Showing posts with label Τσαρούχης Γιάννης. Show all posts
Showing posts with label Τσαρούχης Γιάννης. Show all posts

Thursday, May 26, 2011

Ο «Άγιος Σεβαστιανός» του Γ. Τσαρούχη σε δημοπρασία


Η καλοκαιρινή δημοπρασία έργων τέχνης του Οίκου «Πέτρος Βέργος», θα διεξαχθεί στο Ζάππειο Μέγαρο στις 9 Ιουνίου 2011. Με τιμές εκτίμησης που κυμαίνονται από 1.000 μέχρι 50.000 ευρώ θα δημοπρατηθούν 154 συνολικά έργα.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα άγνωστα μέχρι σήμερα «Σπουδή ναύτη» και «Άγιος Σεβαστιανός» του Γιάννη Τσαρούχη, τα εξαιρετικά «Κεφάλι νέου» και «Κεφάλι νέας» του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, το «Τοπίο με βουνό» του Κωνσταντίνου Μαλέα και η κλασσική «Ύδρα» του Παναγιώτη Τέτση.
Θα δημοπρατηθούν επίσης έργα των Σπύρου Βασιλείου, Θανάση Τσίγκου, Νίκου Εγγονόπουλου, Συμεών Σαββίδη, Δημήτρη Μυταρά, Αλέκου Φασιανού, Γεράσιμου Στέρη, Γιάννη Σπυρόπουλου, Γιάννη Μόραλη, Παύλου Διονυσόπουλου, Αλέξη Ακριθάκη, Χρόνη Μπότσογλου, Μιχάλη Μακρουλάκη, Θεόδωρου Μανωλίδη, Νικολάου Γαβριήλ Πεντζίκη κ.ά.
Η δημοπρασία θα διεξαχθεί στο Ζάππειο Μέγαρο την Πέμπτη 9 Ιουνίου (έναρξη 7.00 μ.μ.). Τα έργα θα εκτεθούν στον ίδιο χώρο την Δευτέρα 6 Ιουνίου (εγκαίνια 7.00 μ.μ. -10.00 μ.μ.], την Τρίτη 7 και την Τετάρτη 8 Ιουνίου [10.00 π.μ. έως 10.00 μ.μ.).
Τους καταλόγους των δημοπρασιών μπορείτε να δείτε online και σε μορφή pdf στο site www.vergosauctions.com.

Sunday, February 21, 2010

Εμείς και ο Τσαρούχης

  • Η ΑΥΓΗ: 21/02/2010
  • Του Κώστα ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ενσάρκωσε, τελικά, ο Γιάννης Τσαρούχης μία «περσόνα»; Ο χαρακτηρισμός υποδηλώνει κάποιον, ο οποίος επιλέγει ένα πρόσωπο με το οποίο θέλει να συστηθεί δημόσια· ένα προσωπείο που, αποκρύπτοντας την ιδιωτική καθημερινότητα και τις μύχιες σκέψεις εκείνου που καλύπτεται πίσω του, τον ταυτίζει με ένα επίκτητο διακριτικό γνώρισμα, αυτό που το προσωπείο υποδηλώνει· μια συμπεριφορά, ένα χαρακτήρα, αλλά και έναν κοινωνικό ρόλο· ένα πρότυπο, με άλλα λόγια, προϊόν μιας συλλογικής σύμβασης, που αποκρυσταλλώνει ή αντικατοπτρίζει παγιωμένες, άγραφες και καθιερωμένες νόρμες. Έχουμε να κάνουμε εδώ με ένα είδος προβολής.

Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς πως ο Τσαρούχης έτρεφε την απαίτηση να εκπροσωπήσει κάτι περισσότερο από τον εαυτό του. Εντούτοις, δεν σιώπησε όταν του απευθύνθηκε ο λόγος και όταν τα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν πάνω του και δεν απέφυγε γενικευτικές ρήσεις για το ελληνικό ίδιον. Ακόμα και σήμερα, εύκολα γνωμικά του, όπως αυτά για τη σχέση της Ελλάδας με κάποιαν ακαθόριστη «Ανατολή» και μίαν εξίσου σκιώδη «Δύση», ή απλοϊκές επισημάνσεις για αυτοεπιδιδόμενες επαγγελματικές και μη ιδιότητες, αναπαράγονται από τα χείλη πολλών σαν καταστάλαγμα σοφίας εν μέσω σοβαροφανών συζητήσεων. Όλα τούτα, στην πραγματικότητα, μέσα στην ευρεία απαίτηση για γοητευτικά αποφθέγματα, επισκιάζουν αυτά που ενέχουν ένα μεγαλύτερο ειδικό βάρος στο λόγο και, κυρίως, στην πρακτική του ζωγράφου.

Στην αντιπαραβολή των γραπτών και των γνωμικών του με το έργο του προσδιορίζεται σαφέστερα ο ορίζοντας των αντιλήψεων που επενδύθηκαν στον Τσαρούχη. Οι πίνακές του είναι σε όλους οικείοι. Αξίζει όμως να προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε σε γενικές γραμμές τι περίπου λανθάνει σε αυτούς. Γνωρίζοντας, λοιπόν, τη συνομιλία του Τσαρούχη με τα δεσπόζοντα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής του, μπορούμε να διαγνώσουμε σε αυτόν μιαν αντίδραση ή μια σταδιακή άρνηση της ηγεμονίας του ευρωαμερικανικού πολιτισμού, βιαστικά κατοχυρωμένου ως «δυτικού», και τη στροφή στην αναζήτηση της ιδιαιτερότητας μιας τοπικά ορισμένης πολιτιστικής παράδοσης και κουλτούρας. Η αποκατάστασή της έλαχε να προσανατολιστεί στην «ανεπιτήδευτη» λαϊκή σοφία, στο συναισθηματισμό που προκρίνεται από την ενατένιση μιας φαντασιακής οργανικής κοινότητας, η οποία δίνει το δικό της αγώνα ενάντια σε μία φύση φιλόξενη και την ίδια στιγμή υπερβατική, όπως η ελληνική. Προϊόντα αυτής της «πάλης», οι μύθοι και τα παραμύθια, οι φορεσιές, οι χοροί, η αρχιτεκτονική, οφείλουν να δικαιωθούν και να αποτρέψουν την παρακμή, σε πείσμα της γενικευμένης ορθολογικότητας και του θετικισμού που επιβάλλεται έξωθεν από τη νεότερη τάξη των πραγμάτων. Η ταύτιση με την αρμονική κοινωνία, η εξύψωση της καθημερινότητάς της, αποκαθαρμένης από κάθε επίκριση, διανθισμένης με θεμιτή εκζήτηση και καθωσπρεπισμό, αλλά, ταυτόχρονα, με διάχυτο ερωτισμό που χρωματίζει τον υπεραισθητό κόσμο για να παραβλέψει ή να υπερκαλύψει τις «αστοχίες» του, διαμορφώνουν το αφηγηματικό πλαίσιο εντός του οποίου δραστηριοποιήθηκε ο ίδιος, όπως και αρκετοί εκπρόσωποι της γενιάς του.

Η βύθιση σε έναν τέτοιον, κατασκευασμένο στην ουσία του και εξωραϊσμένο, πολιτισμό, και τις επινοημένες ρίζες του, συνιστά μια πλούσια σε αντιφάσεις αισθητική πρόταση. Φαίνεται να απαντά στο ρομαντικό εθνικισμό, αποστρεφόμενη όμως την έντασή του. Εξυψώνει το καθημερινό, σέβεται το θρησκευτικά υπερβατικό, αλλά στρέφει μακριά το βλέμμα από την ιδέα του υψηλού. Εστιάζει την προσοχή της στην ολότητα, σε αυτό που ενώνει μια κοινότητα, στους δεσμούς της, αλλά κρατάει μιαν αυτόνομη εποπτική θέση. Χρησιμοποιεί την ορθόδοξη εικονολογία, αλλά επιτρέπει στην επιθυμία και την εμμένεια να την παρασύρει. Μοιάζει με ιδιωματικό τρόπο να συγχωνεύει την παράδοση, αλλά να μην ενδιαφέρεται να την γνωρίσει πραγματικά, παρά επιλεκτικά. Συνδιαλέγεται με την αντίληψη του ώριμου μοντερνισμού και συχνά υιοθετεί τις φόρμες του, αλλά δεν αποδέχεται το όραμά του. Η εμπειρία των σύγχρονων και προηγούμενών του μοντέρνων έδειξε πως αυτοί αναζήτησαν ερείσματα σε άγνωστούς τους πολιτισμούς, όπως αυτοί της Αφρικής ή της Άπω Ανατολής. Πρόθεσή τους η ανανέωση της εικαστικής γλώσσας, με τρόπο που συνιστά ρήξη με την κυρίαρχη αντίληψη για την τέχνη και την ιστορία της. Σε αντιδιαστολή με αυτούς, ο Τσαρούχης προσέτρεξε στην ελληνική παράδοση και κουλτούρα για να ξαναπιάσει το μίτο μιας συνέχειας, που λανθάνει ιστορικά, πίσω και πέρα από τα μεγάλα γεγονότα που την συγκροτούν. Οι εικόνες του μοιάζουν να επανεμφανίζουν μιαν ουσία που κατατρέχει την ιστορία από την αρχαιότητα και εμφανίζεται στα έργα σαν ένα συμπίλημα σημείων και σχημάτων. Από την όλη συμπερίληψη απουσιάζει, όμως, το παρόν στη ρεαλιστική και αναστοχαστική του διάσταση. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε, εφόσον το ζητούμενο εδώ είναι η νοσταλγική αναβάπτιση του συλλογικού φαντασιακού.

Εδώ έγκειται η πρωτόγνωρη μνεία και η σχεδόν «τυφλή» αναγνώριση του έργου του Τσαρούχη. Συνιστά ένα χαλαρό περιβάλλον, εντός του οποίου μπορούν να γίνουν όλες οι δυνατές προβολές. Μπορεί να συστεγάσει κάθε επιθυμία και επιτρέπει την οποιαδήποτε προβολή και συλλογική επένδυση πάνω του. Προσφέρει την ποιητική διάσταση της οικίας καθημερινής πρακτικής, χωρίς όμως να την υπερβαίνει. Κολακεύει αυτό που είναι, ως καθημερινότητα, δίχως να την οδηγεί πουθενά, προτάσσοντας τη διατήρησή της. Ικανοποιεί το θεατή, κάνοντάς τον να απολαύσει αυτό που βιώνει, με έναν τρόπο που τον βολεύει και τον συμβιβάζει. Αναδεικνύει ό,τι τον ενώνει με τους άλλους μέσα στο χρόνο και το χώρο, συμβολοποιώντας το δεσμό, έτσι ώστε να κατορθώσει να εικονογραφήσει μιαν ιδεατή ιστορική ουσία, αυτήν που εδώ ταιριάζει με το ιδεολόγημα-φάντασμα της «ελληνικότητας». Συμπυκνώνει μη στοχαστικά απροσδιόριστα σύνολα, ένα «λαό» και τα τεχνήματά του, σε ένα κοινό περιεχόμενο. Το έργο του καθίσταται έτσι αναπόσπαστο κομμάτι μιας εθνικής αφήγησης, συμψηφίζοντας διαφορετικές παραδόσεις και ιστορικά μορφώματα σε κοινούς παρανομαστές, συμπαρασύροντας στο καθεστώς της παραδοσιοκρατίας. Ενδυναμώνει αισθητικά την καθεστηκυία τάξη, διαβάζοντάς την σαν ευτυχές αποτέλεσμα μιας θεάρεστης ιστορικής διαδικασίας. Προτάσσει ιδιοτελώς την ανειλικρίνεια, κρυμμένη πίσω από την αδυναμία συσχετισμού του βιωμένου παρόντος του θεατή με μία φαντασιακή κοινότητα, δικαιώνοντας και φενακίζοντας την αντίφαση, ή, καλύτερα, τη δεδομένη αντινομία από την οποία διακατέχεται.

«Ιδιοτελώς»; Αρκετοί θα αντέκρουαν έναν τέτοιον ισχυρισμό, που συγγενεύει επικίνδυνα με την ιδέα του συμφέροντος. Είχε εύλογο «συμφέρον» ο Τσαρούχης να κατασκευάσει ένα προσωπείο για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις μιας «περσόνας»; Κάθε έργο συνιστά μια πρόταση που προσδοκά να αποτελέσει αντικείμενο μιας αισθητικής διαβούλευσης, στην οποία μετέχουν δημιουργοί και κοινό. Με μεγάλο ρίσκο, θα υποστήριζε κανείς πως το έργο δεν κάνει τίποτα παραπάνω από το να σχηματίζει το νοητό χώρο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η ιδιότυπη αυτή διαβούλευση και να ορίζει τους κανόνες του παράδοξου κοινωνικού παιγνίου που ονομάζουμε τέχνη. Κάθε ένας που συμμετέχει στο διάλογο προσκομίζει σε αυτόν φαινομενικά καινοφανείς θέσεις, ικανές να διευρύνουν τα όρια της διαβούλευσης. Δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει κανείς πως ο Τσαρούχης ήταν αμέτοχος σε αυτήν. Αν, πάλι, αποδεχόμενοι τη θέση εξαίρεσης από τον κοινωνικό κανόνα που επιφυλάσσεται για το ρόλο του καλλιτέχνη και την πρακτική του, υποθέσουμε πως η εν λόγω διαβούλευση αποκτά προσδιορισμούς που δεν εντοπίζονται μέσα στις πιθανές προθέσεις του, τότε τον εξορίζουμε σε έναν παθητικό κοινωνικό ρόλο. Σε αυτήν την περίπτωση βρισκόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με τη λειτουργία μιας «περσόνας». Αυτή προτάσσει ιδεολογήματα αφ' υψηλού, από μία θέση που αδυνατεί να βιώσει αυτό το οποίο θέλει να κατονομάσει και να μιλήσει στο όνομά του. Βρισκόμαστε εγγύτερα σε έναν καλλιτεχνικό δρώντα, ο οποίος αντιλαμβάνεται την πρακτική του να εξαντλείται στα στενά όρια τη τέχνης του, εντός των αυστηρών ζητημάτων που την περιορίζουν σε μια αυτοαναφορική δραστηριότητα. Η θέση αυτή παρέχει μια κάποια «ασφάλεια», προφυλάσσοντας από μια άνευ όρων εμπλοκή με ευρύτερα κοινωνικά διακυβεύματα.

Ο Τσαρούχης δεν ήταν άφρονας. Τούτο δεν σημαίνει πως είχε πλήρη επίγνωση του αντίκτυπου της δραστηριότητάς του. Σημαίνει όμως ότι απολάμβανε τη συνθήκη που είχε συνδιαμορφώσει. Καθίσταται προβληματικό το επιχείρημα της «αδιαφορίας» του ίδιου του Τσαρούχη απέναντι στις πιθανές προβολές που γινόταν στο έργο του, καθώς η μη επίγνωση της συνθήκης θα υποβίβαζε το ζωγράφο σε συνολική ανεπάρκεια.

Εν ολίγοις, η από κοινού προβολή και επένδυση στο έργο του Τσαρούχη, τον κατέστησε «περσόνα» πριν ακόμα αυτός τη δημιουργήσει για τον εαυτό του. Θεσμοί και κοινό έφτιαξαν το περιβάλλον το οποίο οικειοποιήθηκε και κατοίκησε ο καλλιτέχνης, όπως και -σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό- αντίστοιχοι της γενιάς του, χωρίς όμως να το καλλιεργήσει, χωρίς να διευρύνει το προσδόκιμο της απόδοσής του. Η δημιουργική του ικανότητα ήταν αδιαμφισβήτητη. Η απολαβή όμως ενός συγκεκριμένου κοινωνικού ρόλου, μιας προσωπικότητας που διαπραγματεύεται την απονεμημένη -αλλά κοινωνικά και ιστορικά παρωχημένη- αυθεντία της στο δημόσιο χώρο, στάθηκε ικανή να την υπερκεράσει.

Παρά την όποια υπερβολή, πιθανόν, να κρύβεται πίσω από μια τέτοια ανάγνωση του έργου του Γιάννη Τσαρούχη, δεν μπορεί να παραβλεφτεί πως σε αυτό το έργο -και στο πρόσωπό του- επενδύθηκαν πολλά, τόσο από το κοινό, όσο ακόμα και από τον κρατικό μηχανισμό, επιλέγοντας να το επιβάλουν και να το αξιοποιήσουν για την αισθητική τους περιβολή. Το ζήτημα δεν αφορά τελικά τόσο το τι ήταν ο Τσαρούχης, όσο το τι εμείς θέλαμε να δούμε σε αυτόν, τι θέλαμε να ακούσουμε από αυτόν, στο γιατί το έργο του έχαιρε τέτοιας αποδοχής, πώς οικειοποιήθηκε, προς τι η επικαιροποίησή του, τι εξυπηρετεί, ποια είναι τα στερεότυπα που δημιουργεί, ποιο προσωπικό και συλλογικό απόρρητο κρύβεται πίσω του, τι διδάσκει και τι αφήνει τελικά ως κληρονομία. Ο Τσαρούχης, ιδιοτελώς ή μη, συνέβαλε με τον τρόπο του στην αισθητικοποίηση ενός εθνικού φαντασιακού, έδωσε τις δυνατές εικονικές εκδοχές του, που στάθηκαν ικανές να τον καθιερώσουν σε μια μορφή που απολάμβανε την καθολική αποδοχή. Ας μην ξεχνάμε, όμως, πως πολλές φορές οι καθιερωμένοι καλλιτέχνες προτιμώνται ακριβώς επειδή είναι καθιερωμένοι.

Saturday, January 16, 2010

«Πολύπτυχος» Τσαρούχης, ετών 100

Η πρώτη αναδρομική έκθεση έργων του στην Αθήνα


Ο Γιάννης Τσαρούχης είναι καλλιτέχνης που σφράγισε με το έργο του τη νεοελληνική ζωγραφική δημιουργία και διαμόρφωσε την εικόνα της εθνικής μας αυτογνωσίας. Για να τιμήσουν τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, το Μουσείο Μπενάκη, το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη και το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τραπέζης Κύπρου διοργανώνουν μεγάλο αφιέρωμα, στους εκθεσιακούς χώρους του Μουσείου Μπενάκη στην οδό Πειραιώς, έως τις 14 Μαρτίου του 2010. Πρόκειται για την πρώτη αναδρομική έκθεση έργων του Γιάννη Τσαρούχη που παρουσιάζεται στην Αθήνα.

Η έκθεση «Γιάννης Τσαρούχης 1910-1989», την οποία επιμελήθηκε η Νίκη Γρυπάρη και σχεδίασε η Λίλη Πεζανού, περιλαμβάνει περίπου 670 έργα, που ανήκουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού. Στόχος της είναι να αναδείξει το πολύπτυχο έργο του καλλιτέχνη, να παρουσιάσει μια πλήρη εικόνα του πλούσιου ζωγραφικού του έργου (πίνακες, εικονογραφήσεις βιβλίων κ.ά.), καθώς και της καθοριστικής συμβολής του στο νεοελληνικό θέατρο (μακέτες σκηνικών, κοστουμιών κ.ά.). Την έκθεση συνοδεύει σημαντική έκδοση 400 σελίδων, με τίτλο «Γιάννης Τσαρούχης 1910-1989», την οποία συνυπογράφουν οι: Άγγελος Δεληβοριάς, Νίκη Γρυπάρη, Ευγένιος Ματθιόπουλος, Αλέκος Λεβίδης, Παναγής Βουρλούμης, Ελγκα Καββαδία και Χλόη Ομπολένσκι.


Ζωγράφος, σκηνογράφος, ενδυματολόγος

Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε το 1910 στον Πειραιά. Μαθήτευσε στο Φώτη Κόντογλου, όπου μυήθηκε στη βυζαντινή αγιογραφία (1930-1934), ενώ την ίδια περίοδο διαμόρφωσε μια ποικιλία ενδιαφερόντων. Γνωρίστηκε με την Αγγελική Χατζημιχάλη και μελέτησε με πάθος τη λαϊκή φορεσιά, έμαθε από την Εύα Σικελιανού να υφαίνει στον αργαλειό και μελέτησε δείγματα κοπτικής υφαντικής, ίδρυσε μαζί με τον Κάρολο Κουν τη Λαϊκή Σκηνή και ξεκίνησε τη συγγραφή σουρεαλιστικών ποιημάτων. Για το δάσκαλό του, Κωστή Παρθένη, ο Τσαρούχης αναφέρει: «Πολλά οφείλω στον Κωστή Παρθένη, που η αυστηρή -σαν σουηδική γυμναστική- διδασκαλία του μου επέτρεψε να πλησιάσω με άνεση τη λεγόμενη κλασική τέχνη.»


Καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του, όμως, παράλληλα με τη ζωγραφική, εργάζεται στο θέατρο ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος και συνεργάζεται με τους σημαντικότερους ηθοποιούς και σκηνοθέτες της εποχής (Κάρολος Κουν, Αλέξης Μινωτής, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αιμίλιος Βεάκης, Κατερίνα Ανδρεάδη, Κατίνα Παξινού, Μελίνα Μερκούρη, Έλλη Λαμπέτη, Μαρία Κάλλας κ.ά.). Ο ίδιος γράφει για το έργο του: «Δύο είναι οι βασικές αναζητήσεις μου, παρ' όλες τις χίλιες διαφορές που παρουσιάζουν τα έργα μου μεταξύ τους. Η μία αναζήτηση είναι ούτως ειπείν νεοκλασική και προσπαθεί να αφομοιώσει το αρχαίο κλασικό ιδεώδες, όπως το εξέφρασαν για όλο τον κόσμο στα νεότερα χρόνια η Αναγέννηση και το Μπαρόκ. Η άλλη μου τάση είναι να εκφράσω όλες τις αντιρρήσεις μου για το ίδιο το ιδανικό μου, βοηθούμενος από μεγάλους αντιρρησίες της εποχής μας, αλλά και από πρότυπα παλιά ελληνικά, που είναι συχνά μαρτυρίες και στηρίγματα των αντιρρήσεων.»


Χρονολόγιο

1910, 13 Ιανουαρίου: Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννιέται στον Πειραιά.

1917: Αρχίζει να ζωγραφίζει σε μεγάλες κόλλες χαρτί 70x100, με παστέλ.

1926: Αρχίζει να ζωγραφίζει πιο εντατικά (νεκρές φύσεις, τοπία κ.ά.) εκ του φυσικού. Ασχολείται και με το θέατρο - φιλοτεχνεί μακέτες σκηνικών και κοστουμιών.

1928: Φοιτά στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Μετά τα προκαταρκτικά έτη εγγράφεται στο εργαστήριο του Σπ. Βικάτου.

1929: Ξεκινά λεπτομερή μελέτη των ελληνικών λαϊκών φορεσιών.

1930: Μαθητής και βοηθός του Φ. Κόντογλου.

1932: Εγγράφεται στο εργαστήριο του Κων. Παρθένη.

1934: Μαζί με τον Κ. Κουν και το Δ. Δεβάρη ιδρύουν τη Λαϊκή Σκηνή. Φιλοτεχνεί σκηνικά και κοστούμια για την «Ερωφίλη» του Γ. Χορτάτζη.

1935: Ταξιδεύει για πρώτη φορά στο Παρίσι. Γνωρίζεται με τους Laurens, Matisse, Giacometti, ενώ στο σπίτι του Teriade βλέπει για πρώτη φορά έργα του Θεόφιλου.

1937: Συνεργάζεται με το θίασο Κοτοπούλη.

1938: Πραγματοποιεί την πρώτη ατομική του έκθεση στην Αθήνα. Συμμετέχει στην Α΄ Ετήσια Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση του Ζαππείου.

1939: Σκηνογραφεί το έργο «Στέλλα Βιολάντη (Έρως εσταυρωμένος)» του Γρ. Ξενόπουλου στο Θίασο Κοτοπούλη.

1940: Επιστρατεύεται στο αλβανικό μέτωπο.

1942: Μόνιμη συνεργασία με το θίασο της Κατ. Ανδρεάδη.

1948: Συμμετέχει στην Α' (μεταπολεμική) Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση στο Ζάππειο. Σκηνογραφεί παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης: «Ο Επιθεωρητής έρχεται» του John Priestley και «Ματωμένος Γάμος» του Federico Garcia Lorca.

1949: Ιδρυτικό μέλος της ομάδας «Αρμός» (με τους Ν. Χατζηκυριάκο-Γκίκα, Γ. Μόραλη, Ν. Εγγονόπουλο, Ν. Νικολάου κ.ά.).

1950: Συνεργάζεται με το Ελληνικό Χορόδραμα της Ρ. Μάνου.

1952: Αναδρομική έκθεση στο Βρετανικό Συμβούλιο στην Αθήνα. Συνεργασίες με τους θιάσους Φωτόπουλου, Λαμπέτη-Παππά-Χορν, με την Εταιρεία Ελληνικού Θεάτρου, το Εθνικό, την Ανδρεάδη και το Θέατρο Τέχνης. Έναρξη της σκηνοθεσίας στον κινηματογράφο. Συνεργασία με τον Μιχ. Κακογιάννη.

1953: Υπογράφει συμβόλαιο με την γκαλερί «Iolas» (Νέα Υόρκη).

1955: Δημιουργεί τα σκηνικά για την ταινία «Στέλλα» του Μιχ. Κακογιάννη με τη Μ. Μερκούρη.

1956: Σκηνογραφεί τις κινηματογραφικές ταινίες «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Jules Dassin και «Το κορίτσι με τα μαύρα» του Μιχ. Κακογιάννη.

1957: Υποψήφιος για το βραβείο Guggenheim.

1958: Συμμετέχει στην Biennale της Βενετίας. Φιλοτεχνεί τα σκηνικά και τα κοστούμια για τη «Μήδεια» του Cherubini, με πρωταγωνίστρια τη Μ. Κάλλας, σε σκηνοθεσία Αλ. Μινωτή.

1959: Σκηνογραφεί τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη για την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης και τη «Νόρμα» του Bellini, με τη Μ. Κάλλας, στην Επίδαυρο.

1961: Σκηνικά και κοστούμια για την παράσταση «Θαΐς» του Jules Massenet, σε σκηνοθεσία Franco Zeffirelli, στην Dallas Civic Opera. Παρουσιάζεται η «Μήδεια» στην Επίδαυρο και τη Σκάλα του Μιλάνου.

1965: Σκηνογραφεί τους «Πέρσες» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Κ. Κουν και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη (προσαρμογή κειμένου από τον Jean Paul Sartre) στο Εθνικό Θέατρο του Παρισιού, σε σκηνοθεσία Μιχ. Κακογιάννη.

1966: Συνεργάζεται με την Ελληνική Σκηνή της Αννας Συνοδινού.

1967: Αυτοεξορίζεται και εγκαθίσταται στη Γαλλία.

1968: Μαζί με τη Lila de Nobili οργανώνει «ακαδημία ζωγραφικής» στο Παρίσι.

1970: Σκηνογραφεί τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Samuel Beckett, με τη Χρ. Τσίγκου και το Γ. Ορφανό.

1975: Μετά την πτώση της Χούντας, διατηρεί ως κέντρο των δραστηριοτήτων του το Παρίσι, αλλά ταξιδεύει συχνά στην Ελλάδα. Εικονογραφεί τη «Βάρδια» του Ν. Καββαδία.

1977: Ανεβάζει, σε δική του μετάφραση, σκηνοθεσία, σκηνικά και κοστούμια, τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.

1981: Ιδρύει το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.

1982: Το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη ανοίγει στο κοινό με σειρά εκθέσεων που επιμελείται ο ίδιος. Έκθεση των έργων με τίτλο «Ζεϊμπέκικα» στην γκαλερί «Ζουμπουλάκη». Ανεβάζει τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου, σε δική του σκηνοθεσία, μετάφραση, σκηνικά και τα κοστούμια.

1984: Πλήττεται από τη νόσο του Πάρκινσον, αλλά συνεχίζει να ζωγραφίζει, κυρίως με μολύβι και λαδοπαστέλ.

1989: Φιλοτεχνεί τα σκηνικά για το «Φιντανάκι» του Π. Χορν στο Θέατρο Τέχνης και ετοιμάζεται να ανεβάσει, σε δική του σκηνοθεσία, μετάφραση, σκηνικά και κοστούμια τον «Ορέστη» του Ευριπίδη.

1989, 20 Ιουλίου: Πεθαίνει στην Αθήνα.

Info

Γιάννης Τσαρούχης 1910-1989

Μουσείο Μπενάκη Κτήριο οδού Πειραιώς

19 Δεκεμβρίου 2009 - 14 Μαρτίου 2010

Κατά τη διάρκεια της έκθεσης σχεδιάζονται να πραγματοποιηθούν εκπαιδευτικά προγράμματα για σχολικές ομάδες με τη διάθεση σχετικού εποπτικού υλικού για τους εκπαιδευτικούς, καθώς και η έκδοση του εκπαιδευτικού εντύπου με τίτλο «Ο Γιάννης Τσαρούχης με ένα ποδήλατο». Για τις μέρες των Χριστουγέννων, η τέχνη του Γιάννη Τσαρούχη γίνεται αφορμή για εργαστήρια που θα συνδυάζουν θεατρικό παιχνίδι, ζωγραφική και κατασκευές, απευθύνονται σε παιδιά από 5 έως 12 ετών και θα πραγματοποιηθούν στις 19, 20 και 30 Δεκεμβρίου 2009.

Έναρξη εγγραφών: 3 Δεκεμβρίου 2009

Πληροφορίες και κρατήσεις: Μουσείο Μπενάκη - Εκπαιδευτικά Προγράμματα: 210 3671067-70, Δευτ.-Παρ. 09:00-15:00.

  • ΤΑΤΙΑΝΑ ΡΟΚΟΥ, Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, ο8/01/2010

Friday, January 8, 2010

Tσαρούχης κρεμάμενος



ΚΕΛΛΥ ΚΙΚΗ
| ΤΟ ΒΗΜΑ, Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010 [ 11:04

Είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του και εκατό από τη γέννησή του, μια μεγάλη αναδρομική έκθεση για τον Γιάννη Τσαρούχηανοίγει τις πόρτες της. Βρεθήκαμε στο Μουσείο Μπενάκη κατά την προετοιμασία της και ακούσαμε όσους γνώρισαν τον έλληνα ζωγράφο να περιγράφουν το αξεπέραστο πνεύμα του.

Το μπλε πανωφόρι του και η κόκκινη μπλούζα του, η μορφή του ολόκληρη ξεπηδά από το φόντο: Πρόκειται για την αυτοπροσωπογραφία του 1966 του Γιάννη Τσαρούχη η οποία υποδέχεται τον επισκέπτη στον εκθεσιακό χώρο στο ισόγειο του Μουσείου Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Η μεγάλη αναδρομική έκθεση για το έργο του Γιάννη Τσαρούχη, που οργανώθηκε από το Μουσείο Μπενάκη, το Ιδρυμα Γιάννη Τσαρούχη και το Πολιτιστικό Ιδρυμα της Τράπεζας Κύπρου, στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από τη γέννηση του πολυδιάστατου ζωγράφου, μόλις άνοιξε τις πόρτες της για το κοινό. Αλλά εμείς βρεθήκαμε εκεί στο στήσιμό της, για να δούμε από κοντά μερικά από τα περίπου 670 έργα – από μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού – να παίρνουν τη θέση τους στους σύγχρονους χώρους του μουσείου.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου. Οι προετοιμασίες έχουν μόλις ξεκινήσει. Τα περισσότερα έργα είχαν φτάσει μία ημέρα νωρίτερα στον χώρο του μουσείου. Και τώρα, γύρω στις 11.00 π.μ., άλλα έχουν αποκαλυφθεί και άλλα παραμένουν τυλιγμένα, πάντοτε με την πλευρά του δέματος όπου αναγράφεται το όνομα του συλλέκτη να ακουμπά στον τοίχο. «Οι συλλέκτες έχουν ζητήσει απόλυτη εχεμύθεια ως προς την ταυτότητά τους» μας είχαν προϊδεάσει νωρίτερα οι υπεύθυνοι του μουσείου. Στον εκθεσιακό χώρο του ισογείου κάποιοι πίνακες έχουν ήδη αναρτηθεί, ωστόσο τα τυπώματα, οι μακέτες τοίχου είναι τα στοιχεία που κυριαρχούν, δηλώνοντας πώς θα διαμορφωθεί ο χώρος. Ενα τρόλεϊ, απαραίτητο για τη μεταφορά των έργων, και ένα μεγάλο μακρόστενο τραπέζι, που δεσπόζει στο κέντρο της σάλας και επάνω του θα τοποθετηθούν αντικείμενα που είχε φιλοτεχνήσει ο Τσαρούχης, περιμένουν να πλαισιωθούν από τους πίνακες ολόκληρης της καλλιτεχνικής πορείας του. Τα έργα θα φιλοξενούνται σε δύο ορόφους του μουσείου ως τις 14 Μαρτίου 2010, αναδεικνύοντας τον μεγάλο δημιουργό Γιάννη Τσαρούχη, που ξεπήδησε από την περίφημη γενιά καλλιτεχνών του ’30 για να ζήσει ως σήμερα και να μνημονεύεται διαρκώς με πληθώρα χαρακτηρισμών. «Ελληνικός», «ρεαλιστής», «στοχαστής», «ευφυής», «πολύμορφος», «διορατικός» είναι μερικά από τα επίθετα που του απέδωσαν όσοι τον γνώρισαν, μελέτησαν το έργο του ή απλώς τον θαύμασαν.

«Είναι μία από τις σημαντικότερες, τις μεγαλύτερες, τις πιο θεαματικές, τις πληρέστερες εκθέσεις που έχουν οργανωθεί στο Μουσείο Μπενάκη και είναι σίγουρα η πιο μνημειακή έκθεση που έχει αφιερωθεί σε έλληνα ζωγράφο. Πρόκειται για μία μείζονος σημασίας προσπάθεια να ξαναδούμε, να ξαναμελετήσουμε και να επανεκτιμήσουμε την προσφορά ενός από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα – και όχι μόνο για την Ελλάδα» μας λέει ο Αγγελος Δεληβοριάς, διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, και συνεχίζει: «Αν τον Τσαρούχη δεν τον ξέρουν στο εξωτερικό όσο θα του άξιζε, θα πρέπει να προβληματιστούμε. Δικός μας στόχος είναι να γνωστοποιήσουμε το έργο του Γιάννη Τσαρούχη κυρίως στη νεότερη γενιά που δεν τον γνώρισε. Αλλά θα θέλαμε επίσης να κεντριστεί ξανά το επιστημονικό ενδιαφέρον των ειδικών, ώστε να σκεφτούν εκ νέου πάνω στο έργο του Τσαρούχη προσπαθώντας να εντρυφήσουν στη σημασία του, στη σημειολογία του, στην αισθητική του, στην τεχνοτροπική εξέλιξή του. Το έργο του Τσαρούχη εικονογραφεί την Ελλάδα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, αλλά δεν ξέρω σε ποιον βαθμό έχει μελετηθεί η ιστορική διάστασή του».

«Ο ίδιος είχε εκφράσει την επιθυμία να γίνει μια αναδρομική έκθεσή του στην Αθήνα ήδη από το 1981, όταν έγινε η αναδρομική έκθεση στη Θεσσαλονίκη. Εφέτος τον Ιούλιο συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από τον θάνατό του, ενώ το 2010 είναι η επέτειος των 100 χρόνων από τη γέννησή του. Δεν ήθελα να περάσουν αυτές οι ημερομηνίες χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί η αναδρομική έκθεση» λέει η Νίκη Γρυπάρη, ανιψιά του Γιάννη Τσαρούχη και πρόεδρος του ομώνυμου ιδρύματος στο Μαρούσι, η οποία επιμελείται την έκθεση μαζί με μια ομάδα ανθρώπων. Επειτα μας εξηγεί: «Η έκθεση ξεκινά με τα πρώτα έργα του, ακολουθούν εκείνα που έκανε κατά τη διάρκεια των σπουδών του, οι επιρροές του από τους δασκάλους του, Κόντογλου και Παρθένη, τα αφηρημένα και σουρεαλιστικά σχέδιά του και η εποχή που δημιουργεί επηρεασμένος από τον Ματίς αλλά και από τον Καραγκιόζη. Επονται τα έργα της μεγάλης αλλαγής, που ξεκίνησε με τη “Μέδουσα”, όποτε αρχίζει να ζωγραφίζει εκ του φυσικού. Η έκθεση ολοκληρώνεται με τους πίνακες που δημιούργησε στο Παρίσι, όπου δούλευε πολύ πιο συστηματικά και προετοιμάζοντας τα χρώματα».

Οσο και αν οι εργασίες για την προετοιμασία της έκθεσης προέχουν, όσο και αν οι συνεργάτες της την καλούν διαρκώς λέγοντας ότι «πρέπει να συνεχίσουμε», η Νίκη Γρυπάρη συνεχίζει να συζητά μαζί μου για λίγο ακόμη. Περπατά δίπλα μου όσο περιπλανιέμαι μπροστά στους «Ποδηλάτες», τα έργα του Τσαρούχη με θέμα το αλβανικό μέτωπο – ανάμεσα στα οποία και ένα πορτρέτο του λοχαγού του από την περίοδο κατά την οποία και ο ίδιος πολέμησε –, τα εκπληκτικά τοπία-πονήματα της δεκαετίας του ’60, τους πασίγνωστους «Ναύτες» του 1967 και 1968, τον «Αγιο Σεβαστιανό», έργο του 1971, τα «Καφενεία» τα οποία εμπνεύστηκε όσο ζούσε μακριά από την Ελλάδα, στο Παρίσι, και φυσικά τα θρυλικά «Ζεϊμπέκικα». «Η θητεία του στον Κόντογλου και στον Παρθένη τον βοήθησε πάρα πολύ. Ηξερε πώς να περνά από τα σκούρα χρώματα στα ανοιχτά. Περισσότερο χρόνο τού έπαιρνε να φτιάξει το φόντο και ο προπλασμός του μοντέλου δεν ήταν παρά η τελική δημιουργία. Ολη η σπουδή γινόταν πριν» αναφέρει, μεταξύ άλλων, η Νίκη Γρυπάρη και συμπληρώνει: «Πιστεύω ότι η πειθαρχία του τον βοηθούσε να έχει μια συνέχεια στα πράγματα που μάθαινε. Είχε έναν δικό του τρόπο να διαβάζει και να αντιλαμβάνεται αυτά που άκουγε».

Η φαντασία του, η ευφυΐα του, ίσως η απλότητα και τελικά αυτός ο μαγικός «δικός του τρόπος» συγκροτούν την πολυδιάστατη προσωπικότητα του Γιάννη Τσαρούχη και το πολυποίκιλο έργο του που χάρισε μοναδικές αναφορές στην ελληνική ζωγραφική, στο θέατρο και στον κινηματογράφο (όπου εργάστηκε ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος), αλλά και ένα σωρό αστείων φράσεων και περιστατικών που πολλοί σήμερα θυμούνται και αναπαράγουν, μνημονεύοντας τη δηκτικότητά του. «Τον συνοδεύει μια ανεκδοτολογία, αλλά εγώ θέλω να μιλήσω για τη ζωγραφική του» λέει ο Αλέκος Φασιανός, που υπήρξε μαθητής του: «Ο Τσαρούχης έδειξε το ελληνικό πνεύμα. Πριν από εκείνον, οι ζωγράφοι πήγαιναν στο Μόναχο για σπουδές, επέστρεφαν και έκαναν θεματικά ελληνική ζωγραφική, αλλά ο τρόπος του σκέπτεσθαι ήταν ξένος. Ο Τσαρούχης έβγαζε την ελληνικότητα μέσα από τη φτώχεια και πίστευε ότι από τον λαό προκύπτει η παράδοση. Ο τρόπος ζωγραφικής του σόκαρε τους άλλους. Μπορεί να ζωγράφιζε κάποιον να κάθεται σε μια καρέκλα και να ακουμπά στο γόνατο το χέρι του, το οποίο αναλογικά το έφτιαχνε πιο μεγάλο. Κάποιοι το έβρισκαν ασχεδίαστο, αλλά δεν ήταν. Πράγματα που εκείνος τα απέδιδε με φυσικότητα, άλλοι τα θεωρούσαν αφύσικα, διότι στο μυαλό τους είχαν τον καθωσπρεπισμό, ο οποίος δεν τον ένοιαζε καθόλου. Δεν υπάρχει τίποτε που να μη μου αρέσει στη ζωγραφική του Τσαρούχη, αντιθέτως».

Στον εκθεσιακό χώρο του πρώτου ορόφου στο Μουσείο Μπενάκη οι ζωγραφικές μακέτες σκηνικών για το θέατρο κοσμούν τις φωτισμένες βιτρίνες. «Είναι πολλοί οι Τσαρούχηδες. Ο Τσαρούχης του 1950 ήταν εντελώς διαφορετική περσόνα από τον Τσαρούχη του Παρισιού. Ηταν βέβαια πάντοτε δημιουργικός και ταλαντούχος, αλλά όταν ήταν νέος δεν νομίζω ότι είχε συναίσθηση της καλλιτεχνικής σημασίας του συνόλου στο οποίο συμμετείχε, αν και ήταν πανέξυπνος άνθρωπος. Εμένα με εκνεύριζε πολλές φορές στη συνεργασία, όταν ξαφνικά έλεγε ένα ανέκδοτο ή αντιμετώπιζε με χιούμορ ορισμένες ανάγκες του ντεκόρ. Το αποτέλεσμα ήταν, βέβαια, πάντοτε τέλειο. Εκανε εκπληκτικά σκηνικά» λέει σήμερα ο Μιχάλης Κακογιάννης, που συνεργάστηκε μαζί του στη «Στέλλα», στο «Κυριακάτικο ξύπνημα», στο «Κορίτσι με τα μαύρα», στο «Τελευταίο ψέμα», αλλά και στις «Τρωάδες» που ανέβηκαν το 1965 σε δική του σκηνοθεσία, στο Εθνικό Θέατρο του Παρισιού.

«Παρ’ όλο που ο Τσαρούχης εμπνεόταν από την πραγματικότητα και ήταν ένας ερωτικός ζωγράφος, πρέπει κανείς να δει τα έργα του μέσα από τον στοχασμό του, στοιχείο πολύ ενδιαφέρον και ξεχωριστό στην ελληνική πραγματικότητα. Ηθελα να του το πω αυτό και δεν έβρισκα τον τρόπο. Οταν τελικά κάποια στιγμή τού είπα “Ξέρετε κάτι; Με εντυπωσιάζει πάρα πολύ το είδος του στοχαστή που είστε”, το δέχτηκε πολύ απλά και μου απάντησε: “Ναι, αλλά είμαι λαϊκός στοχαστής”. Εννοούσε ότι είναι εμπειρικός, όχι ακαδημαϊκός» λέει η Μαρία Καραβία, συγγραφέας του βιβλίου «Ο στοχαστής του Μαρουσιού. Μνήμες και συνομιλίες με τον Γιάννη Τσαρούχη» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καπόν. «Θεωρώ ότι ο 20ός αιώνας σφραγίζεται από δύο προσωπικότητες, τον Καβάφη και τον Τσαρούχη. Εγώ ένιωθα να ταυτίζομαι μαζί του. Τώρα τον ανακαλώ στη μνήμη μου και θυμάμαι τη μορφή του με το ναυτικό αμπέχονο» αναφέρει ο Αλέξης Σαββάκης, ο οποίος υπήρξε φίλος του και έχει επίσης γράψει για τον Τσαρούχη, συμπληρώνοντας: «Εδινε πολλή σημασία στα απλά πράγματα. Αγαπούσε τον άνθρωπο και είχε μια σχεδόν θεολογικής ποιότητας φιλανθρωπία. Ηταν ικέτης των μικρών στιγμών». l

  • Η αναδρομική έκθεση «Γιάννης Τσαρούχης 1910-1989» θα φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς ως τις 14 Μαρτίου 2010. Χορηγός επικοινωνίας της έκθεσης είναι «Το Βήμα».
  • Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 479, σελ. 36-44, 20/12/2009.

Thursday, December 31, 2009

Τσαρούχης επίκαιρος

Η επιστροφή του Γιάννη Τσαρούχη αυτόν τον Δεκέμβριο στον ρυθμό της πνευματικής ζωής συνέβη έπειτα από μια μεγάλη παρένθεση σιωπής. Είχε κανείς την αίσθηση, όλα αυτά τα 20 έτη που μεσολάβησαν από τον θάνατό του, ότι ο τσαρουχικός κόσμος είχε συσπειρωθεί σε μικρές εστίες, μία από αυτές το Μουσείο Τσαρούχη, στο Μαρούσι, από τις πιο γαλήνιες και ευγενείς ατμοσφαιρικές νησίδες.

Η μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη αυτήν την περίοδο, γεγονός που προκαλεί το ζωηρό ενδιαφέρον του κοινού, επανέφερε το σύμπαν του Τσαρούχη στην ειδησεογραφία. Σωστότερο θα ήταν να πει κανείς ότι η στερεότυπη τσαρουχική εικονογραφία ουδέποτε εξέπεσε, αλλά ότι η έκθεση αυτή επιχειρεί να τη γεμίσει με ουσία, σκέψη και συγκίνηση. Μαζί με την έκθεση, επανεκδόθηκε και «Ο Στοχαστής του Μαρουσιού», οι μνήμες και οι συνομιλίες της Μαρίας Καραβία με τον Γιάννη Τσαρούχη, ένα βιβλίο με νέα, πολυτελή εκτύπωση από τις εκδόσεις Καπόν. Σαν να επιθύμησα να κυλήσω λίγο πίσω και να αγγίξω το κλίμα των δεκαετιών του 1970 και του 1980, που καταλαμβάνει μεγάλο μέρος αυτού του μεθυστικού βιβλίου. Και αυτή η επανεισαγωγή στον κόσμο του εγγύς παρελθόντος, συνοδεύτηκε από τη διαπίστωση για την πικρή, συχνά, επικαιρότητα της σκέψης του Γιάννη Τσαρούχη. Μιας σκέψης που εκμαίευσε σε βάθος χρόνου και σε κλίμα εμπιστοσύνης και αμοιβαίας εκτίμησης η Μαρία Καραβία. Ο Τσαρούχης αποκαλύπτεται στρώση στρώση, και η σύνθεση των συνεντεύξεων και των κεφαλαίων χτίζει μία παράλληλη, άτυπη βιογραφική σκιαγράφηση ενός ανθρώπου που αγάπησε την αλήθεια.

Αυτό που με εντυπωσίασε δεν είναι μόνο η συνειδητή επαφή με το ευρύ, γνωστικό πεδίο του Τσαρούχη, το βάθος της αισθητικής παιδείας του, οι θέσεις του για την ελληνική ταυτότητα, η πίστη του στη σύνθεση αστικής και λαϊκής Ελλάδας, αλλά και η κρίση του για την καταστροφή του «ωραιότερου τόπου». Στη σελίδα 121 του βιβλίου θα διαβάσετε την άποψη του Γιάννη Τσαρούχη για τη συστηματική καταστροφή των ελληνικών πόλεων και του ελληνικού τοπίου από τους ίδιους τους Ελληνες. Αποψη εκφρασμένη στη Μαρία Καραβία εν έτει 1981. Τι θα έλεγε άραγε σήμερα;

  • Tου Νικου Βατοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/12/2009

Thursday, December 24, 2009

Επιτέλους ο Τσαρούχης!


«Μου αρέσει να ζωγραφίζω γυμνά, γιατί έτσι
μπορεί κανείς να κατανοήσει την ψυχική γεωμετρία του ανθρώπου», έγραφε ο Γιάννης Τσαρούχης στα 72 του, το 1982. Αυτός ο ιδιοφυής δημιουργός με το πολύτροπο έργο, απεικόνιζε και εξέθετε ομοερωτικά θέματα από τα μέσα του ΄30, αλλά ως τα τέλη του ΄80 μετρούσε τα λόγια του για τα όσα ζωγράφιζε. Το ζήτημα της πρόδηλης ή συγκαλυμμένης ομοφυλοφιλικής ερωτικότητας ορισμένων πολύ σημαντικών πινάκων του (με τους γυμνούς και ντυμένους ναύτες π.χ.) ήταν ένα είδος ταμπού που το σέβονταν ιστορικοί και κριτικοί τέχνης. Αλλά και το ζήτημα της προσωπικής ερωτικής ζωής του, ο ίδιος δεν το έθεσε ποτέ δημόσια. Πειθαρχούσε στους κώδικες και στις απαγορεύσεις των ηθικών και κοινωνικών συμβάσεων και αποσιωπούσε τα βιώματα, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Αυτό το ταμπού σπάει ο Ευγένιος Ματθιόπουλος με μια κριτική μελέτη-τομή που δημοσιεύεται στον επίσημο κατάλογο του Μουσείου Μπενάκη για την αναδρομική έκθεση με τα 680 έργα του Τσαρούχη. Με απόλυτη επιστημονική σοβαρότητα, σε τόνο δωρικό και όχι εντυπωσιοθηρικό, αυτός ο καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης αποδομεί για πρώτη φορά τη σημασία της ομοφυλοφιλίας του Τσαρούχη, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του. Το εκτενές κείμενό του λειτουργεί σαν μονογραφία ταιριαστή με τους προβληματισμούς τού 21ου αιώνα. Μία μονογραφία που θεσμοθετεί θα έλεγε κανείς, στα ελληνικά πράγματα, μια πιο σύνθετη ανάγνωση του έργου του Τσαρούχη. Μια μονογραφία που θα γράψει ιστορία, δικαιώνοντας την παρεμβατική πολιτιστική πολιτική του Μπενάκη, αλλά και τη γενναιότητα της ανιψιάς του ζωγράφου Νίκης Γρυπάρη, προέδρου του Δ.Σ. του Ιδρύματός του. «Το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας του Τσαρούχη δεν μας ενδιαφέρει μόνο, στενά, ως μια ιδιαίτερη θεματική ενότητα των έργων του», σημειώνει ο Ματθιόπουλος. «Μας ενδιαφέρει επειδή έχει καθοριστικό, λειτουργικό ρόλο τόσο στον τρόπο που σκεπτόταν και έβλεπε όσο και στο σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων στον βαθμό που καθόριζε φιλίες, συνεργασίες, συμπάθειες ή αντιπάθειες, στον βαθμό που προκαθόριζε επιλογές και δυνατότητες». Σήμερα που έχουν αναπροσανατολιστεί τα μυαλά, τα ήθη, και οι αξίες της ελληνικής κοινωνίας, σήμερα που η κριτική της τέχνης χρησιμοποιεί και κοινωνιολογικά- ανθρωπολογικά εργαλεία, το έδαφος για μια τέτοια προσέγγιση είναι πρόσφορο.

Ήδη στο διάστημα 2003- 2007 υπήρξαν στο εξωτερικό έμφυλες αναγνώσεις του Τσαρούχη, που εστίασαν στο βλέμμα, στην ηδονή, την απεικόνιση του ομοερωτισμού, όμως με μια μονομανία συχνά παραμορφωτική. Ο Ματθιόπουλος δεν πέφτει σ΄ αυτή την παγίδα όταν σπάει την ομερτά και έτσι ανοίγει πράγματι έναν δρόμο για να αποκατασταθεί στη δημόσια σφαίρα η αποσιωπημένη πλευρά της ζωής και της δημιουργίας του Τσαρούχη... ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • Της Μικέλας Χαρτουλάρη, ΤΑ ΝΕΑ, 24/12/2009

Tuesday, December 22, 2009

Η έλλειψη του ήθους

Ηταν περίεργη η χθεσινή μέρα στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Ο Γιάννης Τσαρούχης απολύτως παρών, κι ας έχουν περάσει είκοσι χρόνια από το θάνατό του. Στη διαδρομή μας, ανάμεσα στα 680 έργα του, μάς ακολουθούσε μια μεγάλη απώλεια. Μια μεγάλη απουσία, νωπή, προχθεσινή, βαριά: του Γιάννη Μόραλη.

Η απουσία του ενός, του Γιάννη Τσαρούχη, έχει πια αφομοιωθεί. Η συνάντησή μας με τα έργα του, πολλά από τα οποία το κοινό τα βλέπει για πρώτη φορά, αφού κοσμούν ιδιωτικές συλλογές, είναι η αφορμή για να δούμε όλη την πορεία της διαδρομής του ανάγλυφα. Η απώλεια του άλλου, του Γιάννη Μόραλη, είναι καινούργια, γι’ αυτό ισχυρή. Θέλει το χρόνο της... Ξεφυλλίζω ένα παλαιότερο λεύκωμα του Μουσείου Μπενάκη για τον Γιάννη Μόραλη. Στις φωτογραφίες συνυπάρχει με τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Κάρολο Κουν, τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Οδυσσέα Ελύτη... Σε κάποια τσουγκρίζει ένα ποτήρι με τον Γ. Μόραλη.

Σε κάποια χρόνια θα γίνει οπωσδήποτε μια εξίσου μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του Γιάννη Μόραλη, θα ξαναδούμε την πορεία του, το σύμπαν του, τις επιδράσεις του. Προς το παρόν υπάρχουν τα λευκώματα γι’ αυτό το ταξίδι. Τα λόγια τα δικά του και των φίλων του.

«Οταν συνοφρυώνεται σκέφτομαι, όταν χαμογελάει δυναμώνω. Κι ας είναι όλη η Ελλάδα εναντίον μου. Το ίδιο θα πω και για δυο τρεις ακόμη. Για τον Γκάτσο, τον Ελύτη, τον Τσαρούχη και για μερικούς που δυστυχώς δεν ζούνε πια. Αυτοί συνθέσανε τον πολιτισμό της μεταπολεμικής Ελλάδας, για να τον καταστρέφουν σαν κοράκια οι πολιτικοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Μέσα στη μοίρα μας κι αυτό», έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Ηταν περίεργη η χθεσινή μέρα στο Μουσείο Μπενάκη. Ηταν σαν να είχαμε ξανά μπροστά μας τον Τσαρούχη, τις παρεμβάσεις του, τα χρώματα που έβαζε στον κόσμο γύρω του. Κι αυτό δημιουργούσε μια ευφρόσυνη διάθεση, μια ανάταση. Την ίδια στιγμή ήταν έντονη και εμφανής η απουσία ενός άλλου ανθρώπου, που σχολίασε με την τέχνη του τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό. Ηταν σαν η απώλεια να δημιούργησε την ανάγκη να τον ξαναγνωρίσουμε. Σαν η αναχώρησή του να φώτισε με διαφορετικό τρόπο τη διαδρομή του και την έλλειψή του.

Αναρωτιέμαι πού ακριβώς εντοπίζεται αυτή η έλλειψη... Τι είναι αυτό που θα λείψει όχι μόνο στους δικούς του ανθρώπους, αλλά και σε όσους δεν τον γνώρισαν ποτέ προσωπικά, παρά μόνο μέσω του έργου του και του μύθου του. Οι ελάχιστες συνεντεύξεις που έδωσε στη ζωή του είναι η τωρινή καταφυγή. Για να βρούμε σκέψεις που δεν πρόκειται ν’ ακούσουμε σε καμιά τηλεόραση, να διαβάσουμε σε κανένα έντυπο και σε καμία ανάλυση. «Ενας από τους λόγους που δεν δίνω συνεντεύξεις είναι γιατί μετά νιώθω ότι τα έργα περιορίζονται. Θέλω τα έργα μου να είναι, όπως κι εγώ, ελεύθερα». Ναι, τελικά εδώ εντοπίζεται η έλλειψη. Οχι μόνο στην τέχνη. Αλλά και στο ήθος.

  • Tης Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/12/2009

Monday, December 21, 2009

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: Εκθεση - «πανόραμα» πολύμορφης δημιουργίας

Εργο του Νίκου Στεφάνου

Στο συλλογικό πολιτιστικό μας υποσυνείδητο ο Γιάννης Τσαρούχης καταγράφεται ως σπουδαίος ζωγράφος. Ομως, το τεράστιο μέγεθος αυτού του πολύτροπου, πολύμορφου, ακάματου, παραγωγικότατου, μοναδικής πνευματικής και αισθητικής σοφίας εικαστικού δημιουργού, κι όμως σεμνότατου και αφιλοχρήματου βιοπαλαιστή της Τέχνης, μόνον τώρα μπορούν να διαπιστώσουν όλοι, χάρη στην (μεγαλύτερη από κάθε άλλη προηγούμενη για Ελληνα καλλιτέχνη διοργάνωση) έκθεση του Μουσείου Μπενάκη (Πειραιώς 138) με τίτλο «Γιάννης Τσαρούχης (1910- 1989)». Μια έκθεση αναδρομή στο απείρου κάλλους, ερευνητικό και ανοιχτό προς όλα τα αισθητικά ρεύματα του 20ού αιώνα και τελικώς απολύτως προσωπικής και ελληνικής «ταυτότητας» έργο του. Επιμελήτρια της έκθεσης είναι η Νίκη Γρυπάρη (ανιψιά του ζωγράφου) και σχεδιάστριά της η σκηνογράφος Λιλή Πεζανού.

Η έκθεση, που συμπίπτει με τα 20 χρόνια από το θάνατό του και με τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, καθώς θα διαρκέσει μέχρι τις 14/3, περιλαμβάνει 680 έργα του, που ανήκουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό (λάδια, ακρυλικά, ακουαρέλες, σχέδια, κεραμική, ταπισερί, ζωγραφική σε «ταπεινά» χαρτιά, σε ξύλινες πόρτες, παράθυρα, διάφορες άλλες επιφάνειες και χαρτόκουτα, σπιρτόκουτα, καθώς και έργα του για το θέατρο). Κι επιπλέον ένα πρόσφατο, πολύτιμο απόκτημα του Μουσείου Μπενάκη, δωρεά των παιδιών του Κωνσταντίνου Δοξιάδη: Ενα πανέμορφο, μεγάλων διαστάσεων (3,765Χ2,02μ) ψηφιδωτό, που κοσμεί πλέον την είσοδο του κτιρίου της οδού Πειραιώς, το οποίο φιλοτέχνησε ο Τσαρούχης (1959-1960), μετά από παραγγελία του αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δοξιάδη, με βοηθούς σπουδαστές της σχολής, για να τοποθετηθεί στο αίθριο της Σχολής Δοξιάδη. Η έκθεση οργανώθηκε με τη συνεργασία του Ιδρύματος Γιάννη Τσαρούχη και του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Κύπρου, στο οποίο θα εκτεθεί το 2010 μέρος της έκθεσης. Την έκθεση πλαισιώνουν μεγάλος κατάλογος, με κείμενα των Αγγελου Δεληβοριά, Νίκης Γρυπάρη, Ευγένιου Μαθιόπουλου, Αλέκου Λεβίδη, Παναγή Βουρλούμη, Ελγκας Καββαδία, Χλόης Ομπολένσκι, φωτογραφίες, προβολή τεσσάρων κινηματογραφικών αφιερωματικών ταινιών (για τη ζωή, το έργο, την προσωπικότητα και τις αισθητικές απόψεις του Τσαρούχη), σκηνοθετημένων από τους Δημήτρη Βερνίκο, Λάκη Παπαστάθη, Νίκο Τριανταφυλλίδη, Φώτο Λαμπρινό, εκπαιδευτικά προγράμματα και πώληση αναμνηστικών αντικειμένων, εμπνευσμένων από έργα του Τσαρούχη.

Ο ζωγράφος - σκηνογράφος Νίκος Στεφάνου
Το ψηφιδωτό του Γιάννη Τσαρούχη που δωρήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη

Στη χτεσινή συνέντευξη Τύπου του Μουσείου Μπενάκη, εκτός της έκθεσης του Γ. Τσαρούχη, παρουσιάστηκε και η αναδρομική έκθεση του σημαντικού, επίσης πολύ σεμνού, γι' αυτό και άγνωστου στο πλατύ κοινό ζωγράφου, αλλά γνωστού σκηνογράφου - ενδυματολόγου Νίκου Στεφάνου, ενός «μαγικού ζωγράφου, που ξεκίνησε τη δουλειά του μέσα από τα ρεύματα και τις παραδόσεις του Τσαρούχη και, που, όπως ο Τσαρούχης, μπόλιασε με τη ζωγραφική του το θέατρο», όπως επισήμανε ο διευθυντής του Μουσείου, Αγγελος Δεληβοριάς. Η έκθεση, που εγκαινιάστηκε χτες και θα λειτουργεί μέχρι τις 14/2, περιλαμβάνει ζωγραφική, σκηνικά, κοστούμια και σκηνικά αντικείμενα, σε επιμέλεια του ίδιου του καλλιτέχνη και του ομοτέχνου του Διονύση Φωτόπουλου, συνοδεύεται με ένα εκπληκτικά εντυπωσιακό και ογκώδη κατάλογο που αποτελεί δικαίωση του σεμνότατου καλλιτέχνη, σε επιμέλεια του Αλέξη Βερούκα και κείμενα των Ελένης Βακαλό, Αγγελου Δεληβοριά, Χάρη Καμπουρίδη, Ιριδας Κρητικού, Γιάννη Μιγάδη, Γιάννη Μόραλη, Γιώργου Μπαχά, Αλέξιου Σαββάκη, Βασίλη Σπεράντζα, Αθηνάς Σχινά, Αλέκου Φασιανού και του Ν. Στραφάνου.

Ο Νίκος Στεφάνου, γεννημένος στον Πειραιά (1933), από 17 ετών άρχισε να εργάζεται ως ζωγράφος σκηνικών στο ελεύθερο θέατρο, στο Εθνικό και στη Λυρική Σκηνή. Το 1960 με γαλλική υποτροφία πήγε στο Παρίσι όπου έκανε ελεύθερες σπουδές θεάτρου, ενώ στη Σχολή Καλών Τεχνών σπούδασε τη λιθογραφία. Επιστρέφοντας και μέχρι το 1970 ήταν υπεύθυνος του σχεδιασμού, της κατασκευής και ζωγραφικής εκτέλεσης των σκηνογραφιών στο Εθνικό Θέατρο και τη Λυρική Σκηνή. Επί πέντε χρόνια συνεργαζόταν και συστεγαζόταν σε κοινό ατελιέ με τους ζωγράφους Αλέκο Φασιανό και Βασίλη Σπεράντζα.

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 22/12/2009

Sunday, December 20, 2009

Μεγάλη αναδρομική έκθεση για τον Γιάννη Τσαρούχη στο Μουσείο Μπενάκη


Το Βήμα
Στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από τη γέννηση του μεγάλου καλλιτέχνη Γιάννη Τσαρούχη, το Μουσείο Μπενάκη φιλοξενεί μεγάλο αφιέρωμα στην οδό Πειραιώς. Η πρώτη αναδρομική έκθεση έργων του Τσαρούχη που παρουσιάζεται στην Αθήνα εγκαινιάζεται στις 19 Δεκεμβρίου και θα διαρκέσει έως τις 13 Μαρτίου.

Το αφιέρωμα διοργανώνουν το Μουσείο Μπενάκη, το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη και το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τραπέζης Κύπρου.

Την έκθεση επιμελείται η Νίκη Γρυπάρη και έχει σχεδιάσει η Λίλη Πεζανού. Θα εκτείνεται σε δύο ορόφους του κτηρίου της οδού Πειραιώς και περιλαμβάνει περίπου 670 έργα, τα οποία ανήκουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Στο ισόγειο του κτηρίου παρουσιάζεται το ζωγραφικό έργο, ενώ στον πρώτο όροφο η θεατρική καλλιτεχνική δημιουργία του Γιάννη Τσαρούχη.

Η έκθεση έχει τίτλο: «Γιάννης Τσαρούχης 1910-1989» και σκοπός της είναι να αναδείξει το πολύπτυχο έργο του καλλιτέχνη, να παρουσιάσει μια πλήρη εικόνα του πλούσιου ζωγραφικού του έργου (πίνακες, εικονογραφήσεις βιβλίων κ.ά.), καθώς και της καθοριστικής συμβολής του στο νεοελληνικό θέατρο (μακέτες σκηνικών, κοστουμιών κ.ά.).

Λίγα λόγια για τον Τσαρούχη

Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε το 1920 στον Πειραιά.

Μαθήτευσε στον Φώτη Κόντογλου, όπου μυήθηκε στη βυζαντινή αγιογραφία (1930-1934) ενώ την ίδια περίοδο διαμόρφωσε μια ποικιλία ενδιαφερόντων&903; γνωρίστηκε με την Αγγελική Χατζημιχάλη και μελέτησε με πάθος τη λαϊκή φορεσιά, έμαθε από την Εύα Σικελιανού να υφαίνει στον αργαλειό και μελέτησε δείγματα κοπτικής υφαντικής, ίδρυσε μαζί με τον Κάρολο Κουν τη Λαϊκή Σκηνή, και ξεκίνησε τη συγγραφή σουρεαλιστικών ποιημάτων.

Για τον δάσκαλό του, Κωστή Παρθένη, ο Τσαρούχης αναφέρει: «πολλά οφείλω στον Κωστή Παρθένη, που η αυστηρή -σαν σουηδική γυμναστική- διδασκαλία του μου επέτρεψε να πλησιάσω με άνεση τη λεγόμενη κλασική τέχνη».

Καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του, όμως, παράλληλα με τη ζωγραφική, εργάζεται στο θέατρο ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος και συνεργάζεται με τους σημαντικότερους ηθοποιούς και σκηνοθέτες της εποχής (Κάρολος Κουν, Αλέξης Μινωτής, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αιμίλιος Βεάκης, Κατερίνα Ανδρεάδη, Κατίνα Παξινού, Μελίνα Μερκούρη, Έλλη Λαμπέτη, Μαρία Κάλλας και άλλοι).

Saturday, December 12, 2009

Η Ελλάδα του Τσαρούχη

  • Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, το Μουσείο Μπενάκη παρουσιάζει τη μεγαλύτερη αναδρομική έκθεση που έγινε ποτέ για τον κορυφαίο ζωγράφο

Λαϊκός και σοφός, ελληνοκεντρικός και ανατολίτης, Απολλώνιος και Διονυσιακός, ο Γιάννης Τσαρούχης ήταν αυθεντικός στην τέχνη και τη ζωή του. Γι' αυτό παραμένει επίκαιρος, 20 χρόνια μετά τον θάνατό του. Η ζωγραφική του εξακολουθεί να εμπνέει, ενώ οι αφορισμοί και τα αποφθέγματά του αποδεικνύουν πόσο μπροστά από την εποχή του ήταν.

«Είμαστε στο "η φτώχεια θέλει καλοπέραση". Η σπατάλη για περιττά πράγματα και η ψευτοπολυτέλεια, που ζαλίζει το μυαλό, είναι πράγματα ανησυχητικά» επεσήμαινε ήδη από το 1977 σε συνέντευξή του στον «Ταχυδρόμο» («Εγώ ειμί πτωχός και πένης», εκδ. «Καστανιώτης») και είναι σαν να μιλάει για το σήμερα.

«Από την άλλη μεριά, η αστικοποίηση του κόσμου είναι επίσης κάτι το ιδιαίτερα ανησυχητικό. Υπάρχει ανεργία, γιατί όλοι θέλουν να διοριστούν και να εξασφαλιστούν διά βίου. Κανείς δεν θέλει να δουλέψει για κάτι αποδεδειγμένα χρήσιμο στην κοινωνία. Ολοι ενδιαφέρονται για μεγάλες επιχειρήσεις. Κι η τάση αυτή εξαφάνισε τους μικροτεχνίτες και τους μικροβιοτέχνες και μικροεπιχειρηματίες, βοηθούσης και της παράλληλης τάσης του καπιταλισμού να εξαφανίσει το άτομο για χάρη της κοινωνίας του "σουπερμάρκετ"».

Αγνωστοι πίνακες

Η μεγάλη αναδρομική έκθεση με 670 έργα του Γιάννη Τσαρούχη, που εγκαινιάζεται την Παρασκευή στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, σε συνεργασία με το Ιδρυμα Γιάννη Τσαρούχη και το Πολιτιστικό Ιδρυμα της Τραπέζης Κύπρου, για να γιορταστούν τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, μας δίνει την ευκαιρία να προσεγγίσουμε και πάλι την τέχνη και τη σκέψη του. Αγνωστοι πίνακές του έρχονται από το εξωτερικό, ενώ έμφαση δίνεται στη θεατρική δημιουργία, με κοστούμια, σχέδια και μακέτες σκηνικών.

Αλλωστε η αγάπη του για το θέατρο εκδηλώνεται στα παιδικά του χρόνια, όταν έστηνε παραστάσεις κουκλοθέατρου. Καθοριστική ήταν η συνάντησή του με τη σκηνογράφο Νίνα ντε Νόμπιλι, ενώ στο τέλος της δεκαετίας του '50 σκηνογραφεί «Νόρμα» στην Επίδαυρο και «Οιδίποδα» στο θέατρο «Ολύμπικο» του Παρισιού. «Με τη ζωγραφική πολεμάς τον φόβο του ανθρώπου, την υποκρισία, τη μικρότητα. Στο θέατρο πρέπει να εμφυσήσεις τα ίδια αισθήματα σε ανθρώπους ζωντανούς» έλεγε.

Ιδιαίτερα δημοφιλή είναι τα ανδρικά γυμνά του Τσαρούχη. «Ναύτες», λαϊκοί άντρες, μέσα σε δωμάτια, «Εσατζήδες» με τονισμένη ανδρική ανατομία, νέοι που χορεύουν τσάμικο και ζεϊμπέκικο, αλληγορικές μορφές με φτερά πεταλούδας, οι Τέσσερις Εποχές και οι Δώδεκα Μήνες προσωποποιημένοι -ο ίδιος ποζάρει σαν Δεκέμβρης- Δεν λείπουν όμως και τα νεοκλασικά καφενεία και όψεις του Πειραιά, όπου γεννήθηκε.

Ο Γιάννης Τσαρούχης μυήθηκε στη βυζαντινή αγιογραφία από τον Φώτη Κόντογλου, μελέτησε με την Αγγελική Χατζημιχάλη τη λαϊκή φορεσιά, έμαθε από την Εύα Σικελιανού να υφαίνει στον αργαλειό, ίδρυσε μαζί με τον Κάρολο Κουν τη Λαϊκή Σκηνή. Ηταν ένας «επαναστάτης που δεν πήγε να καταλύσει αλλά να ανακαλύψει μια παράδοση», σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη.

«Δύο είναι οι βασικές αναζητήσεις μου, παρ' όλες τις χίλιες διαφορές που παρουσιάζουν τα έργα μου μεταξύ τους» έγραφε ο κορυφαίος ζωγράφος. «Η μια αναζήτηση είναι ούτως ειπείν νεοκλασική και προσπαθεί να αφομοιώσει το αρχαίο κλασικό ιδεώδες, όπως το εξέφρασε για όλο τον κόσμο στα νεότερα χρόνια η Αναγέννηση και το Μπαρόκ. Η άλλη μου τάση είναι να εκφράσω όλες τις αντιρρήσεις μου για το ίδιο το ιδανικό μου, βοηθούμενος από μεγάλους αντιρρησίες της εποχής μας, αλλά και από πρότυπα παλιά ελληνικά(...)».

Περί οικολογίας και αισθητικής

Ο Γιάννης Τσαρούχης είχε οικολογικές ανησυχίες πριν αυτές γίνουν μόδα: «Η μόλυνση της ατμόσφαιρας θα λείψει όχι μόνον όταν ο επιχειρηματίας θα δεχθεί να κερδίζει λιγότερα ή και καθόλου αλλά και όταν ο εργάτης δεχθεί να περιορίσει ακόμα και να στερηθεί τον μισθό του. Αλλά αυτά δεν γίνονται, γιατί και οι δυο πλευρές αρνούνται να στερηθούν το χρήμα, που προέρχεται από μια βλαβερή για όλους εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και αγαθών της γης αλλά και από μια εξίσου βλαβερή εργασία».

Δεν δίστασε να στηλιτεύσει την ασχήμια της Αθήνας, προτείνοντας να γκρεμιστούν «μερικά άσχημα σπίτια απ' αυτά που φράζουν τα βουνά της κι ασχημαίνουν τους δρόμους της».

Σάρκαζε τον νεοπλουτισμό: «Χάρη στην κακογουστιά των αγοραστών και των εμπόρων έχω κρατήσει μια πολύ καλή συλλογή» αλλά και τον αισθητισμό: «Ολα γίνονται με κριτήρια αισθητικά· τα έργα ζωγραφικής, τα έργα της λογοτεχνίας, τα έργα του θεάτρου. Λείπει το επικίνδυνο, η έκφραση του εαυτού μας, η δυνατότητα να συνεννοηθούμε με τους ανθρώπους που έχουν τα ίδια συναισθήματα με μας». *

* Η έκθεση συνοδεύεται από έκδοση 400 σελίδων με τίτλο «Γιάννης Τσαρούχης 1910-1989», από εκπαιδευτικά προγράμματα και εργαστήρια για παιδιά, τις ημέρες των Χριστουγέννων.

Αναδρομική Γιάννη Τσαρούχη στο Μπενάκη


  • H έκθεση εγκαινιάζεται το Σάββατο και περιλαμβάνει 670 έργα του καλλιτέχνη

Το Σάββατο 19 Δεκεμβρίου ξεκινά η μεγάλη έκθεση «Γιάννης Τσαρούχης 1910-1989» που οργανώνει το Μουσείο Μπενάκη, το Ιδρυμα Γιάννη Τσαρούχη και το Πολιτιστικό Ιδρυμα της Τραπέζης Κύπρου, στο πλαίσιο των εκατό χρόνων από τη γέννηση του καλλιτέχνη. Σκοπός είναι να τιμήσουν τον καλλιτέχνη που «σφράγισε τη νεοελληνική ζωγραφική δημιουργία και διαμόρφωσε την εικόνα της εθνικής αυτογνωσίας» του Ελληνα. Εως τις 14 Μαρτίου λοιπόν, οι εκθεσιακοί χώροι του κτιρίου του Μουσείου Μπενάκη στην Οδό Πειραιώς, φιλοξενούν ένα μεγάλο αφιέρωμα που αποτελεί την πρώτη αναδρομική έκθεση έργων του Γιάννη Τσαρούχη που παρουσιάζεται στην Αθήνα. Στην έκθεση παρουσιάζονται 670 έργα τα οποία ανήκουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού, που αντιπροσωπεύουν τόσο το ζωγραφικό του έργο, με πίνακες, εικονογραφήσεις βιβλίων κ.ά., όσο και τη θεατρική καλλιτεχνική δημιουργία του, με μακέτες σκηνικών, κοστουμιών κ.ά.

Την επιμέλεια της έκθεσης έχει αναλάβει η Νίκη Γρυπάρη, ενώ τον σχεδιασμό υπογράφει η Λίλη Πεζανού. Την έκθεση συνοδεύει ένας κατάλογος 400 σελίδων με κείμενα του Αγγελου Δεληβορριά, της Νίκης Γρυπάρη, του Ευγένιου Ματθιόπουλου, του Αλέκου Λεβίδη, του Παναγή Βουρλούμη, της Ελγκα Καββαδία και της Χλόης Obolensky.

Κατά τη διάρκεια της έκθεσης το Μουσείο Μπενάκη προσφέρει εκπαιδευτικά προγράμματα για σχολικές ομάδες, αλλά και πρόσθετα εργαστήρια με αφορμή τις μέρες των Χριστουγέννων που θα συνδυάζουν θεατρικό παιχνίδι, ζωγραφική και κατασκευές στις 19, 20 και 30 Δεκεμβρίου. Πληροφορίες και κρατήσεις στο τηλ. 210-36.71.067. Πειραιώς 138 και Ανδρονίκου

Saturday, December 5, 2009

Ο Τσαρούχης όπως τον γνώρισα

  • Η Μαρία Καραβία ανασυνθέτει τις συναντήσεις της με τον ζωγράφο, στο υπό έκδοσιν βιβλίο της «Ο στοχαστής του Μαρουσιού»

Τον περίμενα στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου, στο κτίριο του ΟΤΕ, όπου στεγαζόταν η Πειραματική Τηλεόραση του ΕΙΡ. Σίγουρη «επιτυχία» για κάθε δημοσιογράφο μία συνέντευξη με τον Τσαρούχη, ήταν όμως τότε κάτι πολύ δύσκολο, αντίθετα απ’ ό, τι συνέβαινε τα τελευταία χρόνια που μιλούσε σε οποιονδήποτε ακόμα και με τη σπασμένη πια, μόλις ακουόμενη, φωνή του. Η ώρα περνούσε και δεν φαινόταν. Στο Μαρούσι δεν είχε τηλέφωνο. Ευτυχώς, κάποιος απάντησε στο «σπίτι πόλεως», το διαμέρισμά του στο Κολωνάκι: Ο κ. Τσαρούχης είχε γυρίσει κατάκοπος και βρισκόταν τώρα στο μπάνιο. Φώναξα. Ικέτευσα. Ηρθε στο τηλέφωνο. «Είμαι ένα πτώμα!..». Η τύχη της εκπομπής πέντε λεπτά πριν από την έναρξη ήταν άγνωστη. Αλλά πάνω στην ώρα άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο στούντιο καλοντυμένος και φρεσκοξυρισμένος.

Είχε λάβει μέρος σε μία έκθεση αφιερωμένη στην προσωπογραφία εκείνο τον καιρό, στην Γκαλερί Κλωντ Μπερνάρ, στο Παρίσι. Γι’ αυτό και η τηλεοπτική συζήτηση είχε ως θέμα το πορτραίτο. Ο, τι διασώθηκε απ’ αυτή την πρώτη εμφάνισή του στη «μικρή οθόνη» είναι μια φωτογραφία και ένα σύντομο σχόλιο δημοσιευμένο σε αθηναϊκή εφημερίδα.

Κοιτάζω την ημερομηνία. 20 Απριλίου 1967. Από την επομένη, οι μεταδόσεις γίνονταν παρουσία ενόπλων φρουρών, ενώ ένας συνταγματάρχης - λογοκριτής, καθισμένος δίπλα στο ρυθμιστή του ήχου, παρακολουθούσε τις ζωντανές εκπομπές έτοιμος να επέμβει ανά πάσα στιγμή, στην καλύτερη περίπτωση ρίχνοντας την κάρτα «ΔΙΑΚΟΠΗ».

Ηταν ο καιρός που, όπως το έχει πει ο Τσαρούχης ο ίδιος, «έχτισε ένα σπίτι κι έχασε το οικόπεδο». Τα πράγματα χειροτέρευαν. Φύγαμε από την Ελλάδα. Σκορπίσαμε.

Βράδυ με πολύ κρύο, κάπου εκεί γύρω στο Σαιν Ζερμαίν, ένα συρτό βήμα στο μισοσκόταδο. Ο Τσαρούχης με το ναυτικό αμπέχονο, το κασκέτο και με γένια τώρα που κάνουν πιο ξεχωριστή την ωραία μορφή του. Ηξερε τις γωνιές και τα κατατόπια. Παρόλο που δεν το αγαπούσε ιδιαίτερα το «γερασμένο» Παρίσι. Πίστευε «πως θα ’τανε η πιο ανιαρή λουτρόπολη, αν ο Σηκουάνας είχε ιαματικές ιδιότητες και αν δεν το είχαν διαλέξει ως ιδεώδη φυλακή οι εξαιρετικοί εξόριστοι που αγάπησαν την ελευθερία…». Για τη δική του αυτοεξορία μιλάει, όπως πάντα, σε χαμηλό τόνο: «Με υποχρέωναν να φύγω απ’ την Ελλάδα ασθένειες οικογενειακές και ασθένειες εθνικές…».

Μόλις στρίβεις απ’ τον κεντρικό δρόμο, βρίσκεις ένα μικρομάγαζο που προσφέρει σάντουιτς και κάθε λογής αφεψήματα. Ο Τσαρούχης ίδιος πάντα. Με την πληθωρική έξυπνη κουβέντα του κατευθύνει τη συζήτηση όπου θέλει αυτός, έχοντας μπροστά του ένα μεγάλο φλιτζάνι τίλιο. Θυμάται την Κατίνα Παξινού για την οποία έτρεφε λατρεία μαζί και φόβο. Της χρωστούσε κάποια κοστούμια που δεν κατάφερνε να τα φτιάξει όπως τα ήθελε. Αναγκάστηκε να δηλώσει στη διεύθυνση του θεάτρου ασθένεια. Η Παξινού, συνηθισμένη σε καλλιτεχνικές ασθένειες, πήρε ένα ταξί και στις δώδεκα το μεσημέρι έκανε έφοδο στο σπίτι του, στο Μαρούσι. Ο Τσαρούχης ήταν στο επάνω πάτωμα με τους μαθητές του. Κάποιος έσκυψε απ’ το παράθυρο μόλις ακούστηκε το αυτοκίνητο. «Η Παξινού!..», είπε. Κι εκείνος, μόλις το άκουσε, άφησε κατά μέρος το ύφος του δασκάλου και κρύφτηκε σε μια ντουλάπα... Οταν έφτασε στο Παρίσι η είδηση του θανάτου της, κλείστηκε στο σπίτι του κι άρχισε να ζωγραφίζει το πορτραίτο της. Μια τραγική μάσκα θανάτου, ένα πρόσωπο πετρωμένο σε κραυγή αγωνίας με φόντο σκοτεινό κι απρόσωπο σαν την αιωνιότητα…

Εγραφε με την ίδια χάρη που μιλούσε. Χρησιμοποιούσε μια γλώσσα ανάμεικτη, μια αστική, θα την έλεγα, δημοτική, όπου οι λαϊκές εκφράσεις έλαμπαν σαν πετράδια και οι παλαιικοί, καθαρευουσιάνικοι τύποι έμπαιναν μ’ ένα σκόπιμο, ελαφρά ειρωνικό καθωσπρεπισμό στην κουβέντα του, υπερτονισμένοι από το ελαφρό του «ρο» σαν για να υποδηλώνουν την οικογενειακή προέλευση και την ανατροφή του που δεν την είχε απαρνηθεί ποτέ, ακόμα κι όταν σύχναζε σε λαϊκά στέκια. Κοσμούσε τις διηγήσεις του με παραδοξολογίες που αντικατόπτριζαν, όμως, την πραγματικότητα κάποιας περασμένης ζωής. Διηγόταν πως η κυρία Παρθένη τον άφηνε μόνο με τη Σοφία όταν πήγαινε στο σπίτι της Ακρόπολης να δει τον Παρθένη ή ν’ αντιγράψει κάποιο απ’ τα υπέροχα παλιά έπιπλα που είχαν. Πίστευε πως τα δράματα είναι όλα «δράματα αστικά» και στεκόταν στοχαστικά μπροστά τους.

Κάποτε, στο σπίτι της Λητώς Κατακουζηνού, μετά από μία συναρπαστική αφήγηση του Τσαρούχη, ο Τεριάντ, που είχε συμφωνήσει να κάνουμε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα στο πατρικό του σπίτι στη Μυτιλήνη και στο μουσείο του, στη Βαρειά, με πήρε παράμερα και μου είπε πως θέλει να το ματαιώσουμε: «Δεν μπορώ εγώ να μιλήσω σαν τον Γιάννη…».

Ο Τσαρούχης μας έλεγε πώς γνώρισε ο Ιόλας τον μαρκήσιο Ντε Κουέβας. Για μια Ελληνοαμερικανίδα που στο Ντάλας του Τέξας τον ρωτούσε πως λέγεται ελληνικά ο… ταφτάς. «Ταφτάς», της απάντησε κι εκείνη εντυπωσιάστηκε τόσο, που άρχισε να φωνάζει: «Μάμυ, τρέχα, θα χάσεις. Ολες οι επιστημονικές λέξεις είναι ελληνικές!..». Ισχυριζόταν πως την εποχή που έκανε τα κοστούμια της Μήδειας για την παράσταση της Κάλλας στην Επίδαυρο, ο Ωνάσης τον είχε ρωτήσει: «Κύριε Τσαρούχη, ήθελα εσείς, που είστε μόδιστρος, να μου πείτε τη γνώμη σας για τη μίνι φούστα». Ενώ η Κάλλας αγωνιζόταν να μαζέψει τα μπόσικα: «Αρίστο, ο κύριος Τσαρούχης δεν είναι μόδιστρος είναι πιτόρος». Ο Ωνάσης όμως εξακολουθούσε: «Μα, τι μου λέει η Μαρία, το ’ριξες τώρα και στη ζωγραφική!...».

Ο Τσαρούχης δεν ήταν ανέκαθεν τόσο διάσημος. Ούτε το έργο του έγινε από την αθηναϊκή κοινωνία εύκολα αποδεκτό. Τα τελάρα με τα ερωτικά ανδρικά γυμνά και τις φρουρές με τους ατημέλητους στρατιώτες, τις αποξεχασμένες σ’ ερημικές παραλίες, τα έβαζε με το πρόσωπο στον τοίχο όταν επρόκειτο να επισκεφθούν το ατελιέ του ευυπόληπτοι αστοί. Ο ίδιος έλεγε, και όχι χωρίς πικρία, πως οι πίνακές του ούτε ως γαμήλια δώρα δεν ήταν ευπρόσδεκτοι. Γι’ αυτό και δεν έγινε ποτέ πλούσιος. Η άνοδος τιμών των πινάκων του, που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια ήταν χρηματιστηριακό φαινόμενο που, απλώς, τον εμπόδισε να ξαναγοράσει πίνακες που θεωρούσε σημαντικούς για τη συλλογή του Ιδρύματος Τσαρούχη.

Αμέσως μετά τον πόλεμο είχε κάνει σκηνικά και κοστούμια για τον Μάκβεθ που ανέβασε ο θίασος Κοτοπούλη στο «ΡΕΞ». Η αμοιβή του ήταν τότε πέντε χιλιάδες δραχμές. Αλλά ο Χέλμης, ο πασίγνωστος για την τσιγκουνιά του σύζυγος της Μεγάλης Μαρίκας, τον παίδευε για να του τα δώσει, όπως το συνήθιζε συχνά. Την Παρασκευή του έλεγε να περάσει τη Δευτέρα. Τη Δευτέρα του έδινε πεντακόσιες δραχμές και του έλεγε να περάσει πάλι την άλλη Παρασκευή. Ο Τσαρούχης ανεβοκατέβαινε έξω φρενών την τεράστια σκάλα του «ΡΕΞ». Και καθώς εκείνο τον καιρό είχε ανοίξει το πρώτο κατάστημα στην Αθήνα που διαφημιζόταν «Ζελιώτης – Ενδύματα με δόσεις», δεν κρατήθηκε και του είπε: «Ακούστε, κύριε Χέλμη, εγώ κάνω ενδυμασίες θεάτρου, όχι… ενδύματα με δόσεις!...».

Πέρυσι το καλοκαίρι πήγε να δει μια παράσταση στο Θέατρο Ηρώδου Αττικού. Ανέβηκε με κόπο τα σκαλοπάτια και κάθισε στο θώκο. Η ταξιθέτρια φοβήθηκε μη βρει τον μπελά της. «Αυτές οι θέσεις είναι για τους επισήμους», του είπε. «Εγώ είμαι κάτι παραπάνω από επίσημος. Είμαι άρρωστος», ήταν η απάντησή του.

Θα’ λεγε κανείς πως η αρρώστια ζήλεψε αυτή τη χάρη του Τσαρούχη. Τον έξυπνο, πρωτότυπο λόγο του, τις γρήγορες παρατηρήσεις του, το μοναδικό τρόπο με τον οποίο ήξερε ν’ αφηγείται χιουμοριστικά και κριτικά συγχρόνως τις αναμνήσεις ενός πλούσιου βίου. Την ευκολία να μιλάει, το κέφι να χορεύει με ιερατική μεγαλοπρέπεια τα τσιφτετέλια και τα ζεϊμπέκικα, «κύκλο» ολόκληρο στο έργο του, που το θέμα το γνώριζε εκ των έσω. Εδωσε σκληρή μάχη για να σταματήσει την εξέλιξή της. Μόνο στα γλυκά δεν μπορούσε να κάνει «κράτει», αν και ήξερε πως ήταν ολέθριο το αυξημένο του ζάχαρο για το πάρκινσον, τη σοβαρή ασθένεια που τον απειλούσε. Μια χειμωνιάτικη Κυριακή τον συνάντησα στην οδό Κανάρη, έξω απ’ το «Ντελισιέ», την ώρα που προσπαθούσε ν’ ανοίξει την πόρτα. «Αυτά είναι τα πορνό μου», μου είπε κοιτάζοντας με λαχτάρα τα γλυκά. «Ερχομαι και τρώω καμιά πάστα όταν δεν με βλέπουν». Ηξερε. «Ο θάνατος ούτε πεσκέσια δέχεται ούτε ρουσφέτια κάνει».

Από το υπό έκδοσιν βιβλίο της Μαρίας Καραβία, «Ο στοχαστής του Μαρουσιού. Μνήμες και συνομιλίες με τον Γιάννη Τσαρούχη», εκδ. Καπόν, έκδοση γ΄ συμπληρωμένη.

Ο πολύπτυχος Γιάννης Τσαρούχης

  • Αναδρομική έκθεση με 670 έργα του σπουδαίου καλλιτέχνη στο Μουσείο Μπενάκη

  • ΤΟ ΒΗΜΑ, Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Μεγάλο εκθεσιακό αφιέρωμα διοργανώνουν το Μουσείο Μπενάκη, το Ιδρυμα Γιάννη Τσαρούχη και το Πολιτιστικό Ιδρυμα της Τραπέζης Κύπρου, στο πλαίσιο της επετείου 100 χρόνων από τη γέννηση του Γιάννη Τσαρούχη , στους εκθεσιακούς χώρους του Μουσείου Μπενάκη στην οδό Πειραιώς, από τις 19 Δεκεμβρίου 2009 ως τις 13 Μαρτίου 2010.

Πρόκειται για την πρώτη αναδρομική έκθεση έργων του Τσαρούχη που παρουσιάζεται στην Αθήνα. Η έκθεση με τίτλο «Γιάννης Τσαρούχης 1910-1989», την οποία επιμελήθηκε η Νίκη Γρυπάρη και σχεδίασε η Λίλη Πεζανού, εκτείνεται σε δύο ορόφους του κτιρίου της οδού Πειραιώς και περιλαμβάνει περίπου 670 έργα, τα οποία ανήκουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού. Στο ισόγειο του κτιρίου παρουσιάζεται το ζωγραφικό έργο, ενώ στον πρώτο όροφο η θεατρική καλλιτεχνική δημιουργία του Τσαρούχη. Στόχος της έκθεσης είναι να αναδείξει το πολύπτυχο έργο του καλλιτέχνη, να παρουσιάσει μια πλήρη εικόνα του πλούσιου ζωγραφικού του έργου (πίνακες, εικονογραφήσεις βιβλίων κ.ά.), καθώς και της καθοριστικής συμβολής του στο νεοελληνικό θέατρο (μακέτες σκηνικών, κοστουμιών κ.ά.).

Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε το 1920 στον Πειραιά. Μαθήτευσε στον Φώτη Κόντογλου , όπου μυήθηκε στη βυζαντινή αγιογραφία (1930-1934) ενώ την ίδια περίοδο διαμόρφωσε μια ποικιλία ενδιαφερόντων: γνωρίστηκε με την Αγγελική Χατζημιχάλη και μελέτησε με πάθος τη λαϊκή φορεσιά, έμαθε από την Εύα Σικελιανού να υφαίνει στον αργαλειό και μελέτησε δείγματα κοπτικής υφαντικής, ίδρυσε μαζί με τον Κάρολο Κουν τη Λαϊκή Σκηνή και ξεκίνησε τη συγγραφή σουρεαλιστικών ποιημάτων.

Για τον δάσκαλό του Κωστή Παρθένη ο Τσαρούχης αναφέρει: «Πολλά οφείλω στον Κωστή Παρθένη, που η αυστηρή- σαν σουηδική γυμναστική- διδασκαλία του μου επέτρεψε να πλησιάσω με άνεση τη λεγόμενη κλασική τέχνη». Καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής του όμως, παράλληλα με τη ζωγραφική, εργάζεται στο θέατρο ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος και συνεργάζεται με τους σημαντικότερους ηθοποιούς και σκηνοθέτες της εποχής (Κάρολος Κουν, Αλέξης Μινωτής, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αιμίλιος Βεάκης, Κατερίνα Ανδρεάδη, Κατίνα Παξινού, Μελίνα Μερκούρη, Ελλη Λαμπέτη, Μαρία Κάλλας κ.ά.). Κατά τη διάρκεια της έκθεσης σχεδιάζονται να πραγματοποιηθούν εκπαιδευτικά προγράμματα, ενώ ειδικά για τις ημέρες των Χριστουγέννων η τέχνη του Γιάννη Τσαρούχη γίνεται αφορμή για εργαστήρια που θα συνδυάζουν θεατρικό παιχνίδι, ζωγραφική και κατασκευές, για παιδιά από 5 ως 12 ετών. Οι εγγραφές έχουν αρχίσει.

  • Μουσείο Μπενάκη, Κτίριο οδού Πειραιώς, Πειραιώς 138 και Ανδρονίκου, τηλ. 210 3453.111, www.benaki.gr

Friday, December 4, 2009

Βουτιά στον Τσαρούχη


Στα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής, αλλά και της αναγεννησιακής και της τέχνης του μπαρόκ, ζωγράφισε τις «Τέσσερις Εποχές» του (1969), αλλά και τους «Δώδεκα μήνες» (1972) ο Γιάννης Τσαρούχης, πλάθοντας αλληγορικές κάποτε ημίγυμνες μορφές που συνδυάζονται με υποβλητικές νεκρές φύσεις

Έγινε μύθος όχι μόνο για τη ζωγραφική του, αλλά και για την κοφτερή γλώσσα του. Τόλμησε την εποχή που τα φώτα ήταν στραμμένα στην αφαίρεση να ζωγραφίσει αλληγορικές συνθέσεις. Και επαναστάτησε ανεβάζοντας αρχαία τραγωδία σε ένα πάρκινγκ, ντύνοντας τους ηθοποιούς με σύγχρονα ρούχα.
Για πρώτη φορά, έναν αιώνα μετά τη γέννησή του, ο Γιάννης Τσαρούχης φωτίζεται πλήρως μέσα από το έργο του. Και 670 πίνακες και μακέτες του (κυρίως) έρχονται να μας γνωρίσουν όλες τις διαστάσεις τις δουλειάς του και να αναδείξουν την πολύπλοκη προσωπικότητά του μέσα από την πρώτη αναδρομική έκθεση έργων του που παρουσιάζεται στην Αθήνα, στο Μουσείο Μπενάκη, σε συνεργασία με το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη και το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου.
«Δεν είναι αλήθεια ότι ήθελα να κάνω ελληνική ζωγραφική», έλεγε ο Γιάννης Τσαρούχης. «Απλούστατα, ήθελα να παίρνω σοβαρά τα αισθήματά μου και τις επιθυμίες μου, όποιες κι αν ήταν αυτές. Δυο πράγματα κατάλαβα από μικρός: ότι ήθελα να γίνω ένας καλός ζωγράφος και πως δεν υπήρχαν μόνο δυο ζωγραφικές, αλλά και δυο κόσμοι. Υπήρχαν η Δύση και η Ανατολή. Ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς μου το κατανάλωσα για να γνωρίσω αυτούς τους δυο κόσμους, για να μην αδικήσω κανέναν και να μην κάνω ανεπανόρθωτα λάθη».
Αυτοί οι δύο κόσμοι που συναντήθηκαν στη δουλειά του ζωγράφου, ο οποίος «διαμόρφωσε την εθνική μας αυτογνωσία» και αναδείχθηκε στον πλέον έγκυρο εκφραστή της γενιάς του ΄30, παρουσιάζονται μέσα από την έκθεση που επιμελήθηκε η Νίκη Γρυπάρη και σχεδίασε η Λίλη Πεζανού.
Σε δύο ορόφους του κτιρίου της οδού Πειραιώς έργα από μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού υπόσχονται να δώσουν όχι μόνο την πλήρη εικόνα του πλούσιου ζωγραφικού του έργου μέσα από πίνακες και εικονογραφήσεις βιβλίων αλλά και να προβάλουν την καθοριστική συμβολή του στο νεοελληνικό θέατρο μέσα από μακέτες σκηνικών και κοστουμιών, αφού συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της εποχής, όπως οι Κάρολος Κουν, Αλέξης Μινωτής, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αιμίλιος Βεάκης, Κατίνα Παξινού, Μελίνα Μερκούρη, Έλλη Λαμπέτη, Μαρία Κάλλας.
Την έκθεση συνοδεύει έκδοση 400 σελίδων που υπογράφουν οι Άγγελος Δεληβορριάς, Νίκη Γρυπάρη, Ευγένιος Ματθιόπουλος, Αλέκος Λεβίδης, Παναγής Βουρλούμης, Έλγκα Καββαδία και Χλόη Ομπολένσκι.


1910:
Γεννιέται στις 13 Ιανουαρίου στον Πειραιά
1928:
Φοιτητής στην ΑΣΚΤ αναλαμβάνει την πρώτη επαγγελματική δουλειά στο θέατρο «Πριγκίπισσα Μαλέν» από τη Σχολή του Εθνικού σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη
1934:
Ζωγραφίζει αφηρημένα και γράφει σουρεαλιστικά ποιήματα
1938:
Πρώτη ατομική του έκθεση στην Αθήνα, σε άδειο κατάστημα στην οδό Νίκης
1940:
Επιστρατεύεται στο Αλβανικό Μέτωπο
1943: Εικονογραφεί το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη «Ήλιος ο πρώτος»
1950:
Συνεργάζεται με το «Ελληνικό Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου
1955:
Δημιουργεί τα σκηνικά για τη «Στέλλα»τουΜιχάλη Κακογιάννη
1956:
Σκηνογραφεί τις ταινίες «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Ζυλ Ντασσέν και «Το κορίτσι με τα μαύρα» του Μιχάλη Κακογιάννη
1959:
Σκηνογραφεί τους «Όρνιθες» για το Θέατρο Τέχνης και τη «Νόρμα» του Μπελίνι με τη Μαρία Κάλλας, στην Επίδαυρο.
1967: Αυτοεξορίζεται στη Γαλλία
1977:
Ανεβάζει τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη σε ένα πάρκινγκ
1981:
Ιδρύει το «Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη». Δωρίζει στο Ίδρυμα το σπίτι του στο Μαρούσι και μεγάλο αριθμό έργων. Αναδρομική στη Θεσσαλονίκη
1984: Πλήττεται από τη νόσο του Πάρκινσον, αλλά συνεχίζει να ζωγραφίζει
1989:
Πεθαίνει στις 20 Ιουλίου
  • Της Μαίρης Αδαμοπούλου, TA NEA, 04/12/2009

Monday, November 30, 2009

Αναδρομική Τσαρούχη



Μεγάλο εκθεσιακό αφιέρωμα στον Γιάννη Τσαρούχη, διοργανώνει (17/12 - 13/3, κτίριο οδού Πειραιώς) το Μουσείο Μπενάκη, στο πλαίσιο του εορτασμού των εκατό χρόνων από τη γέννηση του. Πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη αναδρομική έκθεση, με 670 περίπου έργα του, που συγκεντρώθηκαν από Ιδρύματα, Μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. Σκοπός της να παρουσιάσει μια κατά το δυνατόν πληρέστερη εικόνα του πλούσιου ζωγραφικού έργου του Γ. Τσαρούχη, αλλά και να τονίσει την καθοριστική συμβολή του στο νεοελληνικό θέατρο. Η έκθεση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Ιδρυμα Γιάννη Τσαρούχη και το Πολιτιστικό Ιδρυμα της Τράπεζας Κύπρου.

Wednesday, July 1, 2009

Άπαντα Τσαρούχη στην Αθήνα. ΣΤΗ ΝΕΑ ΣΕΖΟΝ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΠΕΝΑΚΗ ΜΑΖΙ ΜΕ 14 ΑΚΟΜΗ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Την άλλη, «άγνωστη» πλευρά, του αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη θα αποκαλύψει έκθεση ζωγραφικών έργων του

O επαναστάτης Γιάννης Τσαρούχης συναντά τον «ζωγράφο» της αρχιτεκτονικής Δημήτρη Πικιώνη και το κριτικό πνεύμα του αρχιτέκτονα Δημήτρη Φατούρου. Ο «φωτογράφος της καθοριστικής στιγμής» Δημήτρης Σούλας «συνομιλεί» με τον ζωγράφο που «παντρεύει το όνειρο με την πραγματικότητα» Νίκο Στεφάνου. Και οι πλατείες της Ευρώπης διηγούνται την ιστορία τους την ώρα που οι ιστορικές κινηματογραφικές αίθουσες όσο και τα multiplex αποκαλύπτουν σινεφίλ μυστικά. Είναι μόνο μερικές εκθέσεις που προγραμματίζεται να φιλοξενηθούν στο Μουσείο Μπενάκη την ερχόμενη σεζόν.

Και από Ιούλιο.... χειμώνα, λοιπόν για το δραστήριο μουσείο, που προγραμματίζει ήδη 15 σημαντικές εκθέσεις (εικαστικές, αρχιτεκτονικής και φωτογραφίας, ενώ απουσιάζουν οι καθιερωμένες αρχαιολογικές) από τον Σεπτέμβριο ώς και τον Ιανουάριο του 2010.

Ναυαρχίδα του προγράμματος η πρώτη αναδρομική στην Αθήνα του ζωγράφου που σφράγισε την ελληνική τέχνη του 20ού αιώνα, Γιάννη Τσαρούχη. Περισσότερα από 420 έργα και σκηνογραφικές μακέτες επιστρατεύονται (σε συνεργασία με το Ίδρυμα Τσαρούχη) για να μιλήσουν για όλες τις περιόδους καλλιτεχνικής δημιουργίας του ζωγράφου, που έγινε δημοφιλής με τους ναύτες, τους ΕΣΑτζήδες του και το καυστικό του χιούμορ, αλλά κατέκτησε και τη διεθνή σκηνή ντύνοντας τη Μαρία Κάλλας στη «Μήδεια» και τη Μελίνα Μερκούρη στη «Στέλλα» (Δεκέμβριος- Ιανουάριος).

Στο βαρύ εκθεσιακό πυροβολικό και η εικαστική πλευρά του Δημήτρη Πικιώνη. Κι αν οι περισσότεροι τον γνωρίζουν από το λιθόστρωτο μπροστά στον Λουμπαρδιάρη, λιγότεροι είναι εκείνοι που ξέρουν πως ο «αντίπαλος» του άλλου μεγάλου της αρχιτεκτονικής, Άρη Κωνσταντινίδη, σπούδασε πρώτα ζωγραφική και μετά αρχιτεκτονική. Η έκθεση του πρώτου μαθητή του Κωνσταντίνου Παρθένη περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του ζωγραφικού έργου, σε θεματικές ενότητες όπως «Από τη Φύση», «Αναμνήσεις από το Παρίσι», «Αρχαία», «Βυζαντινά», «Της Φαντασίας», «Λαϊκά» (Νοέμβριος- Ιανουάριος).

«Οι νέες πραγματικότητες και η συνεχής αναζήτηση» είναι το θέμα της έκθεσης του έργου του αρχιτέκτονα Δημήτρη Φατούρου. Και μέσα από τις προτάσεις του επιχειρείται να αναδειχθεί πως «η αρχιτεκτονική ως μια συνεχής δημιουργία μορφών ζωής της ανθρώπινης κοινότητας, αναζητεί τις συνέχειες και ασυνέχειες με τις διαδρομές της και αναπτύσσει τις δικές της πρωτοβουλίες μέσα στις συνθήκες της σημερινής νέας πραγματικότητας» (Σεπτέμβριος- Οκτώβριος).

Ο ζωγραφικός κυρίως κόσμος του Νίκου Στεφάνου θα αποκαλυφθεί μέσα από την αναδρομική του (Δεκέμβριος- Ιανουάριος) στους γεμάτους εργοστάσια και τοπία καμβάδες του σκηνογράφου, ζωγράφου και κεραμίστα που άφησε τη σφραγίδα του σε γνωστά θέατρα του Παρισιού, της Βιέννης, του Μονάχου, του Λονδίνου και της Ελλάδας.

Φως στη δουλειά του «φωτογράφου της καθοριστικής στιγμής», Δημήτρη Σούλα, ρίχνει η έκθεση που έκανε πέρυσι πρεμιέρα στο Μουσείο Φωτογραφίας. Φοιτητικά κινήματα, μετανάστες, σκηνές δρόμου από το 1967-1974 πρωταγωνιστούν στη δουλειά του συνεργάτη τoυ Αssociated Ρress και μεγάλων γερμανικών εφημερίδων, ο οποίος έγινε φωτορεπόρτερ όταν ο Έλληνας εμπορικός ακόλουθος στο Μόναχο φρόντισε για την απόλυσή του από το τμήμα μάρκετινγκ της αμερικανικής πολυεθνικής, επειδή ήταν εκ των συνιδρυτών της Πανελλήνιας Αντιδικτατορικής Ένωσης (Σεπτέμβριος- Οκτώβριος).

Ένα αντισυμβατικό φωτογραφικό οδοιπορικό τόσο στις κεντρικές, ιστορικές αίθουσες (Αττικόν, Παλλάς, Άστυ) όσο και στις περιφερειακές ή στα multiplex προτείνει ο Τάσος Βρεττός που καταγράφει κοινό και χώρους στην έκθεση «Πόλη και κινηματογράφος, χώρος προβολής- χώρος του άστεως» (Νοέμβριος).


Πινελιές τέχνης

Στο Μουσείο Μπενάκη θα δούμε ακόμη τις εκθέσεις: 50 χρόνια Νέες Μορφές: ΣεπτέμβριοςΝοέμβριος Βραβείο Ηermes, Το νόημα του αντικειμένου: Σεπτέμβριος James Εnsor, χαρακτική: Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος Πλατείες της Ευρώπης: Νοέμβριος Το αρχιτεκτονικό έργο των Αριστομένη και Γιώργου Βαρουδάκη:

Νοέμβριος- Δεκέμβριος Σταύρος Μπαλτογιάνης, ζωγραφική: ΣεπτέμβριοςΟκτώβριος Λίνα Φανουράκη, κόσμημα: ΟκτώβριοςΝοέμβριος Συλλογή Φέλιου-Χάνου: Νοέμβριος- Δεκέμβριος Νορβηγική Αρχιτεκτονική:

Δεκέμβριος- Ιανουάριος
  • Της Μαίρης Αδαμοπούλου, TA NEA: Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Wednesday, December 12, 2007

ΓΕΥΣΗ ΑΠΟ... ΤΣΑΡΟΥΧΗ



Γιάννης Τσαρούχης

Ζωγραφική, σχέδια, ένα εξαιρετικό ζεύγος από βεντάλιες, προσωπογραφίες, γυμνά, αλλά και σχέδια για θεατρικά σκηνικά και κοστούμια, όλα χαρακτηριστικά παραδείγματα της θεματολογίας του μεγάλου Γιάννη Τσαρούχη παρουσιάζονται την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου, στις 7.30 μ.μ., στην Kalfayan Galleries (Χάρητος 11, Κολωνάκι). Εργα που αποκαλύπτουν το εύρος των επιρροών που ενέπνευσαν τον Ελληνα καλλιτέχνη. Τα πορτρέτα και οι μνημειακές φιγούρες του, οι παραλλαγές της χρωματικής κλίμακάς του, η σαφής ροπή του προς τον ρεαλισμό και ταυτόχρονα η δεξιότητά του να αφαιρεί και να φιλτράρει τα μη ουσιώδη στοιχεία στις συνθέσεις του αντανακλούν την απαράμιλλη ικανότητα του Τσαρούχη να επαναπροσδιορίζει και να ερμηνεύει δημιουργικά τα ποικίλα ερεθίσματα που εξήψαν τη φαντασία του. Διάρκεια έκθεσης έως 19 Ιανουαρίου 2008.