Thursday, November 5, 2009

«Μπαίνω, βλέπω, τρελαίνομαι, αγοράζω»

«Εχω πολύ ωραίο κρασί, έρχεσαι;» του είπε μια μέρα ο Χρόνης Μπότσογλου. Ο Σωτήρης Φέλιος πήγε στο εργαστήρι του ζωγράφου και κάποια στιγμή τον ρώτησε «τι φτιάχνεις τώρα;» Ο Μπότσογλου του δείχνει τα 26 έργα που αποτελούν την «Προσωπική Νέκυια». «Μου κόπηκαν τα πόδια», θυμάται ο Σωτήρης Φέλιος. Αρχισαν να συζητούν με πάθος για τον Ομηρο, τις μανάδες τους, τους πεθαμένους τους.

Ενα από τα έργα του Κώστα Παπανικολάου που θα εκτεθούν στο Μουσείο Μπενάκη

Ενα από τα έργα του Κώστα Παπανικολάου που θα εκτεθούν στο Μουσείο Μπενάκη

«Το πουλάς;», ρωτάει ο συλλέκτης. Ο ζωγράφος έκανε μια γκριμάτσα απορίας. «Να το πάρω εγώ;», ρώτησε ο Φέλιος. «Πάρ' το», απάντησε ο Μπότσογλου. Κι έτσι απλά η «Νέκυια» βρέθηκε στη συλλογή του Σωτήρη Φέλιου πολύ πριν εκτεθεί στο Μουσείο Μπενάκη στα τέλη του 2002.

Δεν πήγε στο εργαστήρι του για ν' αγοράσει έργο. Ο Χρόνης Μπότσογλου είναι εδώ και χρόνια φίλος του. Οπως είναι και ο Στέφανος Δασκαλάκης, ο Χρήστος Μποκόρος, ο Γιώργος Ρόρρης, ο Τάσος Μαντζαβίνος, ο Κώστας Παπανικολάου και ο Εδουάρδος Σακαγιάν. Εξι ζωγράφοι τους οποίους θαυμάζει και αγοράζει συστηματικά έργα τους.

Περισσότερα από 100 είναι τα έργα τους που ο Σωτήρης Φέλιος επέλεξε από τη συλλογή του για να τα δείξει από τη Δευτέρα στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς 138, σε μια έκθεση με τίτλο «Το βλέμμα του χρόνου. Ιστορίες εικόνων». Σε κάθε έναν αναλογούν περισσότερα από 10 έργα. Ο θεατής θα έχει έτσι την ευκαιρία να σχηματίσει την εικόνα της παραστατικής ζωγραφικής των τελευταίων δεκαετιών έτσι όπως θα εκτίθενται τα έργα «και μαζί και χώρια». Επιπλέον θα παρουσιάζεται η εξελικτική πορεία κάθε ζωγράφου αλλά (γιατί όχι;) και οι εκλεκτικές τους συγγένειες. Και οι έξι άλλωστε -χοντρικά- είναι συνομήλικοι.

«Τα έργα τους έχουν ταυτότητα. Η ιδιαιτερότητα της ταυτότητας του καθενός είναι πολύ σημαντική σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον αχταρμά της», λέει ο Σωτήρης Φέλιος για τους έξι καλλιτέχνες

«Τα έργα τους έχουν ταυτότητα. Η ιδιαιτερότητα της ταυτότητας του καθενός είναι πολύ σημαντική σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον αχταρμά της», λέει ο Σωτήρης Φέλιος για τους έξι καλλιτέχνες

«Ο καθένας με τον τρόπο του δίνει μια ταυτότητα στην ελληνική ζωγραφική του καιρού μας. Κατά τη γνώμη μου, η ιδιαιτερότητα της ταυτότητας του καθενός είναι πολύ σημαντική σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον αχταρμά της», τονίζει ο 57χρονος δικηγόρος Σωτήρης Φέλιος.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Τρίπολη, σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, έκανε μεταπτυχιακά στη Γαλλία και όταν επέστρεψε, ξεκίνησε να δικηγορεί με κύριο αντικείμενο το δίκαιο των επιχειρήσεων. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80 δεν ήταν τακτικός ούτε στις γκαλερί ούτε στα μουσεία. Ολα άρχισαν από την ανάγκη να γεμίσει τους τοίχους του γραφείου και του σπιτιού. Δεν είχε όμως συνειδητοποιήσει πού θα οδηγηθεί. Αγαπούσε τη ζωγραφική, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. «Ξεκίνησα με μια εμμονή: ζωγραφική, τελάρο και πινέλο. Οχι μόνο δεν με έχει εγκαταλείψει, αλλά έγινα και χειρότερος».

Το πρώτο του έργο ήταν ο «Κυπρίνος» του Χρήστου Μποκόρου. Θυμάται ακόμη την ημέρα που τον γνώρισε. Του έλεγε πόσο πολύ τού αρέσει ο τρόπος που ζωγραφίζει. «Θεωρώ ότι άλλος είναι καλύτερος ζωγράφος», τον διέκοψε ο Μποκόρος και τον πήγε στο ατελιέ του Κώστα Παπανικολάου. «Είναι κι αυτό ένα δείγμα ήθους», σχολιάζει ο συλλέκτης. «Μία από τις πλάκες μας κάθε φορά που βρισκόμαστε είναι αυτές ακριβώς οι σχέσεις μας...».

Ακομπλεξάριστος και παρορμητικός και ο ίδιος, δεν διεκδικεί κανενός είδους δάφνες. Η συλλογή του ξεπερνά τα 600 έργα. Περιγράφει με αυθορμητισμό που ξαφνιάζει τα προβλήματα που τη συνοδεύουν. «Πού τα βάζεις; Σε μικρό χρονικό διάστημα γέμισε το σπίτι, γέμισε το γραφείο, γέμισε και το εξοχικό. Τι κάνεις; Γιατί τα έργα υπάρχουν όταν τα βλέπεις, αλλιώς δεν έχει νόημα».

Αγόρασε έναν χώρο στη Φωκίωνος Νέγρη. Μέχρι το τέλος του μήνα θα παραδοθεί από τον αρχιτέκτονα Ανδρέα Κούρκουλα και θα μεταφερθούν εκεί όλα τα έργα της συλλογής. «Δεν θα είναι ούτε γκαλερί ούτε μουσείο. Θα είναι ιδιωτικός χώρος, ένα ντεπό, όπου θα μπορείς να δεις αλλά και να δείξεις έργα. Σκέφτομαι να τον μοιράζομαι με ανθρώπους που έχουν την ίδια εμμονή για τη ζωγραφική. Συζητούσαμε με τον Μισέλ Φάις το ενδεχόμενο ύπαρξης μιας επιτροπής που θα κάνει προτάσεις. Εχω την άνεση να τις υλοποιώ. Για να περνάμε καλύτερα. Μια ζωή την έχουμε...».

Μέχρι σήμερα δεν έχει πουλήσει ούτε ένα έργο. Και έχει και Γιάννη Μόραλη και Γιώργο Λάππα και Τάκι και Αλέξη Κυριτσόπουλο και Παναγιώτη Τέτση και πολλούς ακόμη. Δεν τον ενδιαφέρει καθόλου το χρηματιστήριο τιμών.

«Είμαι τελείως έξω απ' αυτή την ιστορία. Η αίσθησή μου είναι ότι διαμορφώνονται τάσεις που πολλές φορές είναι, δυστυχώς, παιχνίδια αναντίστοιχα με τις αξίες. Ο κάθε συλλέκτης είναι ο εαυτός του. Εγώ δεν κάνω υπολογισμούς πριν την αγορά. Μπαίνω, βλέπω, τρελαίνομαι, αγοράζω. Τόσο απλά. Οσα έργα έχω αγοράσει αντιπροσωπεύουν μια συγκεκριμένη συγκίνηση. Πολλά εξακολουθούν να μου την προσφέρουν, κάποια όχι. Μόνο και μόνο επειδή θυμάμαι τι ένιωσα όταν τα πρωτοείδα με κάνει να λέω "άσ' τα εκεί"... Είναι μια μορφή μανίας το συλλέγειν».

Info: Διάρκεια έως 13 Δεκεμβρίου. Θα πραγματοποιηθούν τρεις ξεναγήσεις του κοινού από τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Στις 14/11 (Χρ. Μποκόρος - Εδ. Σακαγιάν), 21/11 (Τ. Μαντζαβίνος & Κ. Παπανικολάου) και 28/11 (Στ. Δασκαλάκης & Γ. Ρόρρης) στις 12 μ.μ.

Εβαλα γυμνό του Ρόρρη σε αίθουσα συσκέψεων

«Πήρα την «Μπλε Αλεξάνδρα» του Γιώργου Ρόρρη, που τη θεωρώ αριστούργημα, ένα από τα καλύτερα γυμνά του. «Πού θα τη βάλεις;» με ρώτησε ο ζωγράφος. «Στην αίθουσα συσκέψεων», του απάντησα.

Ε, λοιπόν, ούτε ένας δεν σοκαρίστηκε, ούτε ένας δεν της αρνήθηκε το βλέμμα του. Δεν ξέρω αν τους γαλήνευε. Είναι βέβαιο, όμως, ότι τους προσέφερε μια βεβαιότητα, μια σιγουριά ότι υπάρχει κάτι αγαπημένο, τη στιγμή που τους απασχολούσε έντονα το πρόβλημα που τους οδήγησε στο γραφείο μου...».

Wednesday, November 4, 2009

«Ελπίζω να ζήσω λίγο ακόμα για να κάνω κι άλλα δώρα»

«Θα συνεχίσω να βοηθώ, όσο ζω, ανθρώπους που φέρονται ηρωικά. Οι «Γιατροί Χωρίς Σύνορα» είναι ήρωες για μένα, αφού πηγαίνουν στην Αφρική και γιατρεύουν τον κόσμο που υποφέρει», μας λέει ο διεθνούς φήμης γλύπτης Τάκις.

«Υπάρχει μια ατμόσφαιρα κατάπτωσης στον κόσμο της τέχνης, αλλά η τέχνη θ' ανθήσει ξανά. Καλλιτέχνες γεννιούνται κάθε μέρα σε όλα τα μέρη του κόσμου», λέει ο Τάκις

«Υπάρχει μια ατμόσφαιρα κατάπτωσης στον κόσμο της τέχνης, αλλά η τέχνη θ' ανθήσει ξανά. Καλλιτέχνες γεννιούνται κάθε μέρα σε όλα τα μέρη του κόσμου», λέει ο Τάκις Διαθέτει 100 καινούργια έργα του («Μαγνητικοί Τοίχοι 2009») στην ανθρωπιστική οργάνωση που παρέχει ιατρική και ανθρωπιστική βοήθεια στους πληθυσμούς που πλήττονται από επιδημίες, φυσικές καταστροφές ή υφίστανται τις συνέπειες εμπόλεμων συγκρούσεων. Θα παρουσιαστούν από 25 Νοεμβρίου έως 5 Δεκεμβρίου στην γκαλερί Xippas, λεωφόρος Δημοκρατίας 196, Αχαρναί (έξοδος 7, Αττικής Οδού).

Μόνο την ημέρα των εγκαινίων τα έργα του Τάκι θα πωλούνται στο 1/3 της αξίας τους. Το 80% των εσόδων θα διατεθούν για την ενίσχυση της οργάνωσης. Η προσφορά του έχει και μια άλλη, περισσότερο προσωπική σημασία. «Είναι και μια προσφορά στη μνήμη της μάνας μου, που ήταν τραυματιοφορέας στην πρώτη γραμμή του αλβανικού μετώπου. Είχε, μάλιστα, παρασημοφορηθεί».

Οι μαγνήτες, θεμελιώδες υλικό της τέχνης του, βρίσκονται αυτή τη φορά κρυμμένοι ή διασκορπισμένοι πίσω από πολύχρωμους καμβάδες (κόκκινους, κίτρινους, άσπρους, μαύρους, γκρι και πράσινους) και συγκρατούν ντίζες, ρινίσματα ή ατσάλινες βέργες επάνω στην επιφάνειά τους. «Οι μαγνήτες, ακόμα και τοποθετημένοι στον τοίχο, επηρεάζουν θετικά τη διάθεση των θεατών», λέει με βεβαιότητα ο γλύπτης.

Ο Τάκις έχει χορτάσει αναγνώριση και τιμές, κυρίως εκτός Ελλάδας. Εργα του βρίσκονται κι έχουν παρουσιαστεί στα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου. Το περίφημο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) τον είχε προσκαλέσει ως ερευνητή το 1968, όπου και άρχισε την ενότητα των «υδρομαγνητικών γλυπτών» του. Τη δεκαετία του '60, το περιοδικό «New Scientist» τον συμπεριελάμβανε, μαζί με τους Τζον Κέιτζ και Γιάννη Ξενάκη, στους σημαντικότερους μουσικούς(!) της πρωτοπορίας στον 20ό αιώνα. Εχει λάβει επίσης δίπλωμα ευρεσιτεχνίας από το υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας, ενώ ο Φρανσουά Μιτεράν τον τίμησε με τη διάκριση του Ταξιάρχη Γραμμάτων και Τεχνών. Το 1987 ο Δήμος του Παρισιού τού παραχώρησε 3000 τ.μ., τη μεγαλύτερη έκταση που δόθηκε ποτέ σε καλλιτέχνη στην ιστορία της πόλης, για να στήσει στην Ντεφάνς το «δάσος» με τα 39 σινιάλα του.

Οταν η κουβέντα φτάνει στη σχέση του με την Ελλάδα, λέει νηφάλια: «Αγγίζετε πολύ ευαίσθητα θέματα. Ο μόνος υπουργός Πολιτισμού που ενδιαφέρθηκε για την τέχνη μου, μετά τη μεγάλη Μελίνα Μερκούρη που βοήθησε να φτιαχτεί το ίδρυμά μου, ήταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Αγόρασε ένα έργο μου και το έβαλε έξω από την Πινακοθήκη. Ολοι οι άλλοι με κατατρέξανε. Ο Δήμος Αθηναίων "πέταξε" μάλιστα από την αρχή του πεζόδρομου της Διονυσίου Αρεοπαγίτου τα τρία αιολικά έργα που του είχα δωρίσει. Ο Δήμος Περιστερίου κοπιάρει τα έργα μου και τα βάζει στην πλατεία. Δεν είμαι, όμως, πικραμένος για τίποτα. Δεν έχω ανάγκη κανέναν. Κάνω πλέον το καθήκον μου. Δώρισα και κάποια έργα στο Νέο Μουσείο Μπενάκη, προσφέρω τώρα αυτά στους "Γιατρούς Χωρίς Σύνορα". Ελπίζω να ζήσω λιγάκι ακόμα για να τους κάνω κι άλλα δώρα».

Ο γλύπτης διαπιστώνει, τέλος, ατμόσφαιρα κατάπτωσης και έλλειψη ενθουσιασμού στον κόσμο της τέχνης, παγκοσμίως. Γνωρίζει, όμως, ότι καλλιτέχνες γεννιούνται κάθε μέρα σε όλα τα μέρη το κόσμου. «Γι' αυτό δεν αποκλείεται να δούμε, ξανά, την τέχνη να ανθεί». *

Sunday, November 1, 2009

ΜΠΙΕΝΑΛΕ. Οι Αραβες στη Βενετία

Η παρθενική συμμετοχή των Ενωμένων Αραβικών Εμιράτων στην Μπιενάλε θέτει ερωτήματα σχετικά με τη νέα θέση τους στην παγκόσμια πολιτιστική ηγεμονία

αποστολη: ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΖΕΝΑΚΟΣ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Η Μπιενάλε της Βενετίας, όπως είναι γνωστό, δεν είναι ακόμη μία από τις δεκάδες μπιενάλε που υπάρχουν στον κόσμο. Παλαιότερη όλων των μπιενάλε, ιδρυθείσα το 1895, η Μπιενάλε της Βενετίας, διεξάγεται κάθε δύο χρόνια σε δύο κύριους χώρους. Ο ένας, όπου φιλοξενείται η Διεθνής Εκθεση, είναι το Αrsenale, το παλαιό ναυπηγείο της Βενετίας, το αρχαιότερο τμήμα του οποίου χρονολογείται από τον 8ο αιώνα. Στον άλλον, τα Giardini della Βiennale- ένα μεγάλο πάρκο πάνω στο Μεγάλο Κανάλι το οποίο δημιούργησε ο Ναπολέων Βοναπάρτης-, μπορεί κανείς να επισκεφθεί τα λεγόμενα «εθνικά περίπτερα», εκθεσιακούς χώρους όπου διάφορες χώρες παρουσιάζουν καλλιτέχνες οι οποίοι τις εκπροσωπούν. Τα τελευταία χρόνια, καθώς χώρος πλέον στα Giardini δεν υπάρχει, εθνικά περίπτερα έχουν αρχίσει να εμφανίζονται σε μέχρι πρότινος μη χρησιμοποιούμενα τμήματα του Αrsenale, καθώς και σε διάφορα σημεία μέσα στην πόλη της Βενετίας. Εφέτος 77 χώρες συνολικά εκπροσωπούνται στην 53η Μπιενάλε της Βενετίας. Η ίδια η διοργάνωση μάλιστα, μετά την αμφιθυμία που είχε επιδείξει προς το εκθεσιακό σχήμα των εθνικών εκπροσωπήσεων υπό τον τελευταίο πρόεδρο του Ιδρύματος Μπιενάλε της Βενετίας Ντάβιντε Κροφ, επαναβεβαιώνει την υπερηφάνεια που νιώθει η Μπιενάλε για αυτό το τόσο μοναδικό χαρακτηριστικό της: «Η παλαιά, μοναδική φόρμουλα μιας έκθεσης με περίπτερα διαφόρων χωρών», σημειώνει ο νέος πρόεδρος του ιδρύματος Πάολο Μπαράτα, «μοιάζει τώρα πιο ζωντανή από ποτέ».

Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν επισημάνει ότι η εμμονή της Μπιενάλε της Βενετίας στο εκθεσιακό σχήμα των εθνικών εκπροσωπήσεων είναι αναχρονιστική. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι τα εθνικά περίπτερα είναι ένα υπόλειμμα του πολιτικού κλίματος της δεκαετίας του 1930 και ακολούθως του Ψυχρού Πολέμου και ότι η ύπαρξή τους εκφράζει τον ηγεμονισμό της Δύσης και την προσποιητή ομόνοια μεταξύ των εθνών. Αλλοι, πιο κυνικοί, υπενθυμίζουν ότι το εκθεσιακό αυτό σχήμα, αν και δεν ανταποκρίνεται στο ιδανικό της ομόνοιας μεταξύ των εθνών, το οποίο είναι ουτοπικό, εν τούτοις καθρεφτίζει μια πραγματικότητα: οι εθνικισμοί εξακολουθούν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις ταυτότητες και τις μοίρες των καλλιτεχνών είτε λόγω των κεφαλαίων που διατίθενται από τα εθνικά κράτη είτε λόγω της συγκριτικής εθνικής ισχύος αυτής καθαυτής- ένας καλλιτέχνης από τη Ραμάλα θα είναι πάντοτε λιγότερο ευνοημένος στην «παγκόσμια σκηνή» από έναν καλλιτέχνη από την Κολονία.

Σε κάθε περίπτωση, οι καλλιτεχνικοί διευθυντές της Μπιενάλε της Βενετίας (τους οποίους διορίζει κάθε δύο χρόνια το Ιδρυμα της Μπιενάλε), έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με αυτό το εκθεσιακό σχήμα, είτε τους αρέσει είτε όχι, και έχουν αναπόφευκτα αποπειραθεί να το σχολιάσουν με τις επιλογές τους. Στην 51η Μπιενάλε, το 2005, λόγου χάρη, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση των Ρόσα Μαρτίνες και Μαρία ντε Κοράλ, απέκτησε εθνικό περίπτερο η Κίνα. Στην επόμενη Μπιενάλε, το 2007, ο καλλιτεχνικός διευθυντής Ρόμπερτ Στορ ίδρυσε το περίπτερο των Αφρικανικών Εθνών - αν και δέχτηκε οξεία κριτική για το γεγονός ότι αντιμετώπιζε μια ολόκληρη ήπειρο με πατερναλισμό και προχειρότητα. Και στην εφετινή, 53η Μπιενάλε, με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Ντάνιελ Μπίρνμπαουμ, τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα απέκτησαν και αυτά το δικό τους εθνικό περίπτερο στη Βενετία. (Παρεμπιπτόντως, το ίδιο προσπαθούν να κάνουν και πολλοί επιμελητές των ίδιων των εθνικών περιπτέρων: από τον επιμελητή του γερμανικού περιπτέρου Νικολάους Σάφτχαουζεν, ο οποίος επέλεξε έναν βρετανό καλλιτέχνη, τον Λίαμ Γκίλικ, να εκπροσωπήσει τη Γερμανία, ως την - έστω πιο συγκυριακή από όσο θα ήθελε κανείς- επιλογή του δικού μας ΥΠΠΟ να δείξει, υπό την επιμέλεια του Βρετανού Μάθιου Χιγκς, έργα του Λουκά Σαμαρά, καλλιτέχνη με ελληνικές μνήμες που όμως απέχει από την Ελλάδα έναν ωκεανό και έξι δεκαετίες, η ανησυχία για το τι σημαίνει σήμερα «εθνική εκπροσώπηση» είναι προφανής.)

Βέβαια, η συνολική προσέγγιση του Μπίρνμπαουμ στην έκθεσή του, όπως φαίνεται κυρίως στη Διεθνή Εκθεση, προσπαθεί να είναι ένας σχολιασμόςσκοπίμως ήπιος, σχεδόν υποτονικόςτων αντινομιών που προκύπτουν από την ένταση μεταξύ διαφορετικών τοπικοτήτων και παγκοσμιοποίησης, ειδικά όπως αυτή εκφράζεται σε μια έκθεση που αποτελεί ταυτόχρονα την πιο «παγκόσμια» και την πιο «τοπική» του κόσμου. Βέβαια ο τίτλος που επέλεξε ο Μπίρνμπαουμ, «Φτιάχνοντας κόσμους», αναφέρεται κυρίως στην ιδιότητα των καλλιτεχνικών έργων να είναι κάτι περισσότερο από «αντικείμενα», να είναι πράγματι απόπειρες κατασκευής ενός κόσμου. Και η επιλογή των έργων είναι συνεπής προς μια τέτοια εξαγγελία, μολονότι αν είναι κανείς αυστηρός, η εξαγγελία είναι αρκετά γενική για να χωρά οτιδήποτε. Αναπόφευκτα, τα πιο επιτυχημένα έργα της Μπιενάλε είναι αυτά που είναι τα πιο ολοκληρωμένα, ίσως όχι ως «αντικείμενα» αλλά πάντως ως μορφικά ορισμένα και ακριβή προϊόντα του οράματος των δημιουργών τους: η μεγάλη εγκατάσταση της Πασκάλ Μαρτίν Ταγιού, τα βίντεο και τα γλυπτά της Νάταλι Ντούσμπεργκ, η προβολή του Πολ Τσαν.

Από την άλλη, είναι αδύνατον να μη διαβάσει κανείς τον τίτλο του Μπίρνμπαουμ και υπό το φως της αντίθετης άποψης, αυτής που συναρτά την «επιτυχία» του καλλιτεχνικού έργου όχι τόσο με το όραμα του καλλιτέχνη αλλά με την ισχύ της καταγωγής του. Σε μια Μπιενάλε που συστήνεται ξανά ως ο μοναδικός τόπος στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι όπου η εθνική εκπροσώπηση νομιμοποιείται σε τέτοιο βαθμό, θα ήταν παράλογο να παραδεχτούμε αμαχητί ότι η πρόταση του Μπίρνμπαουμ πως οι καλλιτέχνες «δεν εκπροσωπούν τα έθνη τους ή τις γλωσσικές τους κοινότητες αλλά είναι υπεύθυνοι μόνο για το δικό τους όραμα» είναι αληθής. Και σε σχέση με αυτόν τον συλλογισμό, η εφετινή παρουσία των Ενωμένων Αραβικών Εμιράτων μοιάζει καίρια.

Ο Τίρνταντ Ζολγκάντρ, επιμελητής του εθνικού περιπτέρου των Εμιράτων, δήλωσε πλειστάκις ότι αποπειράται ένα σχόλιο- πώς θα μπορούσε να κάνει αλλιώς;- στην ίδια την έννοια της εθνικής εκπροσώπησης, υπενθυμίζοντας την καταγωγή της Μπιενάλε της Βενετίας από τις Μεγάλες Διεθνείς Εκθέσεις, η πρώτη από τις οποίες είχε γίνει στο Κρίσταλ Πάλας του Λονδίνου το 1851, ενώ η πιο διάσημη είναι ίσως αυτή του Παρισιού το 1937. Σε αυτό το πνεύμα, ο εκθεσιακός πυρήνας του περιπτέρου των Εμιράτων είναι μια σειρά από αρχιτεκτονικές μακέτες των μεγάλων πολιτιστικών έργων, όπως τα νέα παραρτήματα του Μουσείου του Λούβρου και του Ιδρύματος Γκούγκενχαϊμ, που οικοδομούνται στη Νήσο Σαντιγιάτ. Οι μακέτες πλαισιώνονται από σειρά κειμένων και βίντεο, τα οποία απευθύνουν ερωτήματα σχετικά με την πρόσφατη, τερατώδη «καλλιτεχνική ανάπτυξη» των Εμιράτων, η οποία περιλαμβάνει εκτός από τα νέα μουσεία, την εμπορική έκθεση Αrt Dubai και την πιο παλιά Μπιενάλε του Σάρζα.

Είναι μάλλον εύκολες και οι δύο στάσεις: Μπορεί κανείς να αποδεχτεί τη θέση του Τίρνταντ Ζολγκάντρ και να δει το εγχείρημα των Εμιράτων ως αυτοσαρκαστικό σχόλιο στην παντοδυναμία των εθνικισμών. Μπορεί, αντιθέτως, να μη δει την ειρωνεία καθόλου και να εκλάβει την όλη παρουσία των Εμιράτων ως ανενδοίαστη προβολή του πλούτου τους και της νέας θέσης τους στην παγκόσμια πολιτιστική ηγεμονία. Και, πάντως, οποιαδήποτε από τις δύο στάσεις επιβεβαιώνει ότι η Μπιενάλε της Βενετίας παραμένει ένα βαρόμετρο της διεθνούς καλλιτεχνικής κίνησης, αν και ίσως σε πιο αδρές γραμμές από όσο είναι πραγματικά χρήσιμο.

Ωστόσο, πολύ φοβάμαι ότι το ζήτημα που τίθεται από τη συμμετοχή των Εμιράτων δεν εξαρτάται ούτε από τις προθέσεις του Ντάνιελ Μπίρνμπαουμ ούτε από την αποδοχή ή μη του επιμελητικού σχεδίου του Τίρνταντ Ζολγκάντρ. Από τη συζήτηση για τις εθνικές εκπροσωπήσεις και τη δύναμη των εθνικισμών απουσιάζει κάτι που στην Ευρώπη αποτελεί ζήτημα για αιώνες: το ζήτημα της πρόσβασης στη γνώση, το θέμα που προκύπτει από την παραδοχή ότι ο αποκλειστικός έλεγχος του υψηλού πολιτισμού είναι μια από τις πιο αιχμηρές εκφάνσεις των κοινωνικών διακρίσεων. Και μολονότι τα μεγάλα έργα υψηλού πολιτισμού πάντοτε έρχονταν, τρόπον τινά, «από πάνω», η «ανάπτυξη» αυτή πηγαίνει, εδώ και αιώνες, χέρι χέρι με την αμφισβήτησή της, έτσι ώστε να συνδέει τη γνώση και τον πολιτισμό με τη χειραφέτηση και την κοινωνική και προσωπική ελευθερία. Με άλλα λόγια, αν σκεφτεί κανείς ότι το Λούβρο, το οποίο τώρα χτίζει παράρτημα σε κάτι που είναι «Εμιράτο», το έκανε μουσείο για όλο το κοινό για πρώτη φορά η Γαλλική Επανάσταση, ίσως δει τις «διεθνείς ασκήσεις» του κόσμου της τέχνης με πιο επιφυλακτικό μάτι.

Συγκλονιστικές στιγμές από τον Λουκά Σαμαρά


Η απόφαση να επιλεγεί ο Λουκάς Σαμαράς για το ελληνικό περίπτερο στην 53η Μπιενάλε της Βενετίας ήταν σοφή. Οχι για λόγους που έχουν να κάνουν με αυτόν, αλλά με την ελληνική κατάσταση. Σίγουρα ο Λουκάς Σαμαράς δεν βρίσκεται στην ακμή της σταδιοδρομίας του και σίγουρα δεν αποτελεί κανενός είδους πρωτοτυπία η έκθεσή του. Και μολονότι εμείς στην Ελλάδα συχνά αντιμετωπίζουμε τη συμμετοχή στη Βενετία ως ευκαιρία να «τιμήσουμε» κάποιον, σίγουρα αυτό δεν μας διευκολύνει να προβάλουμε την εικαστική ζωντάνια που πλέον κυριαρχεί εδώ. Από την άλλη,η συμμετοχή στη Βενετία είναι μια επίσημη εκπροσώπηση και ως τέτοια είναι καλό να μη μεταφέρει τη σύγχυση και την αναποτελεσματικότητα που γενικώς χαρακτηρίζει την πολιτιστική πολιτική μας. Από αυτή την άποψη ήταν σοφή η επιλογή: εν μέσω της χειρότερης εποχής που έχει διανύσει το υπουργείο Πολιτισμού εδώ και χρόνια, η συμμετοχή στη Βενετία βγήκε σχετικώς αλώβητη. Ο Λουκάς Σαμαράς δεν αμφισβητείται εύκολα.

Και στη Βενετία απέδειξε γιατί. Η έκθεσή του ήταν αυτό που περιμένει κανείς από έναν τόσο καταξιωμένο καλλιτέχνη (και τον πολύπειρο επιμελητή του, τον Βρετανό Μάθιου Χιγκς), μια αρτιότατη παρουσίαση, συμπαγής και δίχως επιφανειακές εξάρσεις, η οποία ωστόσο πού και πού είχε συγκλονιστικές στιγμές. Υπό τον τίτλο «ΡΑRΑΧΕΝΑ», συγκεντρώθηκαν τρεις πρόσφατες σειρές φωτογραφικών έργων και βίντεο που δημιουργήθηκαν την περίοδο ανάμεσα στο 2005 και το 2009 και τοποθετήθηκαν δίπλα σε ένα μικρό σύνολο γλυπτών που δημιουργήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Σύμφωνα με τον επιμελητή «τα “ΡΑRΑΧΕΝΑ” ανοίγουν έναν διάλογο που διατρέχει τις τέσσερις δεκαετίες της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Σαμαρά, δημιουργώντας έτσι το ιστορικό πλαίσιο για τα σύγχρονα έργα του».

Ισως όμως το πιο συγκλονιστικό έργο είναι και το πιο αυτόνομο: στη βιντεοεγκατάσταση «Εcdysiast and Viewers» (2006), ο Σαμαράς κινηματογράφησε τις αντιδράσεις είκοσι τεσσάρων φίλων και συναδέλφων του καλλιτεχνών ενώ βλέπουν μια αυτοπροσωπογραφία σε βίντεο στο οποίο ο Σαμαράς στέκεται γυμνός μπροστά στην κάμερα. Πρόκειται για μία από τις πιο χαρακτηριστικές καταβυθίσεις στο «εγώ», την εμμονική αυτοεξέταση που χαρακτηρίζει το έργο του. Οπως έχει πει ο ίδιος σε μία από τις γνωστές αυτοσυνεντεύξεις του, «άλλοι μιλούν για τον εαυτό τους όταν μιλούν για αφηρημένα πράγματα. Εγώ μιλάω για τους άλλους όταν μιλάω για τον εαυτό μου».

Βέβαια ζητούμενο τώρα είναι το πώς στο εξής θα γίνεται η επιλογή της εκπροσώπησής μας στη Βενετία. O Λουκάς Σαμαράς, ως σπουδαίος καλλιτέχνης, δεν επέτρεψε να επισημανθεί ηχηρά το γεγονός ότι τον επέλεξε ευθέως ένας υπουργός Πολιτισμού επειδή αυτό του φαινόταν σωστό. Και ήταν, δεδομένων των συνθηκών. Αν όμως κανείς θέλει να είναι οπλισμένος απέναντι σε μελλοντικές συνθήκες, καλά θα κάνει να σχεδιάσει μια διαδικασία επιλογής που να βγάζει επιτέλους νόημα.

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ

ΒΕΡΟΛΙΝΟ. Οπως και πολλοί δυτικοί ομότεχνοί τους, αν και για διαφορετικούς ίσως λόγους, οι ζωγράφοι της πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ εργάζονταν υπό δυσμενείς συνθήκες: εκτός από την άτεγκτη επιβολή της κομματικής γραμμής στα έργα τους, που απαιτούσε ανάταση και αισιοδοξία, οι καλλιτέχνες συχνά δεν διέθεταν ούτε τα στοιχειώδη υλικά και εργαλεία για τη δουλειά τους και αναγκάζονταν να δίνουν αυτοσχέδιες λύσεις. Μολοντούτο, για τον προσεκτικό παρατηρητή πολλά από αυτά τα έργα μαρτυρούν ανθρωπιά και προσωπικό βίωμα, καθώς και την πάλη αυτών των καλλιτεχνών, χαρά και λύπη αλλά και ταλέντο και θαυμαστή μαστοριά. Αυτά και άλλα πολλά διαβάζουμε με αφορμή την έκθεση Πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Η τέχνη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην γκαλερί Jeschke-Van Vliet (ως τις 30 Νοεμβρίου). Για πρώτη φορά συγκεντρώνονται κάτω από την ίδια στέγη περίπου 300 έργα αυτής της κατηγορίας από σύνολο κάπου 600 που κατόρθωσαν να συλλέξουν ιδιώτες μιλανέζοι φιλότεχνοι όταν η περεστρόικα εξαφάνισε ως διά μαγείας τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, επίσημο καλλιτεχνικό δόγμα της ΕΣΣΔ. Στα σχετικά δημοσιεύματα περιγράφονται οι δυσκολίες για την απόκτηση των έργων δεδομένου ότι αυτά ανήκαν στο κράτος, το οποίο τα είχε παραγγείλει, και όχι στους καλλιτέχνες οι οποίοι ήταν δημόσιοι υπάλληλοι. Οι πίνακες απεικονίζουν σκηνές δουλειάς στο χωράφι, στο σχολείο κ.λπ., στιγμές από την επανάσταση του 1917 και από την ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, ενώ μία ολόκληρη αίθουσα είναι αφιερωμένη στα έργα όπου εμφανίζεται ο Λένιν, τόσο ώστε αμερικανός σχολιαστής παρατηρεί: «Υπάρχουν ωστόσο και πολλοί πίνακες χωρίς τον Λένιν».

[ars...brevis, επιμέλεια: Αναστασία Ζενάκου, ΤΟ ΒΗΜΑ, 01/11/2009]

Saturday, October 31, 2009

Μορφές ζωής και ελπίδας

  • Αναδρομική έκθεση του Κυριάκου Ρόκου στον πολυχώρο «Απόλλων»
Εργο του Κυριάκου Ρόκου
«Οσο περνάν τα χρόνια, όλο και πιο έντονα νιώθω την ανάγκη της αναδρομής. Ενα κοίταγμα προς τα πίσω, χωρίς ίχνος νοσταλγίας, γιατί τα πιο σπουδαία είναι αυτά που θα φτιάξουμε μπροστά μας. Λέω, θα φτιάξουμε, γιατί τίποτα δε γίνεται ερήμην της εποχής που βιώνουμε... Ξαναμετράω πόσα κουκιά έχει ο σάκος μου. Ζυγιάζω τη συνέπειά μου και φροντίζω τις ρίζες μου για να βγάλουν καινούρια κλωνάρια. Αυτός είναι ο λόγος και αυτής της αναδρομικής μου έκθεσης...».

Αντιπροσωπευτικά εικαστικά δείγματα «γραφής», λαμπερές «ψηφίδες» της καρδιάς, από την πολύχρονη προσωπική του διαδρομή στην τέχνη, παρουσιάζει (έως τέλη Δεκέμβρη) ο Κυριάκος Ρόκος στον πολυχώρο «Απόλλων» (Ερμουπόλεως και Πηλίου 1, Καμίνια, τηλ. 210.4539.395) της Νομαρχίας Πειραιά. «Απ' τα σκεψοχώραφα βιολογικής καλλιέργειας», όπως είναι ο τίτλος της έκθεσής του, ο σημαντικός δημιουργός καταθέτει «στιγμές» της σαραντάχρονης εικαστικής πορείας του: Εκατόν εβδομήντα έργα - γλυπτά, σχέδια, κεντήματα και κατασκευές.

  • Σαραντάχρονη διαδρομή

Ενα «ταξίδι» στα μικρά και τα μεγάλα της ζωής και του κόσμου μας, που ξεκινά το 1969 με τη σειρά των μικρών γλυπτών από ψημένο πηλό και καταλήγει σε έργα από την τελευταία του ατομική έκθεση γλυπτικής, το 2008. Πέτρα, μάρμαρο, μπρούτζος... συνοδοιπόροι στο δρόμο της «συνάντησης ήλιου και ύλης». Μέσα τους κρατούν την κραυγή και το δάκρυ, την πνοή του αγέρα και τη μυρωδιά της θάλασσας, τα «χρώματα» της γενέθλιας γης και των ανθρώπων της, το πρώτο άγγιγμα του έρωτα και την ανάσα της ζωής. Ενδιάμεσοι σταθμοί, τα σχέδια του καλλιτέχνη, τα οποία τον συντροφεύουν σε όλη του τη διαδρομή, τα κεντήματα και τα κουτιά, που παρουσιάστηκαν το 1976, αλλά και τα βιβλία, αφού, όπως αναφέρει ο ίδιος, «ό,τι δεν μπορώ να κάνω γλυπτική, το κάνω σχέδιο και ό,τι δεν μπορώ να κάνω σχέδιο, το διηγούμαι».

«Δε με ενδιαφέρει αν το έργο μου χαρακτηριστεί μεγάλο ή μικρό», λέει ο Κ. Ρόκος, «όσο η ανάγκη του θεατή του, να το αγγίξει και να το χαϊδέψει, όταν το βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, αγνοώντας το βασανιστικό "τι θέλει να πει ο δημιουργός του". Γιατί ο πόνος, η χαρά, ο μόχθος, η απόλαυση, η πίκρα, η ελπίδα, η αδικία, η στέρηση, ο αγώνας, η αντίσταση έχουν κοινό παρανομαστή το "εμάς". Αυτή είναι και η ιδιομορφία του δημιουργού: Να μεταμορφώνει ασυνείδητα το "εγώ" του σε "αφορά εμάς" και τον καθένα χωριστά. Αλλιώτικα, διακοσμεί κήπους και γιομίζει τοίχους. Δεν αρνιέμαι κι αυτήν την ιστορία. Απλά ο δικός μου δρόμος μ' αρέσει που με πάει κάπου αλλού. Στα σίγουρα κάποιοι θα με πουν παρωχημένο. Ναι, μα ποιος μπορεί να ζήσει χωρίς όνειρο, ελπίδα κι αγώνα για καλύτερη ζωή; Αυτά μορφοποιώ και το δείχνω, γιατί ανήκει σ' όλους».

Μεγάλη αναδρομική έκθεση του Κ. Ρόκου πραγματοποιήθηκε πέρσι στα Γιάννενα. «Φυσικά μια τέτοια παρουσίαση της δουλειάς μου - κάπου 40 χρόνων - θα ήταν λειψή, αν πρώτα δεν είχα κάνει το χρέος μου στον τόπο και στους ανθρώπους που μ' έφτιαξαν. Τα Γιάννενα. Το ίδρυμα Κατσάρη το Μάη του 2008 φιλοξένησε αυτή την πορεία μου. Ξέροντας πάντα ότι αυτοί που πραγματικά νοιάζονται για μια τέτοιου είδους πορεία είναι ελάχιστοι, επιμένω να καλλιεργώ βιολογικά τα σκεψοχώραφά μου».

«Δεν μπορώ να πω ότι υπάρχουν σταθμοί στη δουλειά μου», συνεχίζει, «αλλά δε θα πάψω να μνημονεύω τον καθηγητή των Γαλλικών στο Γυμνάσιο που μου άνοιξε το παράθυρο, Αρσένη Γεροντικό. Τον δάσκαλό μου γλύπτη Γιάννη Παππά, που μου έμαθε τα εργαλεία να σκέφτομαι, το δάσκαλο γλύπτη Θανάση Απάρτη, που μου ζήτησε, τελειώνοντας τη Σχολή, να καταστρέψω όσα μου έμαθαν για να βρω τον εαυτό μου, το σοφό γέροντα που λέει "σχηματιζόμαστε και διαμορφωνόμαστε απ' αυτό που αγαπάμε". Ετσι γεννήθηκε ο "οτισουρθισμός" μου, που όπως έλεγε η μάνα μου "η ψυχή σου το ξέρει". Από κει και πέρα μετράει η ανάγκη να πω κάτι με τον τρόπο μου και με τις όσες δυνάμεις μου».

  • Κόντρα στο ρεύμα

Ευαίσθητος «τοιχογράφος» της κοινωνίας μας, ο Κ. Ρόκος σχολιάζει πάθη ανθρώπινα και καυτηριάζει φαινόμενα των καιρών. «Μιλά» για τις «παράπλευρες απώλειες» από τις «έξυπνες» βόμβες των Αμερικάνων, καταγγέλλοντας τα εγκλήματα που διαπράχτηκαν σε Γιουγκοσλαβία, Ιράκ κ.α. Αφουγκράζεται και βιώνει την εποχή του, προσπαθώντας να αντιταχτεί στο κυρίαρχο ρεύμα, βγάζοντας σε κοινή θέα, ταυτόχρονα, τη γύμνια και τον κυνισμό της εξουσίας.

«Δεν έχω την αγωνία του εντυπωσιασμού και της φήμης», λέει. «Μ' αρέσει που δεν προσφέρω "φύκια για μεταξωτές κορδέλες", κι ακόμα περισσότερο γιατί η δουλειά μου δεν έχει ανάγκη από φανταχτερά περιτυλίγματα λόγων. Και δόξα τω θεώ, μαζεύω αληθινά χαμόγελα αγάπης. Γι' αυτά τα χαμόγελα γίνονται και τα Συμπόσια Γλυπτικής, όπου κάθε γλύπτης, αφήνοντας το ατελιέ του, καταθέτει σε κοινή θέα την αδιαπραγμάτευτη σχέση τέχνης και κοινωνίας. Μιας σχέσης, χωρίς μεσάζοντες, αφού ο θεατής γίνεται μάρτυρας και κοινωνός της μεταμόρφωσης μιας άμορφης ύλης σε γλυπτό. Ενα γλυπτό που θα κουβαλάει και τα δικά του συναισθήματα».

«Εύχομαι κάποτε να σταματήσουν να ζητάν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, αλλά τα γλυπτά του Παρθενώνα. Μια και το έφερε η κουβέντα: Να τα κάνουμε τι; Να τα βάλουμε στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης μαζί με τ' άλλα "ατάκτως ερριμμένα" σα να περιμένουν πότε θα περάσει το μετρό για να φύγουν; Αλήθεια, ο κύριος Παντερμαλής, γιατί δεν κάλεσε ούτε ένα γλύπτη για να τον συμβουλευτεί, πώς και πού τοποθετείται ένα γλυπτό; Γιατί στην επιτροπή του ΚΑΣ δεν υπάρχει γλύπτης; Πιθανό να μη γνωρίζουν ότι ο τόπος μας εξακολουθεί να γεννάει γλύπτες... Θα μπορούσα να αναφέρω ένα σωρό ονόματα ταλαντούχων ενεργών γλυπτών, αλλά ως γνωστόν η Ελλάδα μας ξέρει μονάχα να τρώει τα παιδιά της και, ως άτεκνος πλέον, προσκαλεί εκ του εξωτερικού. Φυσικά, αυτή η παιδοφαγία, αφ' ενός γίνεται πιο εύπεπτος, βοηθούμενη από δυτικολάγνους "ειδικούς" με θαυμαστή την ικανότητα να βγάζουν και από τη "μύγα ξίγκι" και αφ' ετέρου αφού δεν υπάρχουν τέτοια παιδιά, δεν είναι υποχρεωμένη να τ' ασφαλίσει. Μήπως μπορεί να μου πει κάποιος σε ποια άλλη χώρα του κόσμου οι καλλιτέχνες είναι ανασφάλιστοι;».


Ηλιάνα ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ, Ριζοσπάστης, 01/11/2009

Βλάσης Κανιάρης: Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το έργο μου

Την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου στις 8 μ.μ. στην γκαλερί «Breeder», ο Βλάσης Κανιάρης θα μοιράσει στο κοινό τα κομμάτια ενός έργου του. Ενας «τοίχος» του από τη δεκαετία του '80, διαστάσεων 2,5x10 μέτρα, θα τεμαχιστεί σε αυτοτελή έργα 30x30 εκατοστά. «Αντίδωρο» είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος της χειρονομίας του κορυφαίου εικαστικού, που στα 81 χρόνια του δεν σταματά να μας εκπλήσσει.

«Πρέπει κάθε τόσο να ελέγχουμε τα πρώτα νήματα... Τι είναι τελικά τέχνη; Σε τι ωφελεί; Τι την αποτελεί;» αναρωτιέται ο Βλάσης Κανιάρης.

«Πρέπει κάθε τόσο να ελέγχουμε τα πρώτα νήματα... Τι είναι τελικά τέχνη; Σε τι ωφελεί; Τι την αποτελεί;» αναρωτιέται ο Βλάσης Κανιάρης.

Ολη την προηγούμενη χρονιά έκανε εκθέσεις (Μουσείο Μπενάκη, γκαλερί Καλφαγιάν, ΜΙΕΤ) και... «θα συνεχίσω», μας διαβεβαιώνει. «Εχω βαλθεί να κάνω πολλά πράγματα, όσα προλάβω...». Βαριέται αφόρητα τις συνεντεύξεις, «αν πω ό,τι έχω να πω, τότε τι τις θέλω τις εκθέσεις;» μας αιφνιδιάζει. Το τηλέφωνο του σπιτιού δεν σταματά να χτυπά. Από τη Γερμανία τού ζητούν φωτογραφίες έργων για κάποιο άρθρο. Συνεχίζει να φτιάχνει έργα και πάντα ανατρέχει στα «πρώτα νήματα», όπως λέει, στις «πρωταρχικές σχέσεις», είτε τις ανθρώπινες είτε της τέχνης.

Ο προβληματισμός του Κανιάρη, ήδη από τη δεκαετία του '50, είχε να κάνει με τον ρόλο της τέχνης στη σημερινή κοινωνία. Στόχος του ήταν να συλλάβει την πραγματικότητα ως έργο τέχνης και όχι να αναπαραστήσει την πραγματικότητα στο έργο τέχνης.

«Ολα ξεκινούν από πολύ παλιά. Τελικά, δεν άλλαξα τίποτα εδώ και πενήντα και πλέον χρόνια. Τα ίδια πράγματα συνεχίζουν να με απασχολούν: η κοινωνία και η τέχνη. Προσέξτε, είναι άλλο πράγμα η ζωγραφική και άλλο η τέχνη. Εμένα μ' απασχολεί η τέχνη πολύ. Η ζωγραφική μπορώ να πω είναι μάλλον εύκολο πράγμα. Η τέχνη, όμως;»

Δεν είναι η πρώτη φορά που τεμαχίζει έργα του. Ηδη τη δεκαετία του '50 έκοβε έργα του και τα έστελνε σε φίλους μαζί με τις ευχές του πριν από τα Χριστούγεννα. «Θεωρώ ότι το έργο έχει μια διάσταση από μόνο του, αν το κομματιάσει κανείς δεν αλλάζει τίποτα».

Το έργο ολόκληρο δεν θα το δούμε ποτέ. Εκτίθεται στην γκαλερί από την ανάποδη, κρυμμένο. Πρόκειται για έναν τεράστιο «Τοίχο» (μικτή τεχνική, κολάζ, νερομπογιές σε ντουμπλαρισμένο και τελαρωμένο χαρτί), φιλοτεχνημένο τον Μάρτιο του 1983 για το Museum am Ostwall του Ντόρτμουντ, όταν εξέθεσε ανανεωμένο το tableau vivant «Αλίμονο Ελλάδα, Helas-Hellas». Ο Μάνος Στεφανίδης μας θυμίζει ότι η πρώτη, ιστορική εκδοχή του έργου παρουσιάστηκε το 1979-80 στον τεχνοχώρο Φιξ, από την γκαλερί Bernier, «σαν ένα λαϊκό πανηγύρι που επεδίωκε τη μέθεξη του κοινού».

Δεν έχει νόημα να το δούμε ολόκληρο. «Μοιράζεται το αντίδωρο», εξηγεί ο καλλιτέχνης. «Τα κομμάτια του μπορεί και να μην έχουν τίποτα, κάποια ζωγραφιά τρομερή που να συγκινεί. Αν όμως καθίσεις και δεις τις γραμμές του, το φωτίσεις, το επεξεργαστείς σύμφωνα με τις επιθυμίες σου, τότε είναι σαν ένα μάθημα. Τόσο απλά. Το ρίχνω στον γιαλό και βλέπουμε. Δεν επιθυμώ να καταλάβει κανείς κάτι. Είναι μια πρόταση μαθήματος για τους καλλιτέχνες και μια άσκηση για το κοινό να ζωντανέψει τις αισθήσεις του».

Η ιστορία της τέχνης, ό,τι τέλος πάντων ονομάζουμε τέχνη στις δυτικές κοινωνίες, αφορά μια πολύ μικρή μειονότητα, τονίζει. «Και με ενοχλεί. Επιπλέον, δεν θεωρώ ότι η τέχνη όπως παρουσιάζεται καλύπτει αυτό το κενό, ακόμη και για τη μειονότητα. Είναι πολλές οι αμφιβολίες μου γι' αυτό που ονομάζουμε σήμερα τέχνη. Η τέχνη είναι τόσο απλή όσο ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα, η θάλασσα, το φεγγάρι, ένα ωραίο λουλούδι. Είναι απλά τα ζητήματα, όπως ένα χρώμα δίπλα στο άλλο ή μια γραμμή δίπλα στην άλλη. Αρκεί να τα δεχτούμε και να ζωντανέψουμε τις αισθήσεις μας. Υπ' αυτή την έννοια δεν εννοώ να κάνουμε έργα απλά, που να τα καταλαβαίνουν όλοι. Δεν με ενδαφέρει αν ο καθένας μπορεί να γίνει καλλιτέχνης, αλλά το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί να απολαύσει τις χαρές της τέχνης. Επομένως βρίσκω απαράδεκτο να ονομάζουμε τέχνη κάτι που δεν αφορά όλο τον κόσμο. Δεν καταλαβαίνω πια το νόημα αυτής της λειτουργίας... Ευχαρίστως θα απομυθοποιούσα την τέχνη την ίδια...».

Ο Βλάσης Κανιάρης μάς προτρέπει να ξαναγυρίσουμε πίσω, να δούμε πάλι τα βασικά. «Τι είναι τελικά τέχνη; Σε τι ωφελεί; Τι την αποτελεί; Εκατοντάδες παιδιά βγαίνουν από τις σχολές και γίνονται επαγγελματίες της ζωγραφικής. Δεν ξέρω, όμως, κατά πόσο είναι επαγγελματίες της τέχνης», λέει. Και θυμάται τον Παρθένη, που έβαζε ως άσκηση ζωγραφικής ένα άσπρο πιάτο πάνω σε ένα άσπρο τραπεζομάντηλο μπροστά σε ένα άσπρο φόντο.

«Ηταν πολύ δύσκολο», λέει. «Επρεπε κανείς να ξέρει ζωγραφική, να ξέρει την τέχνη του και, το σημαντικότερο, έπρεπε να την ανακαλύψει μόνος του. Δεν δίνονταν τζάμπα. Ε, αυτό εμένα με απασχολεί. Θυμάμαι στο Πολυτεχνείο, ζητούσα από τους δευτεροετείς και τριτοετείς φοιτητές, που επέλεγαν το μάθημά μου, μια άσκηση που ονόμαζα "του χεριού, του ματιού και του μυαλού". Να πάρουν ένα κομμάτι πεζοδρόμιο, δυο-τρία μέτρα, και να μελετήσουν τις σχέσεις τις χρωματικές, την οργάνωση των επιφανειών... Πράγματα που έκανε ο Κλέε όταν μιλούσε για τέχνη. Γιατί τότε η ζωγραφική ήταν στην υπηρεσία της τέχνης και όχι ένα αυτόνομο πράγμα, που ικανοποιούσε το πάθος μας ή την όρεξή μας για έργα. Πρέπει κάθε τόσο να ελέγχουμε τα πρώτα νήματα... Αυτή είναι η πρότασή μου. Δεν νομίζω ότι ανακαλύπτω την πυρίτιδα...». *

*Η δράση στην γκαλερί «Breeder» (Ιάσονος 45, τηλ.: 210-3317527) θα ξεκινήσει στις 5 Νοεμβρίου και θα συνεχιστεί την Παρασκευή, το Σάββατο και την Κυριακή.

Πώς ο Τεριάντ απέρριπτε τον Σαγκάλ

Η Μερέτ Μεγέρ, αν και σπούδασε λογοτεχνία, ελληνική φιλοσοφία και γράφει ποίηση, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από την καλλιτεχνική κληρονομιά της οικογένειάς της.

Η Μερέτ Μεγέρ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με αντίγραφο του σερβίτσιου που φιλοτέχνησε και δώρισε ο Σαγκάλ στην κόρη του Ιντα και μητέρα της όταν παντρεύτηκε

Η Μερέτ Μεγέρ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με αντίγραφο του σερβίτσιου που φιλοτέχνησε και δώρισε ο Σαγκάλ στην κόρη του Ιντα και μητέρα της όταν παντρεύτηκε

Είναι εγγονή του Μαρκ Σαγκάλ, του σπουδαίου Ρώσου ζωγράφου εβραϊκής καταγωγής, που η τέχνη του σημάδεψε τον 20ό αιώνα. Η έκδοση των ποιημάτων του στα ελληνικά, «Ο Marc Chagall στην Ελλάδα-Ποιήματα» (εκδ. «Αρμός», μετάφραση, Γιάννης Σουλιώτης) την έφερε στη Αθήνα.

«Ο Σαγκάλ δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς την ποίηση, εκτιμούσε βαθιά τους ποιητές, ήταν φίλος με τον Γκιγιόμ Απολινέρ. Η ποιητική πνοή δεν ήταν παρούσα μόνο στα γραπτά του, αλλά και σε όλη τη ζωγραφική του», λέει. Η Μερέτ Μεγέρ είναι αντιπρόεδρος της «Comite Chagall», της Ενωσης που δημιουργήθηκε μετά τον θάνατο του ζωγράφου για να προασπίσει και να διαδώσει το έργο του. «Πλαστά έργα του κυκλοφορούσαν από τη δεκαετία του '40», επιβεβαιώνει.

  • Τι θυμάστε από εκείνον;

«Την ασύλληπτη ευγένεια που τον διέκρινε. Πέθανε όταν ήμουν τριάντα χρόνων και προλάβαμε να ζήσουμε αρκετά χρόνια μαζί. Δούλευε διαρκώς με απόλυτη αφοσίωση και πειθαρχία. Ηταν περισσότερο ένας ζωγράφος που τύχαινε να είναι και παππούς. Τον συναντούσαμε, συνήθως, σε εκδηλώσεις και εγκαίνια εκθέσεων, όπως τη βραδιά των εγκαινίων του έργου που κοσμεί την οροφή της Οπερας του Παρισιού. Αν υπάρχει κάποιο δίδαγμα από εκείνον είναι η ίδια του η ζωή, η επιμονή με την οποία ακολούθησε ό,τι πίστευε, επισημαίνοντας με τη στάση του ότι για να πλησιάσεις την ευτυχία οφείλεις ν' ακούς την εσωτερική φωνή σου».

  • Θεωρήσατε ποτέ βάρος την καταγωγή σας;

«Οχι. Πρώτα απ' όλα το όνομά μου είναι Μέγερ. Επιπλέον, δεν μεγαλώσαμε με τέτοιου είδους προκατάληψη. Αν και σήμερα ένα τόσο σπουδαίο όνομα θα μπορούσε να επηρεάσει τη συμπεριφορά των οικείων του, αν αναλογιστούμε τι συνέβη με ποπ σταρ όπως ο Μάικλ Τζάκσον. Πάντοτε πίστευα ότι δεν είναι σημαντικό να είσαι απλώς η εγγονή ενός ζωγράφου αν δεν έχεις κάποιο ταλέντο. Ολοι έχουμε έναν παππού. Και δεν σημαίνει ότι επειδή είσαι εγγονή κάποιου έχεις το ταλέντο του. Ευτυχώς μεγαλώσαμε με την αρχή να δουλεύουμε σκληρά για να πετύχουμε τους στόχους μας. Συχνά, οι άλλοι περιμένουν και περισσότερα από μας».

  • Εχετε αναμνήσεις από τον καλλιτεχνικό κύκλο του παππού σας;

«Ολοι οι σπουδαίοι ζωγράφοι της γενιάς του, όπως ο Μιρό, ήταν κλεισμένοι στο ατελιέ τους, αφοσιωμένοι στο έργο τους. Προτεραιότητά τους δεν ήταν η διασημότητα, αλλά η επιθυμία να εκφράσουν με ακρίβεια όσα φαντάζονταν. Στις συναντήσεις των κλασικών μοντερνιστών στην περίφημη "Fondation Maeght", το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης έξω από τη Νίκαια, δεν έκαναν πάρτι, αλλά συζητούσαν ουσιώδη καλλιτεχνικά ζητήματα».

  • Ο Σαγκάλ είχε αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα.

«Γνώριζε πολύ καλά την αρχαία ελληνική τέχνη, οι περισσότεροι δάσκαλοί του στη Ρωσία είχαν ταξιδέψει στην Ελλάδα και γνώριζαν σε βάθος την ελληνική τέχνη. Από νωρίς είχε γοητευτεί από τον ελληνικό πολιτισμό και τη βυζαντινή τέχνη. Μπορείς να αναγνωρίσεις στοιχεία τους στη ζωγραφική του. Επιπλέον, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα είχε γνωρίσει στο Παρίσι τον διάσημο Ελληνα εκδότη Τεριάντ (Στρατής Ελευθεριάδης). Ξανασυναντήθηκαν στο τέλος του πολέμου, το 1948, όταν ο Σαγκάλ επέστρεψε από τη Ρωσία στο Παρίσι. Ο συλλέκτης και εκδότης του Αμπρουάζ Βολάρ, με τον οποίο συνεργαζόταν για την έκδοση των εξαιρετικών εικαστικών εκδόσεων, είχε πεθάνει. Τότε άρχισε να συνεργάζεται με τον Τεριάντ. Θυμάμαι τις επισκέψεις μας στα σπίτια του Τεριάντ στο Παρίσι και στη νότια Γαλλία, από τα πιο όμορφα σπίτια που έχω δει, με έργα Ματίς, Τζιακομέτι, Σαγκάλ. Ηταν μια επιβλητική ανατολίτικη φιγούρα».

  • Πότε ήρθε ο Σαγκάλ στην Ελλάδα;

«Πρώτη φορά το 1952, όταν ο Τεριάντ τού είχε αναθέσει να εικονογραφήσει με έγχρωμες λιθογραφίες το ποιμενικό ερωτικό διήγημα "Δάφνις και Χλόη". Επειδή όμως ο Τεριάντ δεν ικανοποιήθηκε από τα σχέδια που εμπνεύστηκε από την Ελλάδα, θεωρώντας ότι δεν αποτύπωναν την ελληνική ατμόσφαιρα, αναγκάστηκε το 1954 να επιστρέψει. Στη δεύτερη επίσκεψή του ο Σαγκάλ βρέθηκε στην Ελλάδα με τη νέα του σύζυγο, Βάβα, πήγαν στον Πόρο, στους Δελφούς. Αυτή τη φορά τα σχέδιά του, εξαιρετικής έντασης, ικανοποίησαν τον Τεριάντ. Ο παππούς μου επέστρεψε στο Παρίσι με δεκάδες σχέδια, από την Ακρόπολη, τις θάλασσες και το μεσογειακό τοπίο». *