες. Ξέρετε, τα πρόσωπα, τα χέρια, τα μάτια, οι μύτες, γίνονται μια περιγραφή, ένας νατουραλισμός που δεν μου χρειάζεται. Ταυτόχρονα θέλω κάτι πολύ πραγματικό και πολύ καθαρό. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι ένας διάλογος με την καθημερινή ζωή. Δεν κάνω κάτι αλλιώτικο ή πρωτότυπο με αυτήν την έννοια.

- Τι είδους «άνθρωποι» είναι οι φιγούρες αυτές; Κατά κανόνα καλοντυμένοι, με χαλαρή αλλά μάλλον προσεγμένη εμφάνιση.

- Δεν θα το έλεγα καλοντυμένοι… Είναι παλιά ρούχα, δικά μου, των εγγονών μου, του περιβάλλοντος. Ρούχα που έχουν μια ζωή πίσω τους, όχι καινούργια. Ολα αυτά είναι στην πραγματικότητα κομμάτια από τη ζωή μας την καθημερινή. Φοράμε, σκεφτόμαστε, έχουμε κακίες, καλοσύνες, όνειρα, ευαισθησίες. Τελικά έχουν μια αφέλεια, μια συστολή, κάτι που δεν κολλάει πολύ με ό,τι βλέπουμε και συμβαίνει γύρω μας.

- Τι συμβαίνει;

- Ας μην αρχίσουμε την γκρίνια. Οποια πέτρα κι αν σηκώσεις είναι για κλάματα… Αλλά αυτά τα (γλυπτά) παιδιά, οι άνθρωποι, εμφανίζουν όνειρα, τρυφερότητα, αθωότητα και γι' αυτό συνήθως είναι και ξένα, συγγενή στο περιβάλλον τους, αλλά και ξένα.

Οι μετανάστες

- Εχετε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τους μετανάστες.

- Το θέμα αυτό άνοιξε όταν έφυγα από την Ελλάδα το '69 και με απασχόλησε για έξι - εφτά χρόνια. Εκείνο που με συγκινεί είναι η λειτουργία αυτής της ιστορίας, του «πήγαινε - έλα». Του διωγμού από μια χώρα και της υποδοχής από μια άλλη. Αυτό εξάλλου είναι το έργο που θα δείξω στην γκαλερί Καλφαγιάν, τέλη Φεβρουαρίου. Ενα έργο του '75 που δεν έχω εκθέσει ποτέ στην Ελλάδα. Σήμερα το πρόβλημα είναι σύνθετο και γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Επιπλέον, απαιτεί αντιμετώπιση σοβαρή και πλήρη. Τότε, είχε μια πιο συναισθηματική εικόνα.

- Σήμερα, αν κάνατε ένα έργο πάνω στη μετανάστευση πώς θα την αποδίδατε;

- Δεν θα μπορούσα. Τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ και για να την προσεγγίσω θα χρειαζόταν πολλή δουλειά και ένας αριθμός ανθρώπων που θα βοηθούσε. Κι εγώ δεν έχω πλέον τα κουράγια. Τότε, στη Γερμανία συνεργάστηκα με κοινωνιολόγους, οικονομολόγους, παρακολούθησα συνέδρια κ.ο.κ. Αποφάσισα να δώσω αυτή τη «συναισθηματική» άποψη και όχι τη μαχητική και επαναστατική που περίμεναν ορισμένοι στο Βερολίνο. Μια άποψη δυνατότητας ονείρου και ποίησης, όπου η αντίφαση γίνεται πιο ισχυρή με την εικόνα.

- Ζήσατε τον κοινωνικό αναβρασμό κινημάτων και εξεγέρσεων στις δεκαετίες '60 και '70. Πώς κρίνετε τα γεγονότα του πρόσφατου Δεκέμβρη στην Αθήνα;

- Πάντως όχι σαν επαναστατική διαδικασία. Είχε μια μεγαλύτερη έκταση απ' ό,τι συνήθως, αλλά αυτά τα γεγονότα, χωρίς πραγματικό πολιτικό στόχο, τα ξέρω από τα χρόνια που ήμουν καθηγητής στο Πολυτεχνείο. Οπως έχω δει και τις μολότοφ να καίνε το γραφείο μου. Για όλες αυτές τις ιστορίες σε πολύ μεγάλο βαθμό έχουν παίξει ρόλο τα κόμματα. Είναι άθλια η πορεία τους μέσα στη νεολαία. Ντροπή.

- Τι εννοείτε;

- Φτιάχνουν οπαδούς τα κόμματα, όχι πολίτες. Ποδοσφαιροποίησαν το ωραίο υλικό της νεολαίας. Υστερα, μιλάνε για αλλαγές. Μα για να γίνουν αλλαγές, πρέπει να εφαρμοστούν κάποια πράγματα. Αλλιώς πώς θα προχωρήσουμε στα επόμενα;

- Ποια είναι η άποψή σας για το θέμα του ασύλου;

- Το άσυλο έχει καταργηθεί από μόνο του. Απλώς, όλοι έχουν μια δειλία απέναντι στην Αριστερά που ξεκινάει από πολύ παλιά και από την οποία κάποια στιγμή πρέπει να απαλλαγούμε. Είναι σαν τις παιδικές αρρώστιες.

- Πώς προσδιορίζετε τη δειλία;

- Φοβούνται να καταργήσουν το άσυλο και νομικά, γιατί θα βγουν όλοι στον δρόμο… Μα το άσυλο έχει καταργηθεί εκ των πραγμάτων. Οταν μπαίνουν μέσα και δεν αφήνουν το Πολυτεχνείο να λειτουργήσει;

Η στάση της Αριστεράς

- Στον κατάλογο της έκθεσης του Μουσείου Μπενάκη διαβάζω ότι στα έργα σας ενσωματώνετε πολιτικά και κοινωνικά αιτήματα της Αριστεράς, την οποία όμως «κρίνετε για την ιδεολογική της ανέχεια ή ασυνέπεια». Πώς αντιλαμβάνεστε τη σημερινή στάση της στα πράγματα;

- Η Αριστερά έχει πολλά προβλήματα. Διεθνώς. Εδώ, είμαστε όπως σε όλα τα πράγματα, εκτός κλίματος. Δεν ακούω η Αριστερά στο εξωτερικό να αντιδράει στη δημιουργία ξένων πανεπιστημίων, για παράδειγμα…

- Εσείς, θεωρείτε τον εαυτό σας αριστερό;

- Εγώ, προσπαθώ όσο μπορώ, να κάνω τον εαυτό μου καλό πολίτη. Ο καλός πολίτης είναι απ' όλα: αριστερός, δεξιός, κεντρώος. Και κρίνει και βλέπει και ακούει.

- Παρ' όλα αυτά, επί Δικτατορίας, είχατε κρατήσει μια συγκεκριμένη στάση.

- Η Δικτατορία όπως και η Κατοχή ήταν συγκεκριμένες περίοδοι. Στη διάρκειά τους, όλοι οι άνθρωποι πρέπει να κινητοποιηθούν και να παλέψουν με όποιο τρόπο μπορεί ο καθένας. Οταν τελειώσει η περίοδος αυτή, ο καθένας οφείλει να επιστρέψει στη δουλειά του. Δεν παίρνει εύσημα αγωνιστικά και θέσεις υπουργών. Αυτό έκανα κι εγώ.

- Πιστεύετε ότι σήμερα έχουν εκλείψει οι λόγοι αντιπαράθεσης με το σύστημα;

- Ζούμε σε μια δημοκρατία και δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Μπορεί να θέλουμε να βελτιώσουμε τις συνθήκες. Αυτό είναι άλλο θέμα. Θεμιτό και απολύτως νόμιμο. Τώρα, όμως, παίζουμε το ψυχόδραμα του ανένδοτου.

- Τα πολιτεύματα ή οι πολίτες προστατεύουν τα συστήματα;

- Θα 'πρεπε οι πολίτες. Σίγουρα όχι οι οπαδοί.

- Υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο πολιτικό και στο στρατευμένο στην τέχνη;

- Ολοι μου λένε ότι η τέχνη μου είναι πολιτική. Εγώ, δεν το πιστεύω. Μιλάω απλώς για πράγματα που αφορούν πολύ κόσμο. Οπωσδήποτε όχι στρατευμένα. Δεν έχω τίποτα να στρατεύσω ή να αφυπνίσω. Ο καθένας έχει τον ύπνο που του ταιριάζει. Στρατευμένος μπορείτε να πείτε ότι ήμουν επί Δικτατορίας. Αλλά τότε ήταν πολύς κόσμος.

Ενα «μπα!» πάει παντού

- Ενα «μπα» σε μια εγκατάσταση της εισόδου με θαυμαστικό και ένα «μπα» στη συνέχεια με ερωτηματικό. «Μπα» τι, κύριε Κανιάρη;

- Θα κάνω μια μεγάλη έκθεση με «μπα»!.. Για πείτε το κι εσείς… Πάει σε όλα τα πράγματα. Είτε απορούμε είτε θυμώνουμε είτε κοροϊδεύουμε. Ξαφνικά, τις προάλλες, είπε ο Καραμανλής ότι «δεν ήμουν καλά ενημερωμένος». Μα, αυτό δεν χωράει ένα «μπα»; Αν βάλει, λοιπόν, κανείς αυτήν τη δήλωση στον τοίχο και μπροστά κάποιον να λέει «μπα»; Νομίζω ότι ισχύει σε πολλά. Γιατί, στον Γιωργάκη τον Παπανδρέου δεν μπορούμε να πούμε ατελείωτα «μπα»;

- Στην έκθεση υπάρχουν και έργα σας με την ελληνική σημαία. Είτε τυλιγμένη, να ακουμπάει σε κάποιο έκθεμα, είτε να ανεμίζει στα χέρια ενός παιδιού. Αν κάποιος την έκαιγε θα σας ενοχλούσε η καταστροφή του έργου ή του συμβόλου;

- Και τα δύο. Κατ' αρχήν, του συμβόλου. Παιδιά που έχουν άλλου είδους προβλήματα ξεσπούν πάνω σε αυτά. Εμένα με ενδιαφέρουν τα πολιτικά προβλήματα όχι τα ξεσπάσματα. Δεν μπορεί να χρησιμοποιεί κανείς την πολιτική για να λύνει προσωπικά αδιέξοδα. Αυτό συμβαίνει, βέβαια, και στους πολιτικούς.

- Οταν καίμε τη σημαία, η πράξη κάτι σημαίνει.

- Καημένα παιδιά είναι. Να τα λυπάται κανείς.

- Γιατί;

- Γιατί θα μπορούσαν να διοχετεύσουν σε άλλα πράγματα την ορμή και το πάθος τους. Παλαιότερα, τσακώνονταν σε αυτές τις ηλικίες με τους γονείς τους και το σπίτι τους. Τώρα, λείπουν οι γονείς από το σπίτι, τα παιδιά κατεβαίνουν στους δρόμους.

Και η τέχνη πεθαίνει

- Στην έκθεση υπάρχει μια φράση: «Επειδή και η τέχνη είναι ένα είδος μοναξιάς. Οχι μόνο προς τα έξω αλλά και προς τα μέσα».

- Δεν ανατρέπει κανείς τον κόσμο με την τέχνη. Εγώ, προσπαθώ να περνάω απαρατήρητος σαν τους κατασκόπους. Που δεν τους ξέρει και δεν τους φαντάζεται κανείς. Βάζω μικρές φιτιλιές που δεν είναι σίγουρο ότι θα αντέξουν. Ούτε και απαραίτητο. Η τέχνη και γερνάει και πεθαίνει. Ζωντανός οργανισμός είναι.

- Δεν θα σας ενοχλούσε ο «θάνατος» της δικής σας τέχνης;

- Στην τέχνη δεν είναι το έργο αυτό καθαυτό. Ερχεται και παρέρχεται. Είναι η λογική που σε σπρώχνει να κάνεις ένα έργο τέχνης και πόσο το απολαμβάνεις εσύ ο ίδιος. Η τέχνη είναι χρηστικό αντικείμενο. Γι' αυτό με ενδιαφέρει η σημερινή εποχή με τους νέους, που φτιάχνουν, φτιάχνουν. Πιο πολύ από τη διδασκαλία της τέχνης υπάρχει η δημιουργία της τέχνης από πολύ κόσμο. Αυτή η σύγχυση είναι γενεσιουργός. Στο τέλος θα μείνει κάτι πιο πλούσιο που θα διευρύνει τη σχέση μας με την τέχνη.