- Σ. Α., Ριζοσπάστης, Κυριακή 27 Φλεβάρη 2011
Saturday, February 26, 2011
Γιαννούλης Χαλεπάς: Τραγική μορφή της νεοελληνικής γλυπτικής
Thursday, February 10, 2011
Έργα του Γιαννούλη Χαλεπά παρουσιάζονται στην γκαλερί Καλφαγιάν στη Θεσσαλονίκη
- «Πρωταγωνιστής» της έκθεσης θα είναι το γλυπτό σε γύψο με τίτλο «Θαλάσσιος ίππος και Νηρηίδες», έργο του 1935 (Φωτογραφία: Αρχείο ΔΟΛ )
Η έκθεση εγκαινιάζεται την Πέμπτη και θα διαρκέσει έως τις 26 Μαρτίου.
«Πρωταγωνιστής» της έκθεσης θα είναι το γλυπτό σε γύψο με τίτλο «Θαλάσσιος ίππος και Νηρηίδες», έργο του 1935.
Ο καλλιτέχνης άντλησε το θέμα του από την ελληνική μυθολογία, αγαπημένη πηγή έμπνευσής του. Στο γλυπτό «πρωταγωνιστούν» οι Νηρηίδες με τη μορφή γυμνών γυναικών, μοτίβο συχνό στα έργα του Χαλεπά.
Επίσης, στην γκαλερί θα παρουσιαστούν 12 σχέδια του καλλιτέχνη, τα οποία χρονολογούνται περίπου το 1930, εντάσσονται δηλαδή στην τελευταία περίοδο του δημιουργού, κατά τα χρόνια που εκείνος ζούσε στην Αθήνα.
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες γλύπτες, έγινε ευρύτερα γνωστός για το γλυπτό του «Η Κοιμωμένη», που βρίσκεται στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.
Γεννήθηκε στην Τήνο το 1851 και σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και στη συνέχεια στην Ακαδημία του Μονάχου.
Την πρώτη περίοδο της καλλιτεχνικής του πορείας, με τα εμπνευσμένα από την αρχαιότητα έργα, διέκοψε ο επί 13 χρόνια εγκλεισμός του στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας (1888-1902). Μετά την έξοδό του, επέστρεψε στην Τήνο, αλλά κατάφερε να αφοσιωθεί στην τέχνη του μόνο μετά το θάνατο της μητέρας του το 1916.
Τα έργα της περιόδου αυτής γίνονται πιο ελεύθερα και πηγαία και επικεντρώνονται στην ουσία των συνθέσεων και όχι στη λεπτομερή επεξεργασία τους.
Το 1925 η Ακαδημία Αθηνών οργανώνει έκθεση έργων του, ενώ δύο χρόνια μετά ο γλύπτης βραβεύεται με το Αριστείο των Τεχνών και άρχισε να αναγνωρίζεται για το έργο του. Το 1930 ο καλλιτέχνης εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου ζει τα τελευταία χρόνια της ζωής του ως το θάνατό του το 1938.
Wednesday, December 30, 2009
Eικαστικη ατζεντα
- Αμέσως μετά την περίοδο των εορτών, αναζωπυρώνεται και πάλι η εικαστική κίνηση στην Αθήνα με νέο κύκλο εγκαινίων. Από τις αναγγελίες για τον Ιανουάριο επισημαίνουμε τρεις διαφορετικές εκθέσεις, η κάθε μία από τις οποίες ξεχωρίζει για την ιδιαιτερότητά της.
- Γιαννούλης Χαλεπάς. Σχέδια και γλυπτά του μεγάλου Τήνιου γλύπτη θα παρουσιάσει η γκαλερί Καλφαγιάν (Χάρητος 11) από 14 Ιανουαρίου. Είναι μια ματιά στον μύχιο κόσμο του Χαλεπά, με έργα τέχνης μικρής κλίμακας αλλά μεγάλης έντασης (έως 13/2).
- Φαίδων Πατρικαλάκις. Παιδιά, ζώα και πουλιά πρωταγωνιστούν στη ζωγραφική του Φαίδωνα Πατρικαλάκι που δημιούργησε για «Τα παραμύθια του Καλού Μάγου», της ιστορίας που έγραψε ο Γιάννης Κοντός (εκδ. Κέδρος). Τα ζωγραφικά έργα θα εκτεθούν στον «Αστρολάβο- artlife» (Ηορδότου 11, 8-23/1).
- Πάμπλο Πικάσο. Εκθεση με χαρακτικά σε λινόλαιο που φιλοτέχνησε ο Πικάσο την περίοδο 1959-1963 θα παρουσιάσει η Gagosian Gallery (Μέρλιν 3) από 28 Ιανουαρίου έως 10 Απριλίου. Ο Πικάσο πειραματίστηκε με τη χαρακτική σε λινόλαιο χρησιμοποιώντας μαχαίρι, σμίλη ή σκαρπέλο.
Tuesday, December 29, 2009
Γλυπτό του Χαλεπά από το ψυχιατρείο
Μόλις δύο χρόνια πριν, η περίπτωση του κορυφαίου Ελληνα γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά (1851-1938) αντιμετωπιζόταν ακόμα με αμηχανία. Αν και η αξία του έργου του είχε αναγνωριστεί αρκετές δεκαετίες πριν, από ειδήμονες και μη, δεν είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε την τέχνη του σε όλη την έκτασή της σε μια μεγάλη έκθεση.
Από την επίσκεψη του Χαλεπά στο γλυπτό της Κοιμωμένης στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών
Τελικά τον Ιανουάριο του 2007 είδαμε από κοντά σχεδόν το σύνολο της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Τηνιακού γλύπτη στην Εθνική Γλυπτοθήκη: περισσότερα από 95 γλυπτά και 125 σχέδια παρουσιάστηκαν 156 χρόνια από τη γέννησή του. Εργα του Γιαννούλη Χαλεπά, σχέδια και γλυπτά, συμπεριλήφθηκαν και το καλοκαίρι που μας πέρασε στη 2η Μπιενάλε της Αθήνας. Στην έκθεση της διοργάνωσης «Hotel Paradies», σε επιμέλεια της Νάντιας Αργυροπούλου, το έργο του Χαλεπά συνυπήρξε με εκείνο των Ν. Πεντζίκη, Κ. Ανγκερ, Π. Νομπλ κ.ά.
Η τέχνη του Τήνιου δημιουργού, έστω κι ένα μικρό μέρος της, εκτίθεται από τις 14 Ιανουαρίου και στην Γκαλερί Kalfayan (Χάρητος 11) στο Κολωνάκι. Πρόκειται για έκθεση με έξι γλυπτά και περίπου 120 σχέδια προερχόμενα από ιδιωτικές συλλογές: «Η μοντέρνα κυρία», φιλοτεχνημένη πριν από το 1924, η «Βοσκοπούλα» με τη μορφή της θέας Αθηνάς, που είναι το μοναδικό αγαλματίδιο που σώθηκε από τα χρόνια του γλύπτη στο ψυχιατρείο, η «Κόρη με το τριαντάφυλλο» από το 1937, «Η Αθηνά με καθρέφτη», «Νηρηίδες» κ.ά.
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς υπήρξε παιδί οικογένειας φημισμένων Τηνίων μαρμαρογλυπτών. Ο πατέρας του Ιωάννης και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στη Σμύρνη, στο Βουκουρέστι και στον Πειραιά. Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια της οικογένειας, είχε δείξει από μικρός το ενδιαφέρον του για τη μαρμαρογλυπτική. Παρά την κλίση του οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο. Ο ίδιος όμως επέμεινε και σπούδασε γλυπτική, αρχικά στο Σχολείον των Τεχνών της Αθήνας, στο πλευρό του Ελληνοβαυαρού γλύπτη Λεωνίδα Δρόση, από τον οποίο δέχτηκε και την επιρροή του κλίματος του νεοκλασικισμού, ενώ άρχισε να εξοικειώνεται με τα αγαπημένα του μυθολογικά θέματα. Αργότερα βρέθηκε με υποτροφία στο Μόναχο, όπου γοητεύτηκε από το ρεαλιστικό κίνημα της εποχής και τον δυναμικό ρεαλισμό του γλύπτη Ρίτσελ.
Ο τραγικός μύθος του καλλιτέχνη υφάνθηκε από τις σκληρές δοκιμασίες της ζωής του, την καθήλωσή του στην ψυχοπάθεια και τον εγκλεισμό από το 1888 και για δεκατρία χρόνια στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Το 1901 επέστρεψε στην Τήνο, αλλά δεν δούλεψε παρά μόνο μετά τον θάνατο της καταπιεστικής μητέρας του, το 1916. Από αυτή την περίοδο έχει διασωθεί μεγάλος αριθμός σχεδίων και προπλασμάτων σε πηλό, από τα οποία όμως κανένα δεν έγινε σε μάρμαρο.
Διασημότερο έργο του παραμένει η περίφημη «Κοιμωμένη», γλυπτό του 1878, που θαυμάζουμε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, στον τάφο της φυματικής νέας Σοφίας Αφεντάκη. Εργο που από μόνο του θα μπορούσε να χαρίσει στον Χαλεπά την αθανασία.
«Κόρη με τριαντάφυλλο» από το 1937
* Η έκθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των ετήσιων εκθέσεων των Kalfayan Galleries, που έχουν στόχο την προώθηση και προβολή του έργου σημαντικών εκπροσώπων της ελληνικής τέχνης. Διάρκεια έως 13 Φεβρουαρίου. *
- Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009
Monday, November 3, 2008
Γιαννούλης Χαλεπάς: Ο γλύπτης με την εύθραυστη ψυχή
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς είναι για την νεοελληνική γλυπτική ο μεγάλος τραγικός της μύθος. Ο νεαρός ταλαντούχος καλλιτέχνης με την τεράστια αναγνώριση, την τραγική μοίρα, την τρέλα και την απομόνωση, τη μάνα που καταστρέφει τα έργα του, του απαγορεύει τη γλυπτική και θέλουν να την ταυτίζει με την Μήδεια.
Τέλος, η ανακάλυψη του γηραιού πλέον Γιαννούλη, η επιστροφή του με το εξαιρετικό έργο των τελευταίων χρόνων και η αναγνώριση. Διθυραμβικά σχόλια για την Κοιμωμένη του και συγκίνηση για την τραγική του μοίρα. Αυτός είναι ο Χαλεπάς για το πανελλήνιο, μια μυθιστορηματική μορφή με χαρακτηριστικά αγίου, που εξακολουθεί να συγκινεί ειδικούς, καλλιτέχνες, αλλά και ένα ευρύτερο κοινό.
Ο πατέρας του Γιαννούλη Χαλεπά τον προόριζε για υπαλληλάκο, εκείνος όμως αντέδρασε, ήθελε να γίνει καλλιτέχνης. Ήταν η πρώτη σημαντική ρήξη στη ζωή του. Στο Μόναχο, όπου φοιτούσε, διακόπτουν την υποτροφία του για χάρη άλλου. Δεν έχει σημασία η καταπληκτική πρόοδος των σπουδών του, ούτε η αξία της προσωπικότητάς του, αλλά τα«μέσα», εκείνα που ανοίγουν εύκολους δρόμους στη ζωή και την τέχνη. Αποκτά έτσι μια δεύτερη σκληρή εμπειρία, αυτή τη φορά σε κοινωνικό επίπεδο. Τότε παρουσιάστηκαν τα πρώτα συμπτώματα μελαγχολίας και εσωτερικής απομόνωσης.
Όταν επέστρεψε από το Μόναχο πήγε στην Τήνο. Εκεί γνώρισε τη δεκαοχτάχρονη Μαριγώ Χριστοδούλου. Μαζί της δημιούργησε ένα αγνό και τρυφερό σύνδεσμο, αλλά ακολούθησε ένα άτυχο τέλος. Έτσι απόκτησε μια τρίτη εμπειρία, που προστέθηκε στις προηγούμενες για να οξύνει περισσότερο το προσωπικό του δράμα.
Όταν τοποθετήθηκε στο Α’ Νεκροταφείο η «Κοιμωμένη» και έγινε φασαρία μεγάλη γύρω από το όνομά του, ο δάσκαλός του, Λ. Δρόσης, είπε, «Δεν είναι και τόσο σπουδαίο γλυπτό!». Αυτήν τη φορά γνώρισε ότι την επιτυχία την ακολουθεί ο φθόνος και η πολεμική των ανθρώπων, έστω κι αν ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκονται και οι δάσκαλοι.
Έτσι, αισθάνθηκε ολότελα ξεκομμένος από το κοινωνικό σύνολο. Δεν ήταν μόνο η εχθρική συμπεριφορά που αντιμετώπιζε σε κάθε του βήμα, αλλά και το γεγονός, ότι η πνευματική του σκέψη με τις ανησυχίες και τα ενδιαφέροντα, συναντούσε στην κοινωνική συναναστροφή ένα άγονο και αδιάφορο περιβάλλον. Και τα σημάδια της απομακρύνσεώς του έγιναν πλέον εμφανή.
Οι πρώτες εκδηλώσεις της αρρώστιας του φάνηκαν το 1878. Ήταν πλημμυρισμένος απογοήτευση, αισθανόταν μόνος, η μελαγχολία τον βασάνιζε οδυνηρά, άρχισε από αντίδραση να εκδηλώνεται βίαια. Έφτιαχνε σατύρους, τους γρατζούνιζε, τους έσπαζε, τους πετούσε πηλό για να χαλάσει το γέλιο, νόμιζε πως τον χλεύαζαν. Βρισκόταν σε τρομερή ένταση των πνευματικών του δυνάμεων, εργαζόταν είκοσι ώρες το ημερονύχτιο, η υπερκόπωση τον εξασθένισε. Δούλευε την «Μήδεια» όταν το μυαλό του θόλωσε. Το πνεύμα υπέκυψε εμπρός στην αδυναμία περισσότερης αντοχής των ζωτικών οργάνων του σώματος που καθορίζουν την ισορροπία.
Η κρίση εκδηλώθηκε στα Αλάτσατα της Μ. Ασίας που βρισκόταν με τον αδερφό του. Άρχισε με απόπειρες αυτοκτονίας. Τον Σεπτέμβρη 1879 ο αδερφός του τον πήγε στην Ιταλία, μήπως καλυτερεύσει. Όταν γύρισαν στην Τήνο, το θολωμένο μυαλό άρχισε πάλι να σωπαίνει. Γύριζε στην εξοχή ολομόναχος, τον έχαναν και έστελναν ανθρώπους στις ερημιές να τον βρουν.
Όταν η κατάσταση χειροτέρεψε, παρά τις επίμονες αντιρρήσεις της μητέρας του, τον έκλεισαν στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Ο πατέρας του πέθανε το 1901. Τον επόμενο χρόνο πήγε η μητέρα του στην Κέρκυρα και τον πήρε κοντά της στην Τήνο. Ο Χαλεπάς ήταν πια πενηντάρης...
Αν όμως νόμιζε κανείς πως η ζωή του επιτέλους θα βελτιωνόταν, γελιόταν, γιατί μια νέα ανήλεη κηδεμονία τον περίμενε. Πεπεισμένη η μητέρα του πως η Τέχνη έφταιγε για όλα, τον κυνηγούσε αδυσώπητα, μόλις τον έβλεπε να πιάνει κοντύλι. Κι ενώ ξετρύπωνε ο δύστυχος πηλό από μακρινές σπηλιές κι όλο κάτι πάλευε να σκαρώσει, εκείνη σαν έβρισκε τ’ αρχινισμένα έργα στο υπόγειο, καταχωνιασμένα σε κάθε λογής κρυψώνες, του τα ’σπαγε σκορπώντας τα κομμάτια τους στον κήπο...
Αντ’ αυτού, τον έστελνε στη βοσκή, γι’ άρμεγμα, στη βρύση για νερό, να την ξαλαφρώνει κάπως απ’ τις σπιτικές δουλειές, ενώ τον εκμεταλλεύονταν από πάνω και οι ντόπιοι για θελήματα, μ’ ένα κομμάτι ψωμί... Εκείνος μολαταύτα δεν ξεχνούσε ποτέ την τέχνη του. Κάποια αχτίδα επέμενε να μισοφέγγει στο σαλεμένο του μυαλό, σποραδικά σκιρτήματα μιας ναρκωμένης συνείδησης.
Όταν ο καθηγητής του Πολυτεχνείου και γνωστός γλύπτης, Θωμάς Θωμόπουλος, θαυμαστής του από νέος, μαθαίνοντας πως βγήκε επιτέλους απ’ το Ψυχιατρείο, πήγε να τον δει, τον βρήκε να σκαλίζει ένα ψόφιο σκυλί στ’ ανήλιαγο κατώι του, παρατηρώντας την ανατομία του.
Τα πράγματα αλλάζουν με το θάνατο της μάνας του το 1916. Ο Χαλεπάς δείχνοντας να μην έχει επαφή με το περιβάλλον, χωμένος στο κατώι του, μετά βίας ανεβαίνει στο μοιρολόι, στέκεται για λίγα λεπτά και μετά γυρνάει πίσω στο αυτοσχέδιο εργαστήρι του ν’ ανακατέψει, ελεύθερος πια, τους πηλούς του, γι’ άλλα δεκατρία χρόνια απόλυτης μοναξιάς.
Δούλευε μ’ εντελώς πρωτόγονα μέσα, μ’ ακονισμένα καλάμια αντί γλυφίδας, μ’ ένα καρφί αντί καλέμι, δίχως καν συρμάτινο σκελετό για τα προπλάσματά του -κάτι που προσδιόριζε και τη στατική τους, αφού το χώμα που ’βρισκε δεν βάσταγε μετέωρα τα μέλη των σκαλισμένων μορφών.
Ενώ οι χωριανοί εξακολουθούσαν να τον περιγελάνε, τον ανακάλυψαν κάποιοι ερασιτέχνες δημοσιογράφοι τοπικών εφημερίδων κι άρχισαν να τον επισκέπτονται, εξετάζοντας τα περίεργα δημιουργήματά του με την παράξενη κι άγρια γοητεία τους.
Ακολούθησαν ζωγράφοι και ειδήμονες τεχνοκρίτες, όπως ο Νικόλας Λύτρας, ο Θωμόπουλος ξανά (που φρόντισε να βγάλει και τα πρώτα γύψινα εκμαγεία των έργων του για να εκτεθούν επιτέλους στην Αθήνα), ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου κ.ά.
Η δόξα ερχόταν αργά, όσο εκείνος βρισκόταν ακόμα στο χωριό του. Βραβεία της Ακαδημίας Αθηνών, εκθέσεις, ομιλίες και τιμητικές εκδηλώσεις για τον εβδομηνταεξάχρονο γέροντα, που συνέχιζε απτόητος στη μονιά του, λες και δεν είχε ποτέ ανάγκη τον κόσμο, που τόσο τον είχε ταπεινώσει κρεμώντας του κουδούνια...
Το 1930, τα ανίψια του Βασίλης και Ειρήνη Χαλεπά τον φέρνουν στο σπίτι τους, στην οδό Δαφνομήλη 35 όπου ζει περιστοιχισμένος από προσφιλή του πρόσωπα τα τελευταία 8 χρόνια της ζωής του, χωρίς ποτέ να σταματήσει να εργάζεται.
Γεμίζει το υπόγειο του συγγενικού σπιτιού με νέα πρωτότυπα γλυπτά, κι όταν ο χώρος σώνεται, τ’ αραδιάζει στον ακάλυπτο της αυλής, κι ας τα λιώνει η βροχή... Ολοι τον τιμούν, τον εξυμνούν, τον κολακεύουν, τον αναγορεύουν Πρόεδρο διαφόρων καλλιτεχνικών σωματείων, προσπαθούν να του αποσπάσουν κάποιο σχόλιο, κάποια συνέντευξη, κάποια φωτογραφία.
Εκείνος παραμένει απλός, ταπεινός, λιγόλογος, ατάραχος, δοσμένος φανατικά στην τέχνη του και μόνο, ωσότου μια ημιπληγία του αχρηστεύει τη δεξιά πλευρά και τότε, με τ’ αριστερό του χέρι πια, γυρεύει ν’ αποτελειώσει τα προπλάσματα που επίμονα ζητάει να του τ’ ανεβάζουν ολοένα απ’ το εργαστήρι. Πεθαίνει στις 15 Σεπτεμβρίου 1938.
- Μας έφαγαν οι ξένοι...
Ο Χαλεπάς γεννήθηκε το 1851 στον Πύργο της Τήνου. Αφού τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο και την πρώτη τάξη του Σχολαρχείου, μπήκε το 1869 στο Τμήμα Γλυπτικής του Πολυτεχνείου. Είχε δάσκαλο τον Λεων. Δρόση. Αποφοίτησε το 1872 με άριστη επίδοση και το 1873 έφυγε για το Μόναχο με υποτροφία της Ευαγγελίστριας Τήνου. Εκεί φοίτησε στην Ακαδημία Εικαστικών Τεχνών με δάσκαλο τον Βίντμαν, μέχρι το 1876, αποσπώντας επαίνους και βραβεία.
Το 1878 έφτιαξε στην Αθήνα την «Κοιμωμένη» και τον ίδιο χρόνο, ενώ δούλευε τη «Μήδεια» σε φυσικό μέγεθος, έχασε την πνευματική του ισορροπία.
Στις 11.7.1888 μπήκε στο Ψυχιατρείο Κέρκυρας ως πάσχων «εξ ανοίας» και από εκεί βγήκε στις 6.6.1902. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Τήνο. Το 1916 μόλις πέθανε η μητέρα του άρχισε πάλι να δουλεύει. Το 1930 ήρθε στην Αθήνα, στο σπίτι της ανιψιάς του Ειρήνης Β. Χαλεπά. Πέθανε στις 15.9.1938.
Πηγές
«Μελετήματα για τον Χαλεπά και την εποχή του» Εκδόσεις ΕΡΙΝΝΗ«Ο Χαλεπάς με τα μάτια των φωτογράφων και με τα χέρια των γλυπτών» Εκδόσεις ΕΡΙΝΝΗ
«Αντήχηση απ’ το παρελθόν - Δαφνομήλη 35 - Σόλωνος 69» Μάρω Βαμβουνάκη Εκδόσεις Φιλιππότη
«Γιαννούλης Χαλεπάς» Εθνική Πινακοθήκη
-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Εθνική Γλυπτοθήκη
Saturday, September 13, 2008
Αγνωστα σχέδια του Γιαννούλη Χαλεπά
Τα περισσότερα από αυτά ανήκουν στην τρίτη περίοδο της δημιουργίας του, την περίοδο Αθηνών (1930-1938) και είναι με κάρβουνο και μολύβι. Τα θέματά τους είναι παρμένα από τη μυθολογία, την καθημερινή ζωή, τη θρησκεία. Ακόμη, πορτρέτα και αυτοπροσωπογραφίες, τα οποία επανέρχονται σε όλες τις περιόδους της δημιουργίας του. Ανάμεσά τους: «Ο Αίσωπος», «Αφροδίτη με καθρέφτη», «Γυναικείο γυμνό», «Ο Πάρις και οι τρεις θεές», «Αμφιτρίτη», «Ειδύλλιο», «Παραμύθι της Πεντάμορφης», «Χριστός Ευλογών» κ.ά. Ακόμη περιλαμβάνονται σχέδια της περιόδου της Τήνου (γύρω στο 1918-1930), όπως: «Αγγελος», «Μελέτη επιτύμβιου μνημείου», «Γυναικείο κεφάλι», «Ανδρικό κεφάλι», «Μελέτη για τον Ορνιθοκλέπτη και δύο κεφάλια» κ.ά., καθώς επίσης και το αχρονολόγητο, ανυπόγραφο, έργο «Ανδρας με τραγιάσκα προφίλ προς τα δεξιά», το οποίο πιθανόν ανήκει στην περίοδο της Τήνου.
Οπως σημειώνει η Α. Γουλάκου - Βουτυρά, «στα σχέδια του Χαλεπά αντιλαμβάνεται κανείς αμέσως τη "γλυπτική" τους διάσταση. Είναι σχέδια γλύπτη, έχουν τη γρήγορη γραφή που καθορίζει τον όγκο, το περίγραμμα στο χώρο. Ο χώρος υπάρχει, είναι "αισθητός", ακόμα κι όταν, όπως γίνεται τις περισσότερες φορές, δε δηλώνεται σχεδιαστικά. Τα σχέδια του Χαλεπά πρέπει να τα διαβάσει κανείς ως μια άλλη άποψη των τελειωμένων γλυπτών του, σαν ένα ημερολόγιο γλυπτικής, όπου κάθε του σχέδιο έχει αναφορά σε κάποιο γλυπτό».
Ακολουθεί το κενό της ασθένειας, ο εγκλεισμός του στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας (1888-1902). Από τη δεύτερη περίοδο δημιουργίας του, όταν εγκαθίσταται στην Τήνο το 1902, σώζονται σίγουρα χρονολογημένα έργα μόνο μετά το 1918. «Τα χρόνια αυτά», σημειώνει η Α. Γουλάκου - Βουτυρά, «δύσκολα για τον Χαλεπά, όχι μόνον από οικονομική άποψη, αλλά για την απομόνωση, εγκατάλειψη, την έλλειψη επαφής και στοργής, συντελείται μια μεγάλη αλλαγή στο έργο του...». Τα χρόνια αυτά στην Τήνο σχεδίαζε παντού: Στους τοίχους του πατρικού του στον Πύργο, στα τραπέζια του καφενείου στον Πλάτανο της πλατείας, σε κουτιά από τσιγάρα, σε ό,τι έβρισκε πρόχειρο. «Ενα μεγάλο μέρος αυτών των σχεδίων», υπογραμμίζει η Α. Γουλάκου - Βουτυρά, «έχουν καταστραφεί ή χαθεί. Τα περισσότερα σχέδια αυτής της εποχής διασώθηκαν σε δέκα κατάστιχα λογαριασμών της επιχείρησης μαρμαρογλυπτικής του πατέρα του, τα οποία χρησιμοποιούσε ως υλικό σχεδίασης, όπου αποτύπωνε τη σκέψη του, την έμπνευσή του, τους προβληματισμούς του. Από την περίοδο αυτή σώζονται επίσης κάποια μονόφυλλα και σανγκίνες, τα περισσότερα από τα οποία χρονολογούνται στα τελευταία χρόνια της Τήνου, ανάμεσα στο 1927 και το 1930».
Τότε, τον Αύγουστο του 1930, η ανιψιά του, Ειρήνη Χαλεπά, τον παίρνει μαζί της στην Αθήνα, όπου εγκαθίσταται στο σπίτι της έως το θάνατό του το 1938 και ζει τα τελευταία δημιουργικά χρόνια της ζωής του μέσα σε οικογενειακό περιβάλλον και θαλπωρή. Από τα χρόνια αυτά σώζονται πολυάριθμα σχέδια σε μονόφυλλα και σε τετράδια που διατηρούνται κυρίως στην κατοχή της οικογένειας Β. Χαλεπά.
Οπως σημείωνε το 1979 ο Κώστας Ρωμανός, «τα σχέδια του Χαλεπά είναι μεγαλοφυείς μονοκοντυλιές. Με μια γραμμή σου δίνει στο χαρτί τη φιγούρα τόσο σύντομα, τόσο απλά, με τόση χάρη και αλήθεια, που σε ελάχιστους και πολύ εκλεκτούς καλλιτέχνες θα το βρείτε. Είναι γρήγορα, καμωμένα μ' αυτή τη χαρακτηριστική γεροντική γρηγοράδα, φορτωμένα με πείρα και σκέψη. Λουλούδια της ηλικίας».
Sunday, June 8, 2008
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΧΑΛΕΠΑ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ
Ενας «ενδεής πολύ πλούσιος» υπήρξε και ο Γιαννούλης Χαλεπάς. Ο χρυσός του περίσσεψε στον τόπο και στο χρόνο, αλλά κάποιοι πλούσιοι ενδεείς, όπως υπήρξε πάντα αυτό το κράτος προς τη μυθιστορηματική αυτή μορφή με χαρακτηριστικά αγίου, που εξακολουθεί να συγκινεί ειδικούς, καλλιτέχνες, αλλά και ένα ευρύτερο κοινό, μένουν ασυγκίνητοι. Ο ταλαντούχος καλλιτέχνης με την τεράστια αναγνώριση, την τραγική μοίρα, την τρέλα και την απομόνωση, κατέχει αναμφισβήτητα μια εντελώς μοναδική θέση στη νεοελληνική γλυπτική.
Είχε απόλυτο δίκιο ο Στρατής Δούκας στο βιβλίο του «Ο Βίος Ενός Αγίου», που γράφει «ο Χαλεπάς είναι ο νεοέλληνας καλλιτέχνης που, μ' όποιο όνομα και να τον καλέσουμε, θα 'ταν κατώτερο από τη μεγαλοσύνη του». Πράγματι «το σώμα του» και η τέχνη του «έτυχε να 'ναι γεμάτο παράθυρα» και να «χυθεί μέσα του ήλιος πολύς» και ο «χρυσός» του να μας χαριστεί. Αλλά εκεί που γεννήθηκε, εκεί που έζησε και δημιούργησε τη δεύτερη περίοδο της δημιουργίας του, εκεί που στέκεται ακόμη ορθό το «θεμέλιο» του βίου του, χάρη στη φροντίδα της κοινότητας του Πύργου, εκεί που τα ίχνη του συλλαβίζονται πόντο - πόντο, στους τοίχους, στα προσωπικά του αντικείμενα, στα ενθυμήματα που άντεξαν στο χρόνο, στα έργα και τα σχέδια, στα προπλάσματα και στα βιβλία που έχουν γραφτεί γι' αυτόν, και πωλούνται στους επισκέπτες, προκειμένου να μπορεί να συντηρηθεί αυτός ο χώρος που λέγεται Μουσείο Χαλεπά και δεν είναι άλλο από το σπίτι του Γιαννούλη Χαλεπά, εκεί νιώθεις και αγανακτείς από την αδιαφορία του κράτους και του ΥΠΠΟ... [Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ, Ριζοσπάστης, 8/6/2008]