Showing posts with label Γαΐτης Γιάννης. Show all posts
Showing posts with label Γαΐτης Γιάννης. Show all posts

Monday, December 21, 2009

Τα ανθρωπάκια είναι παντοτινά

  • Το ανθρωπάκι του τον έκανε διάσημο. Πάλεψε σθεναρά μέχρι να το επιβάλει. Hταν ο πρώτος Ελληνας ζωγράφος που έδωσε νέα μορφή στον άνθρωπο και τον σύγχρονο ρόλο του. Πληρώνοντάς το συχνά με κατακραυγή.

«Δε ζωγραφίζω πεθαμένους», απαντά με περισσό θάρρος και θράσος στον αξιωματικό που του ζητά να του κάνει το πορτρέτο, όταν εν μέσω Εμφυλίου περνάει από επιτροπή για να πάρει τρελόχαρτο ώστε να μην υπηρετήσει. Μια διαδικασία καθόλου αυτονόητη και απλή. Αν προδοθεί ότι λέει ψέματα, θα οδηγηθεί κι ο ίδιος στο εκτελεστικό απόσπασμα για εσχάτη προδοσία.

Τα ανθρωπάκια είναι παντοτινά

Μαζί με τους εκατοντάδες συνομήλικούς του κομουνιστές, ανυπότακτους και λιποτάκτες. Προτιμάει να μπει έγκλειστος σε στρατιωτικό ψυχιατρείο, μια εμπειρία οδυνηρή, για να βγει μόνον κάτω από επιτήρηση. Να συμμετάσχει, όμως, σε αυτόν τον στημένο διχασμό και την αλληλοεξόντωση δεν επρόκειτο. Ούτε η ανθρώπινη συνείδηση ούτε η καλλιτεχνική ευαισθησία του νεαρού Γιάννη Γαΐτη τού το επιτρέπουν. Αυτού του παθιασμένου ζωγράφου, γόνου αστικής οικογένειας που στην Κατοχή έγραφε συνθήματα στους τοίχους και συμμετείχε στην ΕΠΟΝ.

Τα ανθρωπάκια είναι παντοτινά

Κι αυτή η περισσή του αγάπη για τον άνθρωπο και η αποστροφή του για κάθε είδους απολυταρχισμό θα τον έκανε να δημιουργήσει στα χρόνια της ωριμότητάς του το «ανθρωπάκι» τη διάσημη φιγούρα του σύγχρονου ανώνυμου ανθρώπου των μεγαλουπόλεων και της αλλοτρίωσης, που υπήρξε η μεγάλη του προσωπική κατάθεση και τον έκανε διάσημο διεθνώς.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1923, σε μονοκατοικία της οδού Μαυροματαίων, ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμιά του εκπαίδευση στο 5ο Γυμνάσιο Αρρένων και μπήκε το 1942 στην Καλών Τεχνών με την απόλυτη συμπαράσταση και οικονομική στήριξη του πατέρα του και του θείου του. Μαύρη ανέχεια και πείνα βέβαια εκείνα τα χρόνια, αλλά έπρεπε να βρεθούν χρήματα για τα υλικά του ταλαντούχου νεαρού ζωγράφου της οικογένειας! Μαθητευόμενος στο εργαστήρι του Κωνσταντίνου Παρθένη με συμφοιτητές του τον Τέτση, τον Μιγάδη, τον Δανιήλ, τον Μολφέση και τον στενό του φίλο Γιάννη Μαλτέζο.

Ο Γαΐτης δεν πολυπαρακολουθούσε τα μαθήματα αφού προτιμούσε την πρακτική εξάσκηση στο σπίτι το οποίο μετέτρεψε σε ατελιέ και κέντρο διερχομένων καλλιτεχνών και διανοουμένων. Περνάνε από τον Τσαρούχη μέχρι τον Ελύτη, κι από τον Αργυράκη μέχρι τον Σινόπουλο, ενώ εκεί μέσα οργανώνει και την πρώτη του έκθεση εν έτει 1944. Ενας μη καλλιτέχνης τον στρέφει προς τις νέες μορφές της Τέχνης. Ο γιατρός Νεοκλής Κουτούζης είναι αυτός που τον φέρνει σε επαφή με τον γαλλικό σουρεαλισμό.

Στον Εμφύλιο λόγω πολιτικών πεποιθήσεων κρύβεται για ένα διάστημα στο σπίτι του θείου του στην Κηφισιά. Επί τρεις συνεχόμενες χρονιές εκθέτει στον λογοτεχνικό όμιλο Παρνασσός, ώσπου το 1947, οι 34 πίνακές του σαφώς επηρεασμένοι από τον κυβισμό και τον υπερρεαλισμό δημιουργούν μεγάλο σκάνδαλο και την καθολική απόρριψη του κοινού. Από τους λίγους που τον στηρίζουν είναι ο Οδυσσέας Ελύτης μέσα από τις σελίδες της Καθημερινής. Απογοητεύεται προς στιγμήν κι αρχίζει να σκέφτεται τρόπους διαφυγής. Στέλνει στον Κριστιάν Ζερβός των Cahiers d’ art 50 σχέδιά του κρυμμένα μέσα στα μπαούλα των σκηνικών του Μπαλέτου του Champs-Elysees, που περιόδευε στην Αθήνα.

Θα χρειαστούν όμως αρκετά χρόνια ακόμα μέχρι τη μεγάλη έξοδο στο Παρίσι. Πρώτα έπρεπε να βγει από τον ελληνικό του λαβύρινθο. Τότε είναι που προσποιείται τον φρενοβλαβή και αποφεύγει τη στρατιωτική θητεία για να μην αναγκαστεί να πολεμήσει από τη «λάθος» πλευρά.

Το 1948 συμμετέχει στην πρώτη μεταπολεμική Πανελλήνια έκθεση, όπου δίνεται έμφαση στη γενιά του ’30. Eτσι, όταν έναν χρόνο μετά, που σηματοδοτεί και το τέλος του Εμφυλίου, το Γαλλικό Ινστιτούτο φέρνει έργα των Πικάσο, Μπρακ, Ματίς, Πικάμπια, Νταφί, Πράσινου, αποφασίζουν με τον Αλέκο Κοντόπουλο να δημιουργήσουν την ομάδα «Ακραίοι», δημοσιεύοντας μάλιστα και μανιφέστο!

Μεγάλη διαμάχη που ξεσπάει με αφορμή την έκθεσή του στο ξενοδοχείο Κεντρικόν μεταξύ οπαδών της ελληνικότητας και εκείνων του μοντερνισμού τον πείθουν ότι ήρθε η ώρα να ετοιμάσει τις βαλίτσες του. Παντρεύεται τον Σεπτέμβριο του ’54 τη γλύπτρια Γαβριέλλα Σίμωσι και τον επόμενο μήνα βρίσκονται εγκατεστημένοι σε ένα μικρό δωματιάκι του παρισινού ξενοδοχείου «Ideal» της οδού Verneuil 8. Γράφει στους φίλους του: «Στην Ελλάδα ήμουν είκοσι χρόνια μπροστά, εδώ είμαι είκοσι χρόνια πίσω». Παρ’ όλα αυτά μια ακατανίκητη αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία του δίνουν ενέργεια. Δουλεύει κατάχαμα στα λίγα τετραγωνικά του δωματίου τους.

Στο Salon d’ Automne στο Grand Palais συμμετέχει στους Artistes Etrangers en France. Στρέφεται στην αφηρημένη τέχνη, έρχεται σε επαφή με σημαντικούς τεχνοκριτικούς, κυκλοφορεί στους κύκλους του Saint Germaine, όπου συναντάει καθημερινά Ελληνες ζωγράφους. Οταν το 1959 επιστρέφει στην Αθήνα για την έκθεσή του «Φυλλώματα» στην γκαλερί Ζυγός, η ευρωπαϊκή του καριέρα ήδη έχει ξεκινήσει με εκθέσεις εκτός από τη Γαλλία, στην Ιταλία και στη Γερμανία. Παράλληλα, συμμετέχει με τους Κανιάρη, Κοντό, Νίκο και Τσόκλη στην ομάδα «Σίγμα».

Παρουσιάζει έργα του στην τηλεοπτική εκπομπή «Pourquois Paris en 1960» και συνδέεται φιλικά με τον συγγραφέα Ζαν Μαρί Ντροτ. Μαζί ανακαλύπτουν και ερωτεύονται την Ιο, όπου του σχεδιάζει το 1964 ένα κυκλαδίτικο σπίτι. Χρόνια αργότερα, όταν η οικονομική του κατάσταση του το επιτρέπει θα σχεδιάσει και θα κτίσει ακόμα ένα στην απέναντι πλευρά για τον εαυτό του. Μια συνομιλία οικημάτων και δύο επιστήθιων φίλων.

Ξεκινάει τα εικαστικά δρώμενα σε ιδιωτικούς και εκθεσιακούς χώρους. Ζωγραφίζει πέφτοντας στα τέσσερα ημίγυμνος, χρησιμοποιώντας το σώμα του, τις παλάμες του και τα δάχτυλα του, με απίστευτη ταχύτητα και δεξιοτεχνία. Ενα παιχνίδι δημιουργικής απόλαυσης. Στο τέλος πουλάει ό,τι βγαίνει από τη διαδικασία αυτή. Μέχρι και είκοσι πίνακες τη βραδιά. Ετσι βιοπορίζεται τους επτά μήνες που πέρασε στη Βραζιλία ταξιδεύοντας, δουλεύοντας, εκθέτοντας.

Ο έρωτας του για τη γυναίκα και η πίστη του στη φιλία αναζωογονούν τη δίψα του για τη ζωή. Στο Παρίσι με άλλους καλλιτέχνες που τους χαρακτηρίζει η «αφηγηματική αναπαράσταση», δηλαδή τους Κρεμονίνι, Πιστολέτο, Νίκι ντε Σεν Φαλ, στήνουν την έκθεση «Mythologie Quotidienne». Τη δική του «καθημερινή μυθολογία» την αποτελούν ανθρωποειδή - μυρμηγκοειδείς μορφές με μεγάλα κεφάλια- προσωπεία με έκπληκτα μάτια. Σε αναμονή της εξέλιξής του...

Οταν το 1967 εγκαθιδρύεται η δικτατορία, εκτελεί το «Tiens», στο οποίο ένας μοτοσικλετιστής κοιτάζει ένα λευκό περιστέρι που κείται στη γη, και το «Η δολοφονία της ελευθερίας», όπου μια ομάδα στρατιωτικών πυροβολούν ένα περιστέρι: Τα ανθρωπάκια εν τη γενέσει τους.

Τα πρώτα χαρακτηριστικά απρόσωπα ανθρωπάκια, με το καπέλο μελόν, τα ριγέ κοστούμια, μαύρη γραβάτα, στοιχισμένα ασάλευτα σε γραμμές κάνουν την εμφάνισή τους στη Ρώμη το ’68. Εναν χρόνο αργότερα δίνουν το «παρών» στο Ινστιτούτο Γκαίτε της οδού Ομήρου στην Αθήνα. Πιόνια μια πολιτείας που θέλει τα πλήθη σε ομοιογένεια, ομοιομορφία, απόλυτη υπακοή. Αλλά σύντομα τα ανθρωπάκια ταξιδεύουν στα πέρατα του κόσμου, κοινωνοί της παθητικότητας και της ανωνυμίας μιας συγχυσμένης εποχής που αναδύεται. Μέσα από την περιπαικτική μεν, αλλά καυστική κριτική του δημιουργού τους.

Σε ένα ταινιάκι που γυρίζει ο Σερζ Μπερζόν με τίτλο «Gaitis le Baladin», ένα ανθρωπάκι το ‘σκάσε και παίζει κρυφτούλι με τον Γαΐτη (μέγας σκανταλιάρης από έφηβος) στους δρόμους του Παρισιού, μνημειώδη προφίλ στήνονται αγέρωχα στην αμμουδιά του Μουσείου des Sables de Port Barcares, στην Αθήνα του ’73 γίνονται φίλαθλοι στο φόντο κατασκευών σε φυσικό μέγεθος των παικτών του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού για τον Δεσμό. Στην «Κηδεία της ζωγραφικής», μια εγκατάσταση με πομπή από ξύλινα ανθρωπάκια και ένα φέρετρο κάνει σαφή αναφορά στο Πολυτεχνείο.

  • Μεταπολίτευση

Ο Γαΐτης εγκαταλείπει το Παρίσι έπειτα από είκοσι χρόνια. Η γυναίκα του και η κόρη του δεν τον ακολουθούν. Συνδέεται με τη νέα ζωγράφο Αννη Κωστοπούλου. Στο αθηναϊκό του ατελιέ, χαίρεται να συναναστρέφεται νέα παιδιά και να τους συμβουλεύει. Μια φρενήρης και ακατάπαυστη δημιουργικότητα ακολουθεί τα επόμενα χρόνια.

Εκθέσεις ανά τον κόσμο, παραγωγή πολλαπλών, τα ανθρωπάκια γίνονται παιχνίδια, έπιπλα, πιάτα, υφάσματα, μόδα από τον Τσεκλένη, βγαίνουν στους δρόμους, συμμετέχουν στο Πατρινό καρναβάλι, ζωντανά ανδρείκελα με μελόν και ριγέ κοστουμάκια, ταξιδεύουν στα Ευρωπάλια στις Βρυξέλλες, φωτογραφίζονται μπροστά στο Cafe Flores. Διακωμωδώντας την αρχαιολατρία, γίνονται Οδυσσέας, Οιδίποδας, Σφίγγα, Ερμής, αμφορέας, πολεμιστές, φτερωτοί άγγελοι, κολόνες σε αρχαίους ναούς, Καρυάτιδες.

Ενας άγγελος με γυναικεία μορφή στην «Αποκαθήλωση» του 1980 κρατάει στα χέρια ένα νεκρό ανθρωπάκι. Οσο βρίσκεται σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης, η Εθνική Πινακοθήκη τού ετοιμάζει αναδρομική έκθεση. Την επισκέπτεται λίγο προτού ανοίξει και σχολιάζει: « Ανακάλυψα το ανθρωπάκι δέκα χρόνια πριν την ώρα του». Πεθαίνει στις 22 Ιουλίου 1984, λίγες μέρες μετά τα εγκαίνια, στα οποία δεν μπόρεσε καν να παρευρεθεί.?

  • «Φροντίστε να σωθούμε»

«Θέλω πάρα πολύ να εξηγήσω τη δουλειά μου [...] υπάρχουν ειδικοί που μπορούν να κάνουν αυτήν τη δουλειά [...] αλλά εγώ νομίζω έχω πιο πολύ δικαίωμα να μιλήσω για τα Ανθρωπάκια, αυτά τα οποία είναι ξύλινα βέβαια, αλλά αληθινά Ανθρωπάκια. Δηλαδή είναι τα Ανθρωπάκια τού σήμερα, είναι το κατεστημένο και το ίδιο το Ανθρωπάκι αυτό αντιδρά στο κατεστημένο.

Οι άνθρωποι, τα Ανθρωπάκια που λέω, το κατεστημένο, έφτασε σ’ ένα σημείο όπου δεν παίρνει άλλο να πάει πιο μακριά [...] γίνανε ένα νούμερο και τίποτα παραπάνω. Εδώ εγώ κάνω μια μαρτυρία και σας λέω: Φροντίστε να σωθείτε, να σωθούμε. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο εγώ εκτός απ’ αυτήν τη μαρτυρία». ?«Μονόγραμμα» ΕΡΤ2, Γιάννης Γαΐτης, Νοέμβριος 1984

  • Το παιχνίδι της ανώνυμης σφαγής

«Τα ανώνυμα πλήθη του Γαΐτη αποτελούν ένα σύνολο από φιγούρες-στόχους για άσκηση σκοποβολής, η μανιώδης επανάληψη ανθρώπων στοιχισμένων σε ζυγούς που μας γυρίζουν την πλάτη, φορώντας καπελάκια μελόν και λευκά κολάρα που ξεχωρίζουν κάτω από τα γυαλισμένα σαν από μπριγιαντίνη μαύρα μαλλιά. Πανομοιότυπες φιγούρες μηχανικών ανθρώπων που παρατηρούν, που "συμμετέχουν", που παρευρίσκονται άφωνοι στην άφιξη ενός παιδικού μονοπλάνου, μιας γοργόνας που αναδύθηκε από τη θάλασσα, ταχυδακτυλουργών που ελευθερώνουν ένα περιστέρι της ειρήνης, σεληνιακοί μοτοσικλετιστές [...] Στο έργο του Γαΐτη, οι «προθέσεις» γίνονται καλλιτεχνική πραγματικότητα πριν γίνουν ειρωνική ερμηνεία. Μια μοναδική πραγματικότητα που πλησιάζει τον κόσμο όπου ζούμε, μέσω μιας μυθικής και φανταστικής προοπτικής.

Ο Γαΐτης μάς διδάσκει πώς να μη γίνουμε πλήθος: Οι φιγούρες του μπορεί να γίνουν ένα πραγματικό ηθικοπλαστικό αντίδοτο για όσους δεν θέλουν πια να έχουν σχέση με το παιχνίδι της ανώνυμης σφαγής». Τζιουζέπε Μαρκιόρι Galerie Schneider, Απρίλιος 1968

Χρήστος Παρίδης, ΕΙΚΟΝΕΣ, ΕΘΝΟΣ

Wednesday, September 24, 2008

Γιάννης Γαΐτης: «Ολοι και… Μόνος»

Τα εμβληματικά ανθρωπάκια του Γιάννη Γαΐτη επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη έπειτα από 27 χρόνια για μια νέα ανάγνωση - ερμηνεία στο έργο ενός πρωτοποριακού καλλιτέχνη. Κι αν τα φωτογραφικά ντοκουμέντα από περφόρμανς του καλλιτέχνη που εξελίχθηκαν στο κέντρο της πόλης το 1981 κατά τη διάρκεια της τελευταίας του εν ζωή έκθεσης στη Θεσσαλονίκη (γκαλερί Κοχλίας) φαντάζουν ακόμη και σήμερα πρωτοποριακά, η νέα αναδρομική έκθεση στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης προσφέρεται για μια βαθιά ματιά σ’ έναν ριζοσπαστικό σουρεαλιστή, όχι μόνο μόνο μέσα από τα στενά καλλιτεχνικά όρια, αλλά ως μια προσωπικότητα με κοινωνικό και πολιτικό εύρος.

«Γιάννης Γαΐτης… Ολοι και Μόνος» είναι ο τίτλος της έκθεσης, που παραπέμπει στο ομώνυμο έργο του (κρεβάτι–κατασκευή από ξύλο και μέταλλο, 1969) με το οποίο «ο Γαΐτης επιχείρησε ένα κριτικό σχόλιο ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει χωρίς να υπάρχει μια ομάδα», εξήγησε η Κατερίνα Κοσκινά, καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος «Ιωάννου Φ. Κωστόπουλου», που είχε την επιμέλεια της έκθεσης από κοινού με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΜΜΣΤ, Ντένη Ζαχαρόπουλο.

Η ιστορία του μοναχικού αλλά ταυτόχρονα ανοιχτού ανθρώπου, που ωστόσο συμμετείχε σε όλες τις πρωτοποριακές κινήσεις της διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής, εξελίσσεται στους δύο ορόφους του ΜΜΣΤ. Η έκθεση διατρέχει «μια ολοκληρωμένη μορφή της ελληνικής ιστορίας κι όχι μόνο της ιστορίας της Τέχνης», σημείωσε ο κ. Ζαχαρόπουλος. Παρακολουθεί την εποχή του, την καλλιτεχνική του πορεία και ταυτόχρονα τη ζωγραφική του γλώσσα μαζί με τις συνθήκες εκείνες οι οποίες, διαδοχικά, «σφράγισαν» τους εικαστικούς προσανατολισμούς του (πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα, μετάβαση στο Παρίσι, ελευθερία πειραματισμών…).

Εργα της πρώτης περιόδου του καλλιτέχνη (’40 - ’60) στο ισόγειο αποκαλύπτουν την άγνωστη αρχική του διαδρομή, την εξέλιξή του στην ώριμη περίοδο αναγνωρίσιμη στο ευρύ κοινό από τη σχηματοποιημένη αντρική μορφή. «Eίναι τα Ανθρωπάκια του σήμερα, είναι το κατεστημένο και το ίδιο το Ανθρωπάκι αυτό αντιδρά στο κατεστημένο», εξηγούσε το 1984 ο ίδιος ο καλλιτέχνης…

Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά, ο επισκέπτης καλείται να σταθεί και πάλι στο «σύμβολο» του Γαΐτη και να εξετάσει την εποχή μέσα στην οποία δημιουργήθηκε ως κριτικό σχόλιο στη μάζα τον καταναλωτισμό, την απώλεια της προσωπικής ταυτότητας την αποξένωση», παροτρύνει ο Ντένης Ζαχαρόπουλος. «Η Ελλάδα τού χρωστάει πολλά και δεν τα έχει αναγνωρίσει», επισήμανε. «Ούτε δέκα αναδρομικές εκθέσεις δεν θα διώξουν το αίσθημα της πικρίας. Παρ’ όλα αυτά, σε αντίθεση με άλλους καλλιτέχνες, ο Γαΐτης εξόρκισε την πίκρα του ως ένας αισιόδοξος δημιουργός».

Προσδοκία Μουσείου

Την αναγνώριση αυτή προσδοκά η οικογένειά του, με τη λειτουργία του Μουσείου Γαΐτη - Σίμωση που κατασκευάζεται στην Ιο. Το πέτρινο κτίριο, 1.600 τ. μ., ξεκίνησε πριν από δέκα χρόνια με ευρωπαϊκά προγράμματα, αλλά η έλλειψη κονδυλίων καθυστερεί την ολοκλήρωσή του, όπως διευκρίνισε η κόρη του Λορέττα Γαΐτη - Charrat, αρχιτέκτονας και μουσειολόγος – η τρίτη της παρέας των επιμελητών της έκθεσης. Πώς θυμάται τον πατέρα της η Λορέττα Γαΐτη; «Ως έναν άνθρωπο τρυφερό, γεμάτο όρεξη για ζωή και δουλειά. Το ’84 μου ζήτησε να στήσω την αναδρομική του στην Εθνική Πινακοθήκη. Tότε κατάλαβα το εύρος και την αξία του έργου του. Δυστυχώς, δεν μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να του το πω».

Sunday, August 31, 2008

Στο πλήθος του Γαΐτη

Αναδρομική στη Θεσσαλονίκη

Της ΠΑΡΗΣ ΣΠΙΝΟΥ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7 - 31/08/2008

Το 1969 ο Γιάννης Γαΐτης είχε κάνει το έργο «Ολοι και μόνος»: ένα κρεβάτι με «ανθρωπάκια» που κοιμούνται, εκτός από ένα που είναι όρθιο, σε στάση επαγρύπνησης. Αυτός είναι και ο τίτλος της αναδρομικής έκθεσης του καλλιτέχνη που εγκαινιάζεται το ερχόμενο Σάββατο στη Θεσσαλονίκη, στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, σε συνεργασία με το Ιδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστόπουλου.


«Είναι ένα έργο του Γαΐτη με πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο», εξηγεί ο Ντένης Ζαχαρόπουλος, που επιμελείται την έκθεση μαζί με την Κατερίνα Κοσκινά. «Ο καλλιτέχνης έτσι αισθανόταν, μόνος μέσα στο πλήθος, εξέφρασε την υπαρξιακή του αγωνία, τη θέση του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία. Ο Γαΐτης ήταν μοναχικός, ενώ από την άλλη ήταν κοντά σε όλους, στους εικαστικούς και στους ποιητές που συναναστράφηκε, όπως ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Δανιήλ, ο Τσόκλης, ο Κανιάρης, κ.ά.».

Η έκθεση που περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά έργα απ' όλες τις περιόδους του καλλιτέχνη και γίνεται σε συνεργασία με την κόρη του, αρχιτέκτονα και μουσειολόγο Λορέττα Γαΐτη-Σαρά, έχει στόχο να ξεδιπλώσει το βίο και την πολιτεία του κορυφαίου δημιουργού, το έργο και την εποχή του. «Ο Γαΐτης ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος και το έργο του με την πρώτη ματιά φαίνεται ευχάριστο, έξυπνο, γοητευτικό, ωστόσο ήταν κριτικό της εποχής του, με καυστικό χιούμορ και πολιτική διάσταση», συνεχίζει ο Ντ. Ζαχαρόπουλος.

«Δεν πίστευε σε μια τέχνη κλεισμένη στον εαυτό της», γι' αυτό και ασχολήθηκε με τις εφαρμοσμένες τέχνες, έκανε γλυπτά, κατασκευές, έπιπλα. Ορισμένα απ' αυτά θα παρουσιαστούν σε κεντρικά σημεία της Θεσσαλονίκης, σε βιτρίνες καταστημάτων και άλλους προσβάσιμους χώρους, προκειμένου να γίνει «διάλογος» με το κοινό.

Πάθος για την ποίηση και την ψυχανάλυση

Ο επιμελητής της έκθεσης μάς αφηγείται τη ζωή του Γιάννη Γαΐτη σαν παραμύθι. Παιδί ακόμα έκανε γκράφιτι στους τοίχους εναντίον της γερμανικής κατοχής. Αριστερός στις πεποιθήσεις του, αρνήθηκε όμως να πάρει μέρος στον Εμφύλιο. Οταν εκλήθη να παρουσιαστεί στο στρατό και του ζήτησαν να χτυπήσει ζωντανούς στόχους, τότε έκανε τον τρελό και απαλλάχτηκε.

Είχε μια τεράστια αγάπη για την ποίηση και την ψυχανάλυση, συναναστράφηκε τον Γονατά, τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο, τον Κουτούζη, ενώ από τους ζωγράφους θαύμαζε τον Πικάσο. Με τον εκπατρισμό του στο Παρίσι, την εποχή της χούντας, ανακαλύπτει πεδία πειραματισμού και την ελευθερία της έκφρασης που τον χαρακτηρίζουν. Η κόρη του τον θυμάται να δουλεύει στο παρισινό εργαστήριό του: «Η ζωγραφική πράξη με τον τρόπο του Γαΐτη σημαίνει πάθος, ταχύτητα και δεξιοτεχνία. Χρησιμοποιεί το σώμα του, το στήθος κάποτε γυμνό, ζωγραφίζει με τις παλάμες του και τα δάχτυλα, συχνά γονατισμένος πάνω στο πάτωμα, με μια ζωτική δύναμη που θυμίζει Πικάσο...».

Τα πρώτα του έργα, διαφορετικά από το κυρίαρχο κατεστημένο, ξεσήκωσαν «πολεμική», ακόμα και ο Αλέκος Σακελλάριος τον διακωμωδούσε. Ωστόσο, τα «μυρμηγκάκια» του, οι ανθρωπόμορφες κουκκίδες και πολύ περισσότερο τα «ανθρωπάκια» του θα αποτυπωθούν στη συλλογική μνήμη, θα γίνουν σύμβολα μιας αντίδρασης στο ασφυκτικό περιβάλλον που μετατρέπει τους ανθρώπους σε απλούς αριθμούς.

Στην περίοδο της δικτατορίας, οι οικείοι κύριοι με τα κοστούμια και τα καπέλα αντιστέκονται στην αδράνεια και στην πειθαρχία που κυριαρχεί. Στη μεταπολίτευση τα «ανθρωπάκια» στέκονται μπροστά από την Ακρόπολη για να «ειρωνευτούν την ελληνολατρεία αλλά και την επερχόμενη λαίλαπα του τουρισμού». Οταν τα ντύνει με κόκκινες και πράσινες φανέλες σαρκάζει την «ποδοσφαιρομανία» που τυφλώνει τους οπαδούς μπροστά σε άλλα, πιο σημαντικά προβλήματα. Κι όταν εκθέτει στην Αμερική κονσέρβες με «ανθρωπάκια-σαρδέλες» κλείνει πονηρά το μάτι στον Αντι Γουόρχολ και την ποπ αρτ. «Ο Γαΐτης είναι ο καλλιτέχνης που έδωσε την ευρωπαϊκή διάσταση στην ελληνική τέχνη. Ωστόσο τον κέρδισε η Ελλάδα, σε μια εποχή χωρίς θεσμούς να τον στηρίξουν και έχασε στο εξωτερικό», καταλήγει ο Ντ. Ζαχαρόπουλος.

Τουλάχιστον, με πρωτοβουλία της κόρης του καλλιτέχνη θα γίνει στην αγαπημένη του Ιο, - ο ίδιος καταγόταν από την Τήνο- το Μουσείο Γαΐτη, που σε 2.000 τ.μ. θα στεγάσει τα έργα του και της συντρόφου του γλύπτριας Γαβριέλας Σίμωση.