Wednesday, October 15, 2014
Αναστάτωση στην Καλών Τεχνών
Ηχηρή παραίτηση του πρύτανη της ΑΣΚΤ με αιχμές για τον προκάτοχό του
- O Μάριος Σπηλιόπουλος
Monday, May 17, 2010
Ατμοσφαιρικό «τοπίο» μύησης στο έργο του Πεντζίκη
Eναν χώρο «τελετουργίας», ένα ατμοσφαιρικό «Τοπίο του είναι» δημιούργησε ο Μάριος Σπηλιόπουλος στο Eθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ο καλλιτέχνης εμπνέεται από το αφήγημα «Τοπίο του Είναι» του λογοτέχνη και ζωγράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (1908-1993) και δημιουργεί ένα περιβάλλον ανάγνωσης και μύησης στο έργο του Πεντζίκη.
Στο κείμενο που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Μητέρα Θεσσαλονίκη» (1970) ο Πεντζίκης, πραγματοποιώντας ένα εσωτερικό ταξίδι αυτοσυνειδησίας, ταυτίζει μέλη του σώματός του με σημεία του γενέθλιου τόπου του, της Θεσσαλονίκης. Εκκινώντας από το υπαρξιακό ερώτημα «Ποιος είμαι; Δεν πιστεύω στη μορφή που παρουσιάζει ο καθρέφτης. Το είδωλο, όπως κι αν φωτιστεί, μ΄ αρετή ή με κακία, δεν υπάρχει», ο συγγραφέας χαρτογραφεί μια πολυστρωματική τοπογραφία της Θεσσαλονίκης, όπου το παρόν διασταυρώνεται με το μυθολογικό και ιστορικό του βάθος.
Ενα ξύλινο τραπέζι και μια κατεστραμμένη καρέκλα, ισορροπούν πάνω σε ποτήρια, τα οποία στέκονται σε μια μεταλλική δεξαμενή γεμάτη με νερό. Στην επιφάνεια του τραπεζιού έχει γραφτεί ολόκληρο το διήγημα με την παρεμβολή κλαδιών και σταυρών, στο ανοιγμένο συρτάρι με νερό βρίσκεται η περιγραφή για το κεφάλι, ενώ στο κάτω μέρος του τραπεζιού υπάρχει η αναφορά στα πόδια.
Στο μέσο του τραπεζιού κρέμεται από το ταβάνι ένας ηλεκτρικός γλόμπος. Αντικριστά με την καρέκλα ένα φωτεινό κουτί, με μια φωτογραφία του Πεντζίκη, σκαριφήματα του καλλιτέχνη με τη νεοδομία της Αγια-Σοφιάς κι ένα χειρόγραφο του ιστορικού Προκόπιου από το έργο του «Περί κτισμάτων» που βρήκε ο καλλιτέχνης στο Αγιον Ορος, συμπληρώνει το έργο.
Στους τοίχους του χώρου όπου φιλοξενείται το έργο, ο Μάριος Σπηλιόπουλος, μέσα από μια κοπιώδη διαδικασία που έλαβε τον χαρακτήρα πνευματικής άσκησης, αντέγραψε τις 1.099 λέξεις του κειμένου δημιουργώντας ένα περιβάλλον που αντλεί στοιχεία από το προσωπικό και λογοτεχνικό σύμπαν του συγγραφέα.
Μαζί με την εγκατάσταση παρουσιάζονται τρία νέα βίντεο που δημιούργησε ο καλλιτέχνης το 2010. Στα έργα αυτά παρακολουθούμε ταυτόχρονα έναν ηλικιωμένο άντρα που απαγγέλλει ολόκληρο το «Τοπίο του Είναι», καθώς και τρεις γυναίκες και ένα παιδί, που επαναλαμβάνουν αντίστοιχα τις πρώτες και την τελευταία φράση του διηγήματος.
- Εως 20/6
Η νέα εγκατάσταση του έργου «Το τοπίο του Είναι» (1997) παρουσιάζεται στο πλαίσιο της σειράς του ΕΜΣΤ, «Εργο του μήνα» με επιλογές από τη μόνιμη συλλογή του Μουσείου. Την έκθεση επιμελείται η Τίνα Πανδή. Διάρκεια έκθεσης: Εως 20/6.
Αντ. Καρ.,ΕΘΝΟΣ, 1705/2010
Saturday, December 19, 2009
ΜΑΡΙΟΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: «Αλλού βαρούν τα κρόταλα και αλλού χορεύει η αρκούδα»
- Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
- Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
- Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
- Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;
- Το βασικό ελάττωμά σας;
- Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
- Η τελευταία φορά που κλάψατε;
Ποιο τραγούδι σφυρίζετε κάνοντας ντους;
Την «Τρίτη διεθνή», αλλά φάλτσα
- Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
- Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;
- Το αγαπημένο σας ταξίδι;
- Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
- Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
- Και σε μια γυναίκα;
- Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
- Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
- Η ταινία που σας σημάδεψε;
- Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
- Το αγαπημένο σας χρώμα;
- Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
- Το αγαπημένο σας ποτό;
- Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
- Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ΄ όλα;
- Όταν δεν ζωγραφίζετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
- Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
- Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
- Ποιο είναι το μότο σας;
- Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
- Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
- Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
[ΤΑ ΝΕΑ, 19/12/2009]
Monday, September 15, 2008
Αφηγήματα στις ανησυχίες της Περσεφόνης
Από την εικαστική παρέμβαση (πάνω) και τα παιδιά (κάτω) που μετείχαν στην ιδιότυπη περφόρμανς του Μάριου Σπηλιόπουλου |
Περιφέρεσαι, παρακολουθείς βίντεο, καταγραφές και ιδέες-αφιερώματα με επεμβάσεις in situ.
Μπορείς να παραμείνεις ώρες πολλές έως ότου εξουθενωθείς και καθίσεις στην καρέκλα του καφενείου για ένα ποτό. Επιστρέφοντας στην πόλη, κοιμάσαι μακάρια γιατί σου έλαχε αυτή η πατρίδα, με όνειρα αποσπάσματα που ξέρεις γιατί τα είδες. Το πρωί, στην ώρα του καφέ και του τσιγάρου, αναλογιζόμενη πόσο πυκνό ήταν το προηγούμενο βράδυ σου, μπορεί και να αδικήσεις τον καλλιτέχνη Μάριο Σπηλιόπουλο.Γιατί σκέφτεσαι το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου «Κοιμήσου Περσεφόνη» που, ο φίλος σου ο Μάριος είχε εντάξει κάπου στη διαδρομή, τη Δήμητρα του μύθου, του ιεροφάντες, τα πάθη των ανθρώπων και τις μετακινήσεις τους, τον εργάτη που διηγείται πως γέμισε αίματα από το ατύχημα που έγινε μπρος στα μάτια του, αλλά «σαν φτωχός συνέχισε να δουλεύει» τα χιλιάδες παπούτσια -ίχνη των διερχόμενων της ιστορίας, τις σύγχρονες παρελάσεις και τους πάλαι ποτέ ήρωες της Αντίστασης με τους οποίους γαλουχήθηκες, τους σύγχρονους μετανάστες, αλλά και το άχαρο κράτος που ούτε το ιστορικό σαπωνοποιείο κατάφερε να στηρίξει. Σκέφτεσαι, σκέφτεσαι, λες και ξαναλές: Μπράβο, βρε Μάριε, εντάσεις και δικά σου σενάρια με μουσικές του Μάρκου και του Τσιτσάνη, πας στην Πόλη και τα παράλια, ξαναβλέπεις τρομαγμένους Κούρδους που το 'σκασαν από τον τόπο τους και βρήκαν αποκούμπι στην Ελευσίνα. Και τότε, μπαίνει ο διάολος μέσα σου και αρχίζεις να ψάχνεις το εικαστικό έργο, θυμάσαι και εκείνη τη ρήση του Μπρεχτ ότι η τέχνη ξεκινά εκεί όπου σταματά η συγκίνηση και τότε τη στήνεις καχύποπτα στον Σπηλιόπουλο, που έχασε το μέτρο, μιλώντας περισσότερο από ό,τι χρειαζόταν, θυμάσαι κάτι αδέξιες φλυαρίες με αναπαραστάσεις βωμών και καταριέσαι τη στιγμή που έχοντας δει πολλά, ούτε να συγκινηθείς σαν άνθρωπος δεν καταφέρνεις.
Και εδώ χρειάζεται το κουράγιο να δούμε τι γίνεται και τι δεν γίνεται σ' αυτό τον τόπο, πώς τρέχουν οι καλλιτέχνες μας πίσω από την κάθε είδους σαχλαμαρίτσα του Διαδικτύου, ποιος είναι ο δικός μας ρόλος ως συμπαραγωγοί του εικαστικού γίγνεσθαι που δεν είναι πάντα και τόσο αθώο στις προθέσεις του και πως έχει καταγραφεί και βιωθεί η μοντερνικότητα πριν περάσουμε στον μεταμοντερνισμό και δικαιώσουμε τα πάντα, πριν αποφασίσουμε ότι η εικόνα είναι φόρμα του χρόνου μας και πάψουμε να ασκούμε εαυτόν σε πειθαρχία τέτοια που να παράγει φόρμα και προσωπικό ύφος στο οποιοδήποτε μέσον.
Η στάση του Μάριου Σπηλιόπουλου, έντιμη και σαφής. Οργάνωσε μια υπερπαραγωγή, με το τίποτα, από τις δυνάμεις και τις μνήμες του τόπου, αφιερώνοντάς την στον τόπο. Το ενδιαφέρον του, επικεντρώθηκε στην αναπαραγωγή ζωής στις μηχανές και το τοπίο του εργοστασίου. Εψαξε και αξιοποίησε αρχειακό υλικό, τεράστιο, τιμώντας, όπως σημειώνει ο ίδιος, αυτούς που επιμένουν να θυμούνται. Συνδέοντας την απώτερη ιστορία της Δήμητρας, της Περσεφόνης και του Ιεροφάντη με τη σύγχρονη πραγματικότητα, έκανε τεράστιο εκπαιδευτικό έργο, αφού τα 400-500 παιδιά που μετείχαν στην ιδιότυπη περφόρμανς είχαν δεχτεί επισκέψεις στο σχολείο τους και αναφορές από τον ίδιο τον καλλιτέχνη. Δούλεψε με προθέσεις παραπάνω από σοβαρές, για δύο περίπου χρόνια, καθημερινά οργώνοντας δρόμους και νεκροταφεία. Αν η Ελευσίνα αξιοποιήσει ευρύτερα το υλικό του Μάριου Σπηλιόπουλου, ασφαλώς και θα έχει μια μοναδική καταγραφή της νεότερης ιστορίας της.
Λειτούργησε, όπως δηλώνει και ο ίδιος, ως συντονιστής του εγχειρήματος που αποτελεί έργο των πολλών που άφησαν εκεί τα ίχνη τους.
Ο ρόλος του καλλιτέχνη, λοιπόν, συνάδει με εκείνον του ευαίσθητου διαχειριστή του αρχείου της μνήμης. Ο Σπηλιόπουλος έχει συνέχεια και συνέπεια στο είδος της δουλειάς, αφού ανέκαθεν αρχειοθετούσε μνήμες (ακόμη και σε εποχές που τα αρχεία δεν είχαν γίνει μόδα στην τέχνη) και άναβε λαμπάδες στο παρελθόν. Το προσωπικό του ίχνος σε αυτή την περιπέτεια αναδεικνύεται στην ισχυρή εγκατάσταση των παπουτσιών και η δήλωσή του φτάνει στην τέχνη φτάνει έως την επιλογή να φιλμάρει τον τάφο του Ελευσίνιου Θανάση Τσίγκου.
Αυστηρά, θα καταλήξω ότι το όλο εγχείρημα ως έργο εικαστικό είναι άνισο, γιατί κάπου δεν καταφέρνει να τιθασεύσει τον συναισθηματικό χείμαρρο και χάνει τον έλεγχο. Ως σύνθεση μιας μακριάς ζωής των ανθρώπων και της περιοχής, παραμένει μοναδικό στην πληρότητα της ποικιλίας του. *
Saturday, September 13, 2008
Ιχνηλατώντας τις διαδρομές της μνήμης
Της Μαργαρίτας Πουρνάρα
Η συγκίνηση έχει εκθρονιστεί από την σύγχρονη τέχνη. Η έξυπνη ιδέα συνήθως αρκεί. Οσα έργα προκαλούν ένα θρόισμα στην καρδιά (πολύ χειρότερα, ένα δάκρυ στα μάτια) θεωρούνται εύκολος εντυπωσιασμός ή φτηνός λαϊκισμός. Αν όμως ένας καλλιτέχνης τολμήσει να μην απευθυνθεί στο μυαλό ή στο στομάχι, τότε είμαστε μπροστά σε ένα ενδιαφέρον πείραμα. Στην περίπτωση του Μάριου Σπηλιόπουλου που παρουσιάζει αυτήν περίοδο την μνημειακή εγκατάσταση «Ανθρώπων Ιχνη» στο εγκαταλελειμμένο σαπωνοποιείο Χαρίλαος & Κανελλόπουλος, η στόχευση είναι σαφής. Ο εικαστικός και καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών μετατρέπει έναν ερειπιώνα 18.000 τ.μ. σε εργοστάσιο παραγωγής μνήμης και συναισθήματος. Και καταφέρνει να «χτυπήσει» τον θεατή στο υπογάστριο, χωρίς να γίνει μελό ούτε για μια στιγμή.
Το έργο του Σπηλιόπουλου έχει άλλη μια σημαντική ιδιαιτερότητα. Είναι πράγματι διαδραστικό και συμμετοχικό. Ο καλλιτέχνης κατάφερε να εμπλέξει στο έργο του όλες τις κοινότητες της πόλης. Οι μαθητές του δώρισαν 4.500 παλιά παπούτσια με τα οποία ιχνηλατείται η διαδρομή μέσα στο αχανές εργοστάσιο. Οι συλλέκτες του έδωσαν φωτογραφίες και πλούσιο αρχειακό υλικό. Από κοντά παλιοί εργάτες, οι παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές, οι μετανάστες, οι σύγχρονοι κάτοικοι, όλοι παρόντες, πρόθυμοι να βοηθήσουν. Κάποιοι από αυτούς αισθάνθηκαν τόσο δικό τους το έργο που πήγαν και άφησαν ρούχα και εικονίσματα σε μιαν αίθουσα, όπου ο καλλιτέχνης έχει τοποθετήσει ράντζα σαν και αυτά που κάποτε κοιμούνταν οι πρόσφυγες, όταν βρήκαν κατάλυμα στο εργοστάσιο. Με αφορμή το εγχείρημα αυτό, ο Μάριος Σπηλιόπουλος μιλάει στην «Κ» για τη σχέση που ανέπτυξε με την Ελευσίνα και τους ανθρώπους της και την συναρπαστική παραγωγή αυτού του έργου που κράτησε πάνω από ένα χρόνο.
- Ποια ήταν η επαφή σας με την Ελευσίνα, πριν από το πρότζεκτ «Ανθρώπων Ιχνη»;
— Η μόνη σχέση μου με την Ελευσίνα ήταν πως όταν μεγάλωνα στον Πολύγυρο Χαλκιδικής, άκουγα στο τρανζιστοράκι τους αγώνες μεταξύ Πανελευσινιακού και ΠΑΟΚ. Είχα γνωρίσει την περιοχή μόνο μέσα από το ποδόσφαιρο. Αργότερα, όταν πέρασα στη Σχολή Καλών Τεχνών, επισκέφθηκα ως αμόρφωτος επαρχιώτης τον αρχαιολογικό χώρο με τον καθηγητή μας Παύλο Μυλωνά. Επέστρεψα, όταν μου ζήτησαν πριν από 2 χρόνια να πάρω μέρος ως εικαστικός στο φεστιβάλ Αισχύλεια, έχοντας στο μεταξύ δει την ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή, «Αγέλαστος Πέτρα». Για να μπορέσω να ανακαλύψω τον τόπο, ξεκίνησα πάλι με μια επίσκεψη στον αρχαιολογικό χώρο. Τα ευρήματα μου προξένησαν μεγάλη εντύπωση και διάβασα το βιβλίο του Κερένιν για τα Ελευσίνια Μυστήρια. Μετά το μακρινό παρελθόν, έκανα μια βόλτα στα παλαιά βιομηχανικά κτίρια, είδα τις ελιές του Θριάσιου Πεδίου, κάτασπρες από τη σκόνη που βγάζει ο Τιτάνας.
- Γιατί αποφασίσατε να χρησιμοποιήσετε τις διηγήσεις ως πρώτη ύλη για το έργο σας;
— Η γη της Ελευσίνας είναι ποτισμένη ιστορία που ακόμα και σήμερα επηρεάζει τους κατοίκους. Στα χώματά της άνθισαν τα σπαρτά, όταν η θεά Δήμητρα γιόρτασε την επιστροφή της κόρης της Περσεφόνης από τον Αδη. Εκεί, συνέρρεαν χιλιάδες πιστοί στην αρχαιότητα για να γίνουν μύστες στα Ελευσίνια Μυστήρια. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί λένε ακόμα και τώρα «Βοήθα Παναγία και Θεά Δήμητρα». Στην Τουρκοκρατία οι άνθρωποι έχτιζαν τα σπίτια τους χρησιμοποιώντας μέλη από αρχαίους ναούς. Υστερα έγινε ένα από τα πρώτα βιομηχανικά κέντρα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, με μονάδες που είχαν ονόματα μυθολογικά: Ιριδα, Κρόνος, Τιτάνας. Στο λιμάνι της έφτασαν οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες από την Μικρασία και την Κωνσταντινούπολη για να δουλέψουν πλάι πλάι με Κυκλαδίτες, Κρητικούς και Μακεδόνες στις φάμπρικες. Στα παλιά προσφυγικά σπίτια μένουν σήμερα οι Πακιστανοί μετανάστες. Πώς να γυρίσεις την πλάτη σε όλες αυτές τις τεράστιες αντιθέσεις;
- Πώς πείσατε τον απλό κόσμο, να ασχοληθεί με το εγχείρημά σας;
— Στην αρχή ζήτησα τη συμβολή ορισμένων που είχαν υλικό. Μεγάλη βοήθεια ήρθε από έναν παλαιό εργάτη του Τιτάνα που λέγεται Γιάννης Καλομενίδης που είχε συγκεντρώσει από μεράκι ένα τεράστιο αρχείο για την περιοχή, με παλιές φωτογραφίες ενός αντάρτη φωτογράφου, τον Βασίλη Τσάκο. Σταδιακά όμως, διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και όλοι ήθελαν να μου συμπαρασταθούν. Κάναμε άπειρες ώρες κουβέντα με τον Στέλιο Ιορδάνογλου, τον παλιό έργάτη του σαπωνοποιείου. Πολλές φορές κοιμόμουν σπίτι του και το βράδυ ερχόταν η κυρά του και με σκέπαζε. Το έργο ήταν ένας επώδυνος τοκετός. Κάθε βίντεο είναι μια ταινία μικρού μήκους. Σκέφτηκα λ.χ. ότι για να ζωντανέψουν αυτοί οι νεκροί χώροι σκέφτηκα ότι έπρεπε να βάλω παιδιά να περπατήσουν μέσα σε αυτούς. Για να μπορέσω να το πετύχω πέρασα πολλές ώρες μαζί τους στην τάξη όπου τους μίλησα για την ιστορία της Ελευσίνας και συνέδεσα την αρχαιότητα με το εργοστάσιο. Το Υε Κύε (Βρέξε - Καρποφόρησε, από τις ελάχιστες φράσεις που διασώζονται απο τα Ελευσίνια Μυστήρια) έγινε σύνθημα στα σχολεία.
- Ηταν εύκολο να παραμερίσετε τον εαυτό σας και να κάνετε τους ίδιους πρωταγωνιστές;
— Είδα με διαύγεια πως οι καλλιτέχνες ζουν συχνά σε μιαν αυτιστική εγωπάθεια, μέσα στο μυαλό τους, και αφήνουν απέξω όλους τους άλλους. Είμαστε φωνές πολλών ανθρώπων. Οσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε τόσο καλύτερα για εμάς. Μέσα από τους άλλους ενισχύθηκε η δική μου φωνή. Αλλωστε, δεν θεωρώ ότι η εικαστική μου παρέμβαση στο εργοστάσιο είναι ένα έργο τέχνης. Βγήκε από τον τόπο όχι από εμένα. Είναι συλλογικό. Εγώ ήμουν ο ανιματέρ, ο συντονιστής. Δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί αν οι κάτοικοι δεν συνέβαλαν με προσωπική εργασία. Ολοι κινητοποιήθηκαν και διεκδίκησαν κατά κάποιον τρόπο μια θέση στο έργο. Ναι, εγώ ξεκίνησα κάτι τοποθετώντας λ.χ. κάποια παλιά κρεβάτια σαν και αυτά που κοιμούνταν οι πρόσφυγες σε ένα χώρο. Τα είχα βάλει λιτά και απέριττα, σύμφωνα με τη δική μου αισθητική άποψη. Αργότερα όμως ήρθαν οι ίδιοι οι θεατές - κάτοικοι της Ελευσίνας και άφησαν κουβέρτες, ρούχα, κάποιος κάρφωσε μια εικόνα στον τοίχο, διότι «έτσι γινόταν τότε». Το έργο δεν βγήκε από το μυαλό αλλά από τις συζητήσεις και τις συγκινήσεις που είχα με τους ανθρώπους του τόπου.
Το δίδαγμα
- Ποιο είναι το δίδαγμα του έργου;
— Η Ελευσίνα είναι ένας τόπος με αίσθηση του τραγικού. Η τραγωδία είναι μια σύγκρουση θεών και ανθρώπων. Και στη βιομηχανική εποχή, το ίδιο πράγμα συνέβαινε. Οι Κανελλόπουλοι ήταν οι θεοί, Εδιναν ζωή και ψωμί σε εκατοντάδες ανθρώπους που ήρθαν εδώ από κάθε γωνιά της Ελλάδας για να βρουν δουλειά. Από την άλλη, η Ελευσίνα είναι ένας τόπος όπου οι άνθρωποί της κάνουν ουσιαστικά μικρά πράγματα για τον τόπο. Τον αγαπάνε, τον πονάνε, τον αισθάνονται. Εγινα κι εγώ Ελευσίνιος. Προσωπικά, ήταν μεγάλο δίδαγμα το γεγονός ότι άφησα τον εαυτό μου πίσω και έδωσα βήμα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους να εκφραστούν.
Το έργο του Μάριου Σπηλιόπουλου είναι η φετινή πρόταση του φεστιβάλ «Αισχύλεια» και θα διαρκέσει μέχρι και τις 12 Οκτωβρίου.
Με τη συγκίνηση αποκτάς συνείδηση
- Τι σας έκανε να στοχεύσετε στο συναίσθημα;
— Δεν το είχα αποφασίσει από την αρχή. Η συγκίνηση θεωρείται λίγο πασέ ή ότι είναι απόπειρα να κατευθύνεις τον θεατή Δεν τη φοβήθηκα όμως. Αφέθηκα και δούλεψα με αυτήν. Οι ταινίες του Αλμοδοβάρ σε συνεπαίρνουν γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Δεν φοβάται μήπως τον πουν λαϊκό, φολκλόρ. Εχουμε απηυδήσει από την εξυπνάδα της σύγχρονης τέχνης. Οι Ελληνες καλλιτέχνες δεν μπορούν να γίνουν ξαφνικά Young British Artist. Η τέχνη είναι ένα ένδυμα που δεν πρέπει να είναι ούτε μεγάλο ούτε μικρό αλλά στα μέτρα μας. Δεν χρειάζεται να είσαι τζάνκι Λονδρέζος για να κάνεις ένα ενδιαφέρον σύγχρονο έργο. Μπορείς να είσαι και από τον Πύργο Ηλείας, να βοηθάς τον πατέρα σου στα χωράφια και να κάνεις κάτι αυθεντικό με τα βιώματά σου. Σε πολλούς επαρχιώτες φοιτητές μου λέω: «Βάλτε λίγο χώμα στα έργα σας». Μέσα από τη συγκίνηση αποκτάς συνείδηση. Μπορείς να γίνεις οικολόγος, ακτιβιστής, υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Monday, September 8, 2008
Στρώνοντας τα κρεβάτια της μνήμης
Τα σιδερένια κρεβάτια της προσφυγιάς... |
Αυτός που δεν φοβήθηκε καθόλου τη συγκίνηση ήταν σίγουρα ο εικαστικός και καθηγητής της ΑΣΚΤ Μάριος Σπηλιόπουλος, όταν δημιουργούσε σε έναν ερειπιώνα 17.705 τ.μ. στην Ελευσίνα, μαζί με τους κατοίκους της, το μνημειακό έργο «Ανθρώπων ίχνη». Ο εικαστικός, στα φετινά «Αισχύλεια», αξιοποίησε το ελαιουργείο και σαπωνοποιείο «Χαρίλαος & Κανελλόπουλος» του 19ου αιώνα, για να βάλει μπρος τις μηχανές ενός αχανούς εργοστασίου μνήμης.
Περισσότερα από 4.000 φορεμένα παπούτσια, το ένα πίσω από το άλλο, χαράσσουν ανάμεσα στα ερείπια του βιομηχανικού χώρου μια απρόβλεπτη εικαστική διαδρομή. Με οπτικοακουστικά μέσα -φωτογραφίες, βίντεο που προβάλλονται πάνω σε ετοιμόρροπους τοίχους, ηχητικά ντοκουμέντα και μικρές κατασκευές- αναδύεται η μακραίωνη και αντιφατική ιστορία της Ελευσίνας και αποκαλύπτεται ένα οικουμενικό έργο σπάνιας ανθρωπιάς και ευαισθησίας.
Στην εικαστική παρέμβαση «Ανθρώπων ίχνη», τα Ελευσίνια Μυστήρια, η Δήμητρα και η Περσεφόνη, οι Μύστες και ο Ιεροφάντης συνομιλούν με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελευσίνα το '22, αλλά και με τους σημερινούς Πακιστανούς μετανάστες. Οι αφηγήσεις των εργατών για τα δύσκολα χρόνια δουλειάς στο εργοστάσιο συμφύρονται με τις φωνές των παιδιών από τα Δημοτικά και τα Γυμνάσια της Ελευσίνας, καθώς τραγουδούν τον «Εφιάλτη της Περσεφόνης» των Γκάτσου/Χατζιδάκι και μεταφέρουν στο σήμερα τις ιαχές «Υε, Κύε», δηλαδή «βρέξε, καρποφόρησε» που άκουγαν αιώνες πριν όσοι βρίσκονταν έξω από το τελεστήριο των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Την περασμένη Παρασκευή, μία μέρα πριν από τα επίσημα εγκαίνια της εικαστικής παρέμβασης, βρεθήκαμε στον χώρο του παλιού εργοστασίου. Η 85χρονη κυρία Μαρία τραγουδούσε στη βιντεο-οθόνη που έχει τοποθετηθεί μέσα στα χαλάσματα ένα τραγούδι από τις παλιές πατρίδες των προσφύγων: «Σαν πας στα ξένα πάρε και μένα για συντροφιά...». Δίπλα μας βρίσκονταν παραταγμένοι οι «γυμνοί», σιδερένιοι σκελετοί αρκετών κρεβατιών. Τοποθετήθηκαν εκεί για να επαναφέρουν την εικόνα που αντίκρισαν οι πρόσφυγες όταν έφτασαν καταπονημένοι στην Ελευσίνα. Κάποιες γυναίκες αυθόρμητα έφεραν σκεπάσματα από το σπίτι τους και έστρωσαν τα κρεβάτια. Κανένας δεν τις καθοδήγησε. Σ' αυτή την αποθέωση της γνήσιας διαδραστικότητας, ένιωσαν απλώς την ανάγκη να δώσουν πνοή στην εγκατάσταση. Αυτή και μόνον η χειρονομία δίνει υψηλό νόημα στη σύγχρονη τέχνη. Αγγίζει την ιερότητα και τιμά με τον πιο βαθύ και συγκινητικό τρόπο τη μνήμη και τη δύσκολη ζωή των βίαια εκπατρισμένων μέσα στους αιώνες.
Ο Μάριος Σπηλιόπουλος επιβεβαίωσε, με θαυμαστό τρόπο, όσα μας έλεγε πρόσφατα: «Είμαι απλώς ο εμψυχωτής αυτού του έργου. Όλοι είμαστε, άλλωστε, φωνές πολλών ανθρώπων».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 08/09/2008
Wednesday, September 3, 2008
Εικαστικές παρεμβάσεις σε ένα «Σαπωνοποιείον»
Η Ελευσίνα είναι ένας ιδιαίτερος τόπος. Το σημαντικό θρησκευτικό κέντρο της αρχαιότητας που φιλοξενούσε τα Ελευσίνεια Μυστήρια έγινε το πρώτο βιομηχανικό κέντρο του νεοσύστατου βιομηχανικού κράτους. Ενα από τα εγκαταλελειμμένα αυτά εργοστάσια που κάποτε έσφυζε από ζωή, γίνεται πεδίο δράσης για τον εικαστικό Μάριο Σπηλιόπουλο. O καλλιτέχνης παρουσιάζει από το Σάββατο ένα πλέγμα παρεμβάσεων στο παλαιό Ελαιουργείον και Σαπωνοποιείον των Χαριλάου και Κανελλόπουλου στο πλαίσιο των φετινών Αισχυλείων.
Το σημερινό ερειπωμένο βιομηχανικό κέλυφος των 17.705 τ.μ. υπήρξε ακμαίος βιομηχανικός χώρος. Από την ίδρυσή του, το 1875, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 που έκλεισε, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εκβιομηχάνιση της Ελευσίνας και της Ελλάδας συνολικά.
Παγίδες μνήμης
Ο Μάριος Σπηλιόπουλος θεωρεί αυτούς τους τόπους ερειπίων «εργοστάσια παραγωγής μνήμης». Στις παρεμβάσεις που κάνει, χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη διηγήσεις, εικόνες και βίντεο που προέρχονται από τους ίδιους τους κατοίκους. Απόγονοι Μικρασιατών θυμούνται παλιά τραγούδια, ποδοσφαιριστές διηγούνται τις δόξες της ομάδας, μαθητές των σχολείων περπατούν μέσα στον ερειπιώνα σαν μια σύγχρονη ελευσίνια πομπή. Ενα εγχείρημα, στο οποίο συμμετέχουν ενεργά πολλές ομάδες του τοπικού πληθυσμού.
Στόχος αυτού του πρότζεκτ είναι άλλωστε να συνδέσει το παρελθόν της πόλης με το παρόν μέσα από τους ανθρώπους και τα μνημεία τους. Την πορεία μέσα στο αχανές εργοστάσιο σηματοδοτούν παλιά χρησιμοποιημένα παπούτσια τριών γενεών Ελευσινίων που προσφέρθηκαν από τους σημερινούς κατοίκους της πόλης.