Showing posts with label Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης. Show all posts
Showing posts with label Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης. Show all posts

Friday, December 12, 2008

Στο παγκόσμιο «κλείστρο» η Θεσσαλονίκη



Ανακαινίζεται το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (ΜΦΘ), αλλά ταυτόχρονα οργανώνει μία έκθεση και ένα διεθνές συμπόσιο.

Φωτογραφία του Νίκου Μάρκου από την έκθεση με θέμα το νερό
Οι εργασίες συνεχίζονται, αν και, λόγω των επεισοδίων, ο ρυθμός μειώθηκε. Από σήμερα και για τρεις μέρες το ΜΦΘ οργανώνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το διεθνές συμπόσιο «Συλλογές Φωτογραφίας - Από τις Στρατηγικές στις Πολιτικές». Συμμετέχουν 25 εκπρόσωποι και διευθυντές σημαντικών μουσείων και φορέων, ακαδημαϊκοί και συλλέκτες από Ελλάδα, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Καναδά, ΗΠΑ, Ισπανία, Ισραήλ, Ολλανδία και άλλες χώρες. Εκπρόσωποι φορέων όπως το «George Eastman House», το παλαιότερο μουσείο φωτογραφίας με συλλογή που αριθμεί άνω των 400.000 φωτογραφιών και αρνητικών, το Ιδρυμα «Henri Cartier Bresson», το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Σαν Φρανσίσκο αλλά και το Μουσείο Μπενάκη, το ΕΛΙΑ, η Εθνική Πινακοθήκη, το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Θα εξεταστεί η σπουδαιότητα και η κληρονομιά που αφήνουν οι φωτογραφικές συλλογές, οι στρατηγικές απόκτησης και συντήρησης και οι τρόποι χρηματοδότησης.

Από αύριο το ΜΦΘ παρουσιάζει όμως και την έκθεση με τίτλο «Νερό - ρεύματα», με την οποία εγκαινιάζει τον θεματικό κύκλο «Τα τέσσερα στοιχεία της φύσης και ο άνθρωπος». Παρουσιάζονται φωτογραφίες, ρεαλιστικές ή συμβολικές, με κοινό παρονομαστή το νερό. Η έκθεση αυτή αγκαλιάζει διαφορετικά ρεύματα της φωτογραφίας, όπως εκφράζονται μέσα από τα έργα 19 καλλιτεχνών από τις ΗΠΑ,τον Καναδά, τη Μεγάλη Βρετανία, την Κολομβία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, τη Δανία, τη Βραζιλία, το Ιράν και το Μπανγκλαντές, που όλοι έχουν κατά καιρούς τιμηθεί με το ελβετικό βραβείο «Prix Pictet», αλλά και από τα έργα Ελλήνων δημιουργών.

Σε άλλο τμήμα της έκθεσης παρουσιάζονται έργα που διοχετεύουν μέσα από το νερό εικόνες μυθοπλασίας, αναστοχασμού και παιγνιώδους διάθεσης. Εκπροσωπούνται ρεύματα όπου συνδιαλέγονται η φωτογραφία ντοκουμέντου με τη φωτογραφία μυθοπλασίας. Συμμετέχουν 25 καλλιτέχνες από διάφορες χώρες, ενώ την Ελλάδα εκπροσωπούν οι Γιώργης Γερόλυμπος, Σωτήρης Δανέζης, Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Στράτος Καλαφάτης, Ευαγγελία Κρανιώτη, Κώστας Κολοκυθάς, Νίκος Μάρκου, Μανώλης Μπαμπούσης, Βένια Μπεχράκη, Πάρις Πετρίδης και Δανάη Στράτου.

Την έκθεση επιμελήθηκαν ο Γκαμπριέλ Μπορέ και ο διευθυντής του ΜΦΘ, Βαγγέλης Ιωακειμίδης.

Σ.Α., ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 12/12/2008

Saturday, October 4, 2008

Ενηλικίωση μετά την ασπρόμαυρη εφηβεία

Ανταπόκριση της Βανεσσας Θεοδωροπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 5 Oκτωβρίου 2008

Ξεφυλλίζοντας τoν κατάλογο του αφιερώματος στην ελληνική φωτογραφία που πραγματοποιήθηκε μόλις πριν από δέκα χρόνια στη Νίκαια της Γαλλίας (35 Ελληνες φωτογράφοι, 800 έργα), καταλαβαίνουμε τι εννοούσε ο Jean-Pierre Giusto το βράδυ των εγκαινίων της έκθεσης «Δέκα όψεις της ελληνικής φωτογραφίας - Σύγχρονες τάσεις δημιουργίας» (18.9-9.11.2008), λέγοντας ότι η ελληνική φωτογραφία είναι μία από εκείνες που εξελίχτηκαν περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Ο διευθυντής του Théâtre de la Photographie et de l'Image που φιλοξενεί την εκδήλωση, έχει το μάτι του εξωτερικού παρατηρητή που καταφέρνει να εντοπίζει αρκετά πιο άνετα και απλά αυτό που συμβαίνει. Από το 1987 οργανώνει ένα «Σεπτέμβρη της Φωτογραφίας», αφιερωμένο κάθε χρόνο σε μια διαφορετική χώρα, ενώ το 1998 είχε συνεργαστεί στενά με τον Βαγγέλη Ιωακειμίδη, σημερινό διευθυντή του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, για την επιλογή του υλικού της πρώτης εκείνης ιστορικής έκθεσης.

Για τον Giusto, η ελληνική φωτογραφία έχει κάνει ένα τεράστιο ποιοτικό άνοιγμα: αποφορτισμένη από το «βάρος» (την «gravité») του ασπρόμαυρου, που κυριαρχεί τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά και από την ευθύνη μιας απαραίτητα «σοβαρής» θεματολογίας, λειτουργεί πλέον αυτόνομα, σαν μια ολοκληρωμένη μοντέρνα τέχνη. Οι εικόνες, ή μάλλον τα «έργα», των δέκα φωτογράφων που επέλεξε για την έκθεση της Νίκαιας ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης σε συνεργασία με τον Jean-Pierre Giusto, δεν έχουν πράγματι τίποτα να ζηλέψουν από εκείνα των ομότεχνών τους που εκτίθενται στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, ή που πωλούνται συχνά έναντι αστρονομικών ποσών στις διεθνείς φουάρ.

  • Η εξέλιξη

Πού οφείλεται όμως αυτή η «καθυστέρηση», και τι άλλαξε τα τελευταία δέκα χρόνια στον χώρο της φωτογραφίας στη χώρα μας; Μπορούμε να μιλήσουμε για ιδιαιτερότητες, για στυλιστικές τάσεις, ή έστω για μια υπερισχύουσα θεματολογία; Ή από τη στιγμή που έγινε σύγχρονη η ελληνική φωτογραφία έγινε επίσης παγκοσμιοποιημένη;

Η απάντηση του Βαγγέλη Ιωακειμίδη στο πρώτο ερώτημα είναι σαφής, πραγματιστική. Η εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας (όπως και της σύγχρονης τέχνης γενικότερα), έχει άμεση σχέση καταρχήν με την εμπειρία του εξωτερικού (οι εννιά στους δέκα φωτογράφους που παρουσιάζουν δουλειά τους στη Νίκαια έχουν κάνει σπουδές στο εξωτερικό), και κατά δεύτερο λόγο με την είσοδό της στον κόσμο των γκαλερί και της αγοράς. Είναι επόμενο και φυσικό, μια τέχνη να εξελίσσεται και να προοδεύει εκεί που υπάρχουν θεσμοί που την υποστηρίζουν, σχολές ή αυτόνομοι χώροι που επιτρέπουν τον πειραματισμό και την έρευνα, καλλιτέχνες που ανταλλάσσουν απόψεις, κοινό και ειδικοί που ενδιαφέρονται και κρίνουν. Οι περισσότεροι Ελληνες φωτογράφοι, μας εξηγεί ο διευθυντής του ΜΦΘ, μόλις τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να ορίζουν με πιο συγκεκριμένο τρόπο τι θέλουν να πουν με τις εικόνες τους, αλλά και να αισθάνονται την αποδοχή του ευρύτερου καλλιτεχνικού χώρου.

Η ίδια η ιστορία της σύγχρονης, ή «νέας» ελληνικής φωτογραφίας, δεν ξεπερνάει άλλωστε τις τρεις δεκαετίες. Μέχρι τα τέλη περίπου της δεκαετίας του εβδομήντα, οι περισσότεροι φωτογράφοι παραμένουν στην υπηρεσία του μύθου της ελληνικότητας, στη μνημειακή απεικόνιση της κλασικής Ελλάδας, ενώ μετά τον πόλεμο και τη δικτατορία, προέχει η διερεύνηση και η ανάδειξη της νέας ιστορικής πραγματικότητας. Κοινωνικά ή νατουραλιστικά ντοκουμέντα, πορτρέτα, τοπιογραφίες, τα άλμπουμ των σημαντικότερων Ελλήνων φωτογράφων της εποχής απαθανατίζουν την καθημερινότητα, τα ήθη και τα έθιμα της αθέατης Ελλάδας. Οι φορμαλιστικές ανησυχίες και οι πειραματισμοί των ευρωπαϊκών πρωτοποριών των αρχών του αιώνα ή του Μεσοπολέμου (κολλάζ, φωτομοντάζ, αφηρημένη ή εννοιολογική φωτογραφία) δεν φαίνεται να απασχολούν ιδιαίτερα μια γενιά φωτογράφων που ενδιαφέρεται να αφηγηθεί ιστορίες.

Τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν τη δεκαετία του ογδόντα, με τη δημιουργία θεσμών όπως το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών (1979), η Κρατική Σχολή Φωτογραφίας (1985), ο Διεθνής Φωτογραφικός Μήνας της Αθήνας (1987), η Φωτοσυγκυρία (1989) και ο Φωτογραφικός Κύκλος (1988). Το 1997 γράφει ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης στον κατάλογο της έκθεσης της Νίκαιας: «Η θεώρηση που μπορούμε να έχουμε για την ιστορία της φωτογραφίας είναι πιο ξεκάθαρη, οι τοποθετήσεις των σύγχρονων φωτογράφων έχουν την τάση να γίνονται πιο σαφείς».

Μπαίνοντας στο Théâtre de la Photographie, αφού παρακάμψουμε την απογοητευτική αφίσα του «Σεπτέμβρη της Φωτογραφίας» που παρά τα όσα ειπώθηκαν παραπάνω επιμένει σε μια αρκετά γραφική παρουσίαση της «Νεαρής ελληνικής φωτογραφίας» (σύμφωνα με τον βιαστικά επιλεγμένο υπότιτλο της γαλλικής διοργάνωσης) οι πρώτες εικόνες που μας υποδέχονται ανήκουν στον Γιώργη Γερόλυμπο. Υπό τον τίτλο «Mare Liberum» («η θάλασσα ανήκει σ’ αυτόν που ταξιδεύει») ο καλλιτέχνης (και συγχρόνως διδάκτωρ της Ιστορίας της Τέχνης και αρχιτέκτονας) παρουσιάζει μια σειρά από μίνιμαλ θαλασσινές «θέες», παραλλαγές σε αποχρώσεις του μπλε και του γκρι, με κυρίαρχο μοτίβο την οριζόντια γραμμή του ορίζοντα. Η μουσικότητα των εικόνων ανταγωνίζεται το κάλεσμα για αναστοχασμό, ο φωτογράφος μας μιλάει για τη σχέση του με το χρόνο, ανασύρει στιγμές και επιθυμίες, ξετυλίγει σκέψεις για τη σχεδόν αρχετυπική μας σχέση με το απέραντο γαλάζιο, αλλά και τη διάθεσή του να απαθανατίσει τα καλοκαιρινά τοπία όταν η γιορτή των διακοπών έχει παρέλθει.

Στις εικόνες του Γιώργου Κορδάκη, η θάλασσα και η παραλία μοιάζουν αντίθετες με το πρόσχημα για ένα «ελαφρύ» σχόλιο πάνω στην ενίοτε αποικιοκρατική σχέση μας με τα ειδυλλιακά τοπία, που μετατρέπονται στη σειρά Global Summer 2005 - 2008 σε θολές γραφιστικές εικόνες, μικρομακέτες με στρατιές από ανθρωπάκια και καλοκαιρινά αξεσουάρ.

Στις ιδιαίτερα θεαματικές φωτογραφίες του Νίκου Μάρκου, η θάλασσα, όποτε είναι παρούσα, λειτουργεί πάλι ως στοιχείο της σύνθεσης. Ο καλλιτέχνης δομεί με δεξιοτεχνία τα τοπία του, είτε παίζοντας με το κάδρο και τις αναλογίες είτε με την προοπτική είτε με το ίδιο το συμβάν στο οποίο παραπέμπουν οι σκηνές που επιλέγει να φωτογραφίσει. Ενα ναυάγιο, ένα αρχιτεκτονικό ερείπιο, μια βίαιη αστική παρέμβαση στη Φύση, ένα τέρμα ξεριζωμένο κι ένα δεύτερο που στέκει έρημο κι ατάραχο στην παραλία, αποκτούν πλαστική αίγλη, δραματική ή συμβολική διάσταση...

Απέναντί τους, οι εικόνες του Πάρι Πετρίδη, από τη σειρά Σημειώσεις στην άκρη του δρόμου, σταματούν το βλέμμα μας σε φαινομενικά ασήμαντες ή «πληκτικές», όπως λέει ο ίδιος, καταστάσεις και τοπία της ελληνικής επαρχίας, που ο φακός όμως έχει καταφέρει να ανάγει σε εικόνες με νόημα.

  • Αδεια ντεκόρ

Σε μια διπλανή αίθουσα, οι υποβλητικές, έντονα ατμοσφαιρικές, σχεδόν υπαρξιακές φωτογραφίες του Πάνου Κοκκινιά (μαθητής του Philippe - Lorca di Corcia και του Gregory Crewdson) μας μεταφέρουν σε κλίμα πιο κινηματογραφικό, παίζοντας με το συσπένς, την αισθητική του σύγχρονου ψυχολογικού βίντεο, αλλά και τη μεγάλη ζωγραφική του 17ου αι. (Θεώνη, 2006). Οι μοναχικές φιγούρες του Ελληνα φωτογράφου στέκουν σε τεράστια άδεια ντεκόρ (ένας διάδρομος ξενοδοχείου, μια αίθουσα αναμονής, η είσοδος ενός γκαράζ, ένα τούνελ), χώρους επιφανειακά ανώδυνους αλλά τελικά δραματικά ανοίκειους...

Σε εντελώς άλλο κλίμα, η σειρά πορτρέτων του Στράτου Καλαφάτη (Journal 1998-2002) μας φέρνει αντιμέτωπους με μια σειρά από γυναικείες φιγούρες που μας κοιτούν, σε πρώτο πλάνο, με αφύσικα φόντο, έντονα χρώματα και τεχνητούς φωτισμούς.

Οι δύο από τις τρεις γυναίκες φωτογράφους της έκθεσης, Χριστίνα Δημητριάδη και Δήμητρα Λαζαρίδου, συμμετέχουν με φωτογραφίες στις οποίες σκηνοθετούν και φωτογραφίζουν η πρώτη τον εαυτό της (Θεσσαλονίκη Σαλόνι Ι, 1996, Βερολίνο, Υπνοδωμάτιο, 1996, Obscure passages, Βερολίνο, 2003...) και η δεύτερη «οικεία» πρόσωπα (Within the mind) σε εσωτερικά διαμερισμάτων. Η προσωπικότητα ως κατασκευή ή ρόλος, ο ετεροπροσδιορισμός του ατόμου από το οικογενειακό ή κοινωνικό του περιβάλλον, η απομόνωση και η επικοινωνία είναι μερικά από τα ζητήματα που διαπραγματεύονται με μεγάλη δεξιοτεχνία αυτές οι εικόνες. Τέλος, ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος, «περιηγητής» με ένα βλέμμα - φακό στο ίδιο του το σπίτι ιδωμένο ως απέραντο (ψυχο)«τοπίο», εκθέτει αποσπάσματα, τα «βιωματικά του γλυπτά» όπως τα αποκαλεί ο ίδιος (Landscape 1, 7, 8…), ενώ η Ευαγγελία Κρανιώτη παρουσιάζει ένα μέρος από το βιβλίο της με τίτλο Au moment X. Μια σειρά από cadavre exquis (το γνωστό παιχνίδι των υπερρεαλιστών) συνοδεύει, χωρίς λογικό συσχετισμό, σαν τυχαίοι συνειρμοί, εικόνες που η καλλιτέχνις συνέλεξε στα ταξίδια της, δημιουργώντας σύντομες ποιητικές αφηγήσεις γεμάτες αισθησιασμό.

  • Αναγνωρισμένοι

Οι δέκα συμμετέχοντες στην έκθεση «Δέκα όψεις της ελληνικής φωτογραφίας» είναι, με εξαίρεση τη νεαρή Ευαγγελία Κρανιώτη, αναγνωρισμένοι καλλιτέχνες, με σημαντικό έργο, συμμετοχές σε εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, προσωπική γραφή. Σύμφωνα με τον Βαγγέλη Ιωακειμίδη, η δουλειά τους είναι αντιπροσωπευτική της εγχώριας φωτογραφικής δημιουργίας. Πέρα από οποιαδήποτε προσπάθεια θεωρητικοποίησης, εκείνο που τους χαρακτηρίζει και τους ξεχωρίζει, μας εξηγεί, είναι η ποιότητα της δουλειάς τους, το γεγονός ότι λειτουργούν πια ως ολοκληρωμένοι επαγγελματίες καλλιτέχνες.

Στην αγορά, τα έργα που είδαμε κοστολογούνται από 2,5 έως 12 χιλιάδες ευρώ. Οσον αφορά τη θεματολογία τους, ο ίδιος ξεχωρίζει τρεις γενικές κατηγορίες: τη σχέση προς τον περιβάλλοντα χώρο, την αφήγηση του προσωπικού χρόνου και την εξερεύνηση των αυτοβιογραφικών ορίων. Η έκθεση της Νίκαιας αποτελεί πράγματι ένα πανόραμα από ιδιαίτερα όμορφες, ελκυστικές έγχρωμες εικόνες, σε πολύ προσεγμένες εκτυπώσεις, ως επί το πλείστον μεγάλου μεγέθους. Το βλέμμα των φωτογράφων φαίνεται απαλλαγμένο από κάθε προκλητικά ειρωνική διάθεση – ακόμα κι όταν σχολιάζουν μια κατάσταση, το ύφος τους είναι αποστασιοποιημένο, στοχαστικό. Αν κάτι απουσιάζει εντυπωσιακά από αυτή τη σύγχρονη ελληνική φωτογραφία είναι ίσως η οξύτητα, το ωμό κριτικό πνεύμα, μια τέχνη που να επιθυμεί να καταγγείλει άμεσα ή ακόμα και να σοκάρει, μια τέχνη ανατρεπτική τόσο στη φόρμα όσο και στο περιεχόμενο της.

  • Ιnfo: «Δέκα όψεις της ελληνικής φωτογραφίας - Σύγχρονες τάσεις δημιουργίας». Εκθεση φωτογραφίας στο Théâtre de la Photographie et de l’Image, Νίκαια (18.9-9.11)

Wednesday, September 24, 2008

Ουρές στη Νίκαια για Ελληνες φωτογράφους


Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 24/09/2008

Η σύγχρονη ελληνική φωτογραφία πρωταγωνιστεί αυτές τις μέρες στη Νίκαια της Γαλλίας χάρη στην έκθεση που συνδιοργανώνουν το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (ΜΦΘ) και το Theatre de la Photographie et de l' Image της Νίκαιας (ΤΡΙ). Βρεθήκαμε στα εγκαίνια της έκθεσης την περασμένη Παρασκευή (με πρόσκληση του ΜΦΘ).

Αριστερά: Φωτογραφία του Στράτου Καλαφάτη από τη σειρά «Saga» που τράβηξε στην Ιαπωνία (παραχώρηση: γκαλερί Kalfayan, Θεσσαλονίκη, Αθήνα και του καλλιτέχνη) Δεξιά: Βερολίνο, Studio 1996. Φωτογραφία της Χριστίνας Δημητριάδη (παραχώρηση: γκαλερί Ελένη Κορωναίου, Αθήνα και της καλλιτέχνιδος)
Το ιδιαίτερα μεγάλο ενδιαφέρον, με το οποίο υποδέχτηκαν οι κάτοικοι της γαλλικής πόλης την έκθεση μάς εξέπληξε ευχάριστα. Στο πλήθος που έσπευσε, σχηματίζοντας μάλιστα ουρά πριν να ανοίξουν οι πόρτες, διακρίναμε -πέραν από τους «συνήθεις υπόπτους» φιλότεχνους- από ηλικιωμένους μέχρι πιτσιρικάδες με ράστα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Νίκαια ρίχνει προβολείς στην ελληνική φωτογραφία. Δέκα χρόνια πριν, στο πλαίσιο του «Σεπτεμβρίου της φωτογραφίας», είχε διοργανωθεί ένα (ιστορικό εκείνη τη φορά) αφιέρωμα στην ελληνική φωτογραφία από τις αρχές της (1850) μέχρι τις μέρες μας.
Ο πρόεδρος του ΜΦΘ Βαγγέλης Ιωακειμίδης, που τότε είχε δουλέψει με άλλη ιδιότητα, αυτήν του γενικού επίτροπου του ΥΠΠΟ, είπε: «Αυτό που είχαμε πετύχει τότε φαινόταν ακατόρθωτο. Πίστευα πως το επόμενο αφιέρωμα στην ελληνική φωτογραφία θα γινόταν έπειτα από 100 χρόνια. Εγινε όμως στα δέκα. Το έφεραν οι συγκυρίες, η τύχη και συγκεντρώθηκαν όλες οι προϋποθέσεις».Μία από τις προϋποθέσεις αυτές ήταν και η νέα, πολλά υποσχόμενη, γενιά δημιουργών -όλοι τους με σπουδές στο εξωτερικό- που έχει αναδειχτεί τα τελευταία χρόνια. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, οι επιμελητές της έκθεσης Βαγγέλης Ιωακειμίδης (διευθυντής του ΜΦΘ) και Ζαν Πιέρ Ζιστό (διευθυντής του ΤΡΙ), επέλεξαν για την έκθεση ανάμεσα στους Ελληνες φωτογράφους τους γεννημένους ως επί το πλείστον στα τέλη της δεκαετίας του '60, έτσι ώστε να διαμορφωθεί μια αφήγηση της πρόσφατης ελληνικής δημιουργίας. Ο Ζαν Πιέρ Ζιστό δήλωσε, μάλιστα, ενθουσιασμένος: «Είναι τεράστια η εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια!»

Προέκυψε μια εξαιρετικά καλοστημένη έκθεση εκατό φωτογραφιών, στην οποία δεν υπογραμμίζεται το θεματικό περιεχόμενο τόσο όσο η γραφή του κάθε δημιουργού. Και πράγματι η ποικιλία ήταν αξιοθαύμαστη. Είναι άλλωστε γνωστό πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη «σχολή». Ολοι τους, πάντως, δουλεύουν πολύ το χρώμα και δίνουν πλέον μεγάλη σημασία στη λεπτομέρεια. Τρεις είναι οι άξονες που προέκυψαν: η σχέση προς τον περιβάλλοντα χώρο (φυσικό ή ανθρωπογενή), η αφήγηση του προσωπικού χρόνου (μέσα από επινοημένες εικόνες, αναμνήσεις ή αυτοτελείς ιστορίες) και η εξερεύνηση των αυτοβιογραφικών ορίων.

Στα έργα του Γιωργή Γερόλυμπου παρουσιάζεται η θάλασσα σε διάφορες εκφάνσεις της, χωρίς όμως να λείπει το διακριτικό σχόλιο. Βλέπουμε ένα τοπίο θάλασσας με τις υποδομές που αφήνουν οι τουρίστες πίσω τους τον Σεπτέμβριο ή μια πισίνα σε δυσθεώρατο ύψος στην Καλντέρα. «Χρειαζόταν;», αναρωτιέται ο καλλιτέχνης, που επιλέγει να σχολιάζει και όχι να καταγγέλλει. «Η καταγγελία αφορά άλλους κλάδους της φωτογραφίας, όπως το ρεπορτάζ, όχι την τέχνη», υποστηρίζει.

Ο Πάρις Πετρίδης αναδεικνύει όψεις της ελληνικής υπαίθρου. Οι φωτογραφίες του προέρχονται από την συλλογή του «σημειώσεις στην άκρη του δρόμου». Και πράγματι, όπως λέει, «τραβήχτηκαν σε δρόμους που όλοι οδηγούμε. Κοινότοπα μέρη που όλοι βλέπουμε αλλά προσπερνάμε. Θέλησα να φτιάξω μια φωτογραφία που να έχει νόημα, μέσα από μέρη που είναι βαρετά».

Ακολουθούν οι καλοκαιρινές εικόνες του Γιώργου Κορδάκη, ο οποίος αντιμετωπίζει με ελαφρότητα ένα φαινόμενο που άλλοι αντιμετωπίζουν επικριτικά. Οι σειρές των λουομένων στην παραλία, αλλά κυρίως των ομπρελών, αποτελούν αφορμή για να αναπτυχθεί ένας πλαστικός ρυθμός γύρω από γραμμικά μοτίβα, ενώ οι μετατροπές των χρωμάτων μάς απομακρύνουν από τον πραγματικό κόσμο.

Το έργο του Νίκου Μάρκου κατευθύνεται σε μια πλαστική ανάγνωση του τοπίου, το οποίο κατά κάποιον τρόπο είναι σαν να μιλάει, όπως στην περίπτωση ενός μισοβυθισμένου πλοίου.

Ο Πάνος Κοκκινιάς απεικονίζει το επιβλητικό αστικό τοπίο με τέτοια μαεστρία ώστε συχνά να μοιάζει με σκηνικό κινηματογραφικής ταινίας.

Η Ευαγγελία Κρανιώτη φωτογραφίζει τοπία αλλά και πρόσωπα, εμπνεόμενη από τις αρχές των σουρεαλιστών. «Η συγκεκριμένη σειρά», λέει, «αποτελείται από φωτογραφίες ετερόκλητες μεταξύ τους , που συνδέονται μέσω των μικρών κειμένων που υπάρχουν δίπλα. Δημιουργείται έτσι ένα σενάριο».

Ο Στράτος Καλαφάτης θέτει σε διάλογο την ανθρώπινη μορφή με το πάντα έντονο τοπίο. Στο έργο της Χριστίνας Δημητριάδη το υποκείμενο παρουσιάζεται με τάση να εξαφανίζεται, επιτρέποντας στον χώρο να παίζει πρώτο ρόλο. Ενώ η Δήμητρα Λαζαρίδου παρουσιάζει «εικόνες καθημερινές, δικών μου ανθρώπων που βρίσκονται βυθισμένοι στις σκέψεις τους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν επικοινωνούν μεταξύ τους».

Τέλος, ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος επιχειρεί μέσα από τις εικόνες «ένα ψυχογράφημα του προσωπικού μου σύμπαντος», όπως μάς είπε ο ίδιος. «Θέλω μέσα από τις φωτογραφίες μου να πετύχω αυτό που λέμε καθαρό αίσθημα, κάτι που τόσο λείπει από την εποχή μας».

* Η έκθεση πραγματοποιήθηκε με την οικονομική υποστήριξη του ΥΠΠΟ, του Ιδρύματος Φ. Κωστοπούλου και την ευγενική χορηγία της Ορφεύς Βεϊνόγλου. Διάρκεια έως 9 Νοεμβρίου.