Showing posts with label Παπαλουκάς Σπύρος. Show all posts
Showing posts with label Παπαλουκάς Σπύρος. Show all posts

Saturday, October 23, 2010

Σπύρος Παπαλουκάς: «Προσωπογράφος» της ελληνικής υπαίθρου


«Σπύρος Παπαλουκάς: Ζωγραφική 1915 - 1956» είναι ο τίτλος της έκθεσης, που παρουσιάζεται (έως 31/12), στη «Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας - Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα» (Γ. Παπανδρέου 2). Εκτίθενται εκατό περίπου έργα του μεγάλου Ελληνα καλλιτέχνη, ο οποίος χαρακτηρίζεται πρόδρομος της λεγόμενης «γενιάς του '30». Οι παρουσιαζόμενες δημιουργίες αποκαλύπτουν τον πλούσιο κόσμο των αξεπέραστων ζωγραφικών κατακτήσεών του. Ανάμεσά τους αντιπροσωπευτικοί πίνακες, όπως «Βάρκες στο Σηκουάνα» (1918), «Αίγινα» (1923), «Ο ναός της Αφαίας» (1923), «Αρσανάς Μεγίστης Λαύρας» (1924), «Μονή Παντοκράτορος» (1925), «Καφενείο στη Μυτιλήνη» (1929), «Θάλασσα στην Πάρο» (1948), «Σπίτια στην Υδρα», κ.ά.

Ο Σπύρος Παπαλουκάς γεννήθηκε στη Δεσφίνα Παρνασσίδας το 1892. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1909 - 1916), κοντά στους Γεώργιο Ροϊλό και Γεώργιο Ιακωβίδη. Την περίοδο της φοίτησής του στην ΑΣΚΤ, κέρδισε επτά πρώτα βραβεία. Από το 1916 έως το 1921, συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι στην ακαδημία Julian και σε άλλες σχολές καλών τεχνών. Το 1921 επέστρεψε στην Ελλάδα και ακολούθησε τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία ως επίσημος εικονογράφος της εκστρατείας. Δυστυχώς, η καλλιτεχνική του παραγωγή εκείνης της εποχής, με 500 έργα, κάηκε στο τρένο που τα μετέφερε στη Σμύρνη τις μέρες της καταστροφής.

Το 1923 ο Σπ. Παπαλουκάς ζωγραφίζει στην Αίγινα, ενώ με το φίλο του Στρατή Δούκα έμεινε στο Αγιο Ορος τη χρονική περίοδο 1923-'24, φιλοτεχνώντας μια από τις αντιπροσωπευτικότερες ενότητες της δουλειάς του. Το 1924 πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση στη Θεσσαλονίκη, στο Λευκό Πύργο. Το 1927 του ανατίθεται η αγιογράφηση της Μητρόπολης της Αμφισσας. Το 1928, μετά από πρόσκληση του Αγγελου Σικελιανού, συμμετείχε στην προετοιμασία των Δελφικών Εορτών μαζί με τον Δημήτρη Πικιώνη, ενώ το 1932 - 1933 χρωματίζει την πολυκατοικία του αρχιτέκτονα Κ. Παναγιωτάκου στα Εξάρχεια (γνωστή από τότε ως «Μπλε πολυκατοικία»). Τα χρόνια 1935 - 1937 συνεργάζεται με τους Ν. Χατζηκυριάκο - Γκίκα, Δ. Πικιώνη, Στρ. Δούκα κ.ά. στην έκδοση του περιοδικού «Το 3ο Μάτι». Τρία χρόνια αργότερα (1940), διορίζεται διευθυντής της Δημοτικής Πινακοθήκης, ενώ το 1956 εκλέγεται καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών.

Το τοπίο, κυρίως, η προσωπογραφία και η νεκρή φύση αποτελούν τις βασικές θεματικές ενότητες του έργου του. Χωρίς να ασπάζεται αβασάνιστα τις ξένες καλλιτεχνικές τάσεις και θεωρίες, οι επιρροές του από τη βυζαντινή τέχνη, από τον Π. Σεζάν και τα κινήματα του μοντερνισμού εκδηλώνονται πολύτροπα στη ζωγραφική του.

Οπως σημειώνει η καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης και διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη - Πλάκα, «ο Σπύρος Παπαλουκάς κατάγεται από τη Δεσφίνα, ένα ορεινό χωριό της Ρούμελης όχι μακριά από τους Δελφούς. Το επιβλητικό τοπίο και τα "ζωντανά αγάλματα", που είχε ξεθάψει πριν λίγα χρόνια η αρχαιολογική σκαπάνη, ήταν αρκετά για να αναφλέξουν την κρυμμένη σπίθα του επίδοξου δημιουργού. Αυτό το δίπολο Φύση και Τέχνη θα ορίσει το αισθητικό και πλαστικό πεπρωμένο της τέχνης του Παπαλουκά... Ο Παπαλουκάς, αντίθετα από τους αστούς καλλιτέχνες, είναι λόγω καταγωγής, όπως παρατήρησε δίκαια ο Νίκος - Γαβριήλ Πεντζίκης, "καλλιτέχνης με συνείδηση χωρικού". 

Αυτό εξηγεί την ιδιαίτερη σχέση του με τη φύση. "Σαν ήμουν στο χωριό μου, γνώρισα από μικρός τον τόπο μου μ' όλες τις λεπτομέρειες. Περπάτησα στις λαγκαδιές, στα μονοπάτια, στα βουνά του, με τις χαράδρες του και τις νεροσυρμές, με τα χιόνια και τις βροχές". Η σχέση του με τη φύση είναι βιωματική, σωματική. Γι' αυτό θα παραμείνει ένας από τους πιο πιστούς "προσωπογράφους" της ελληνικής υπαίθρου. Η τοπιογραφία θα διατηρήσει το πρωτείο στην ευάριθμη άλλωστε θεματική του ζωγράφου και θα καταγράψει με τις μεταμορφώσεις της όχι μόνο την ιδιομορφία του κάθε τόπου που μελετά αλλά κυρίως τη βαθμιαία ωρίμανση και τις διακυμάνσεις της πλαστικής του αναζήτησης».

«Ο Σπύρος Παπαλουκάς είναι κατ' εξοχήν τοπιογράφος», συνεχίζει. «Σ' ένα κείμενό του δίνει το κλειδί για να εννοήσουμε τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το τοπίο: "Το τοπίο είναι αντικείμενα σε διάφορες αποστάσεις, που χαρακτηρίζονται με χρώματα, σε διάφορες πλοκές, οριζόντιες, κάθετες, διαγώνιες, κ.τ.λ." Το όραμά του είναι τόσο δυσκολότερο να το συλλάβουμε, όσο μεγαλύτερη είναι η πλοκή του. Η δραματική εμφάνιση ενός τοπίου είναι η στιγμή που τα σχήματα και τα χρώματα βρίσκονται στο σημείο ακριβώς που πλησιάζει το ένα το άλλο επειδή το χρώμα μεταβάλλεται, έξω από την απόσταση και από το φως, από την ποσότητα και τη θέση που βρίσκεται».

Ολα τα παρουσιαζόμενα έργα ανήκουν στη συλλογή του Ιδρύματος Β. και Μ. Θεοχαράκη και αποτελούν μέρος των πρόσφατων εκθέσεων του μεγάλου απόντα της ελληνικής ζωγραφικής, Σπύρου Παπαλουκά, στην Αθήνα (2007 - 2008), στην Κωνσταντινούπολη (2008) και τη Θεσσαλονίκη (2008). Παράλληλα, έχει κυκλοφορήσει κατάλογος - βιβλίο με κείμενα των Μαρίνας Λαμπράκη - Πλάκα, Ευθυμίας Γεωργιάδου - Κούντουρα και Τάκη Μαυρωτά (που έχει την επιμέλεια της παρουσίασης). Ακόμη, έχουν αναδημοσιευτεί στην έκδοση αποσπάσματα κειμένων των Σπύρου Παπαλουκά, Στρατή Δούκα, Αλέξανδρου Ξύδη, Νίκου Αλεξίου, Γιάννη Μόραλη, Νίκου - Γαβριήλ Πεντζίκη, Δημήτρη Πικιώνη, Γιάννη Τσαρούχη, Βεατρίκης Σπηλιάδη, Νίκου Ζία, Μαίρης Μιχαηλίδου, Ελένης Βακαλό, Χρύσανθου Χρήστου, Τώνη Σπητέρη, Στέλιου Λυδάκη, κ.ά.

Η. ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 24 Οχτώβρη 2010

Thursday, December 24, 2009

Οι μέθοδοι των τριών

Βολανάκης, Παπαλουκάς και Παρθένης: τρεις μεγάλοι έλληνες ζωγράφοι μνημονεύονται με ισάριθμες εκθέσεις στην Αθήνα

Σήμερα θεωρείται ο «πατέρας της ελληνικής θαλασσογραφίας», από τους κορυφαίους ζωγράφους του 19ου αιώνα, ενώ τα έργα του σημειώνουν τιμές ρεκόρ στις δημοπρασίες.

Κι όμως ο Κωνσταντίνος Βολανάκης, που τιμήθηκε στα νιάτα του από τον αυτοκράτορα της Αυστρίας, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν επέστρεψε από το Μόναχο στην Αθήνα, δυσκολευόταν να ζήσει από τη ζωγραφική του.

Η μεγαλύτερη έκθεση μέχρι σήμερα για τον Κωνσταντίνο Βολανάκη με 62 πίνακές του παρουσιάζεται στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας σε συνεργασία με το Ιδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη. Δύο ακόμα σημαντικοί ζωγράφοι του περασμένου αιώνα, ο Κωνσταντίνος Παρθένης και ο Σπύρος Παπαλουκάς έρχονται στο προσκήνιο με εκθέσεις που αναδεικνύουν τη σχέση τους με τη θρησκεία.

Νεαρός ζωγράφος το 1900, ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο θυμάται τον δάσκαλό του: «Ερχόταν τότε στο Πολυτεχνείο κάθε βδομάδα για να διορθώσει τις τάξεις του σχεδίου ένας πολύ ηλικιωμένος ζωγράφος που λεγόταν Βολανάκης» αναφέρει στη βιογραφία του. «Ηταν θαλασσογράφος· γύρω στα μισά του περασμένου αιώνα είχε ζωγραφίσει πίνακες που δεν στερούνταν ζωγραφικής αξίας και ήταν μάλιστα πολύ εκφραστικοί και γεμάτοι ποίηση· τα θέματά του παρίσταναν ελληνικές παραλίες κοντά στην Αθήνα και απόψεις του λιμανιού του Πειραιά· στις παραλίες, κυρίες και κύριοι ντυμένοι σύμφωνα με τη μόδα εκείνου του καιρού παριστάνονταν όπως στους πίνακες του Κουρμπέ. Ηταν μια ζωγραφική λεία αλλά όχι γλυμμένη, που σαν ποιότητα θύμιζε λίγο τη ζωγραφική του Ιντούνο...»

Οι μοναδικές ελαιογραφίες του αφιερώματος, όπως «Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη», «Η ναυμαχία του Ναβαρίνου», «Η έξοδος του Αρεως» και άλλοι πίνακες, με ψαράδες, καΐκια, ιστιοφόρα και λιμάνια, δείχνουν τη δεξιοτεχνία του στα θαλασσινά θέματα.

Η έκθεση, που επιμελείται η Μαριλένα Κασιμάτη, και το λεύκωμα που τη συνοδεύει αναδεικνύουν τη διαδρομή του Βολανάκη: από την Κρήτη στην Ερμούπολη κι από εκεί στην Τεργέστη, όπου εργάζεται ως λογιστής. Ο εργοδότης του, Αφεντούλης, αναγνωρίζει το ταλέντο του και τον στέλνει στο Μόναχο και, στη βαυαρική μητρόπολη του νεοκλασικισμού, δίνει μορφή στα παιδικά του βιώματα ζωγραφίζοντας καράβια.

Σε μια εποχή που η φήμη του ως «ζωγράφου της θάλασσας» έχει εδραιωθεί στο εξωτερικό, ο Βολανάκης προτιμά να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου όμως έχει διαφορετική αντιμετώπιση. Δουλεύει με μεροκάματο 100 δραχμών σε κορνιζοποιείο του Πειραιά, όπου πουλάει τους πίνακές του, ενώ η κριτική βρίσκει στα έργα του «μόνον αρχαιολογικόν ενδιαφέρον». Οπως έχει επισημάνει ο γιος του Μιλτιάδης, πολλοί «επιτήδειοι» ωφελήθηκαν όταν μετά τον θάνατο του Βολανάκη τα έργα του απέκτησαν «το φυσιολογικόν ύψος» της αξίας τους.

* Δύο ακόμα εκθέσεις δείχνουν πως ο Κωνσταντίνος Παρθένης και ο Σπύρος Παπαλουκάς συνδύασαν στα έργα τους την παρισινή εμπειρία με τις ελληνικές καταβολές τους. Στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών παρουσιάζονται πέντε έργα του Κ. Παρθένη με θέμα τον Ευαγγελισμό, που συνδυάζουν την ελευθερία της μοντέρνας τέχνης με την πνευματικότητα της αρχαίας και της βυζαντινής τέχνης.

Επίσης με θρησκευτικό θέμα, η έκθεση «Σπύρος Παπαλουκάς: Αγιογραφίες, Σχέδια, Μακέτες» στο Ιδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη παρουσιάζει πρώτη φορά 100 και πλέον σχέδια, ελαιογραφίες και μακέτες του καλλιτέχνη. Τα έργα αυτά δείχνουν τις αναζητήσεις του στις σταθερές αξίες της βυζαντινής κληρονομιάς σε συνδυασμό με στοιχεία από τα ευρωπαϊκά ρεύματα της εποχής του. *

Thursday, December 17, 2009

Οι άγιοι του Σπύρου Παπαλουκά

  • Εκατό και πλέον σχέδια, προσωπογραφίες, ελαιογραφίες και μακέτες προβάλλουν μια ιδιαίτερη πλευρά του μεγάλου ζωγράφου και δασκάλου

Τo τοπίο, η προσωπογραφία και οι νεκρές φύσεις δεν αποτελούν τα μοναδικά θεματικά ενδιαφέροντα του Σπύρου Παπαλουκά, αυτού του ανανεωτή της νεοελληνικής ζωγραφικής. Η εμπειρία του από το Αγιον Ορος και η επαφή του με τη βυζαντινή τέχνη, την οποία μελέτησε σε βάθος, τον βοήθησαν στο να συγκροτήσει το καλλιτεχνικό του πιστεύω και το προσωπικό του ιδίωμα.

Ο Αγιος Ιωάννης (λεπτομέρεια). Τέμπερα σε χαρτί του Σπύρου Παπαλουκά

Ο Αγιος Ιωάννης (λεπτομέρεια). Τέμπερα σε χαρτί του Σπύρου Παπαλουκά

Αγιογραφίες, ζωγραφικά έργα από το Αγιον Ορος, αγιογράφηση ναών, ανάμεσά τους και η περίφημη Μητρόπολη της Αμφισσας, που εκτέλεσε μεταξύ 1927 και 1932, στέκουν ισάξια καλλιτεχνικά δίπλα στα τοπία και στις υπόλοιπες θεματικές ενότητες της δουλειάς του. Οι ενότητες της δουλειάς του, από το 1923 έως το 1935, τα ψηφιδωτά του Οσίου Λουκά, τα οποία μελέτησε και αντέγραψε το 1925, η εικονογράφηση του ναού της Σχολής Νομικού και η διακόσμηση της Μονής Μεγάλου Σπηλαίου (1937-1939, προκαλούν ακόμη εντύπωση.

Αυτή την πλευρά του μεγάλου ζωγράφου και δασκάλου προβάλλει η έκθεση «Σπύρος Παπαλουκάς: Αγιογραφίες, σχέδια, μακέτες», που διοργανώνει το Ιδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, από αύριο (εγκαίνια 8 μ.μ.) έως τις 7 Μαρτίου. Θα παρουσιαστούν εκατό και πλέον σχέδια, ελαιογραφίες και μακέτες, που ανήκουν στη συλλογή του Ιδρύματος, ύστερα από τη δωρεά της κόρης του ζωγράφου, Μίνας Παπαλουκά. Το Ιδρυμα Θεοχαράκη, θυμίζουμε, ξεκίνησε τη λειτουργία του με τη μεγάλη έκθεση Παπαλουκά, αποτελούμενη από έργα της ιδίας δωρεάς αλλά και από τη συλλογή του ιδρυτή του.

Πολλά από τα έργα της παρούσας έκθεσης παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό, αποκαλύπτοντας αυτή την πλευρά του ζωγράφου, που συγκαταλέγεται στις μεγάλες μορφές της ελληνικής ζωγραφικής του 20ού αιώνα. Η επιμελήτρια της έκθεσης Χρυσάνθη Μπαλτογιάννη, επίτιμη διευθύντρια του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, αναφέρει σχετικά: «Σήμερα που στεκόμαστε μπροστά στα θρησκευτικά έργα του Σπύρου Παπαλουκά, διακρίνουμε την απομάκρυνσή του πλέον από την ακαδημαϊκή ελληνική τέχνη της εποχής του.

Εκτιμούμε τις με πάθος αναζητήσεις του, στις σταθερές αξίες της πλησιέστερης σε μας βυζαντινής εικαστικής κληρονομιάς και γνωρίζουμε εύκολα ότι πίστεψε αληθινά πως η τέχνη, όπως τη φαντάστηκε, συνδυασμένη με επιλεγμένα στοιχεία από τα νέα ευρωπαϊκά ρεύματα που είδε και σπούδασε στο Παρίσι, του έλυνε τα χέρια για τις προσωπικές εικαστικές ανησυχίες του, γύρω από την ανανέωση της νεοελληνικής ζωγραφικής».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι άγιοι στα σχέδια του Παπαλουκά, όπου εκεί ο ζωγράφος, κρατώντας τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που κάνουν αναγνωρίσιμες τις μορφές, επιχειρεί την ανανέωση της βυζαντινής παράδοσης.

  • Δ. Ρουμπούλα, ΕΘΝΟΣ, 17/12/2009

Tuesday, December 15, 2009

Το Μπενάκη πήρε τον Παπαλουκά

  • Το Μουσείο απέκτησε τη «Μονή Χιλανδαρίου» σε δημοπρασία μαζί με την «Οικογένεια» του Διαμαντόπουλου. Το σπάνιο, άγνωστο μέχρι πρόσφατα έργο του Σπύρου Παπαλουκά «Μονή Χιλανδαρίου» ανήκει πλέον στο Μουσείο Μπενάκη.

Πνιγμένη στη βλάστηση αποδίδεται από τον Σπύρο Παπαλουκά η Μονή Χιλανδαρίου

Πνιγμένη στη βλάστηση αποδίδεται από τον Σπύρο Παπαλουκά η Μονή Χιλανδαρίου Ο πίνακας, ένα νέο ντοκουμέντο για την Ιστορία της Τέχνης, καταγράφει ιστορικά, με το πολύ αναγνωρίσιμο ζωγραφικό ιδίωμα του Παπαλουκά, την ενασχόληση του ζωγράφου με τη συγκεκριμένη Μονή, η οποία είναι σερβική και 4η στην ιεραρχία των Αγιορείτικων Μονών.

Το έργο του Παπαλουκά θα εκτίθεται στο εξής στην καινούργια πτέρυγα του Μπενάκη «Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας». Προήλθε από την 9η διεθνή δημοπρασία «Ελλήνων Τέχνη» του δημοπρατικού οίκου του Θάνου Ευαγγελινού Hellenic Auctions. Εξάλλου, η έρευνα, εύρεση και διάθεση του έργου οφείλεται στον κ. Ευαγγελινό. Η Μονή Χιλανδαρίου, στην οποία φαίνεται παρέμεινε καιρό ο Παπαλουκάς, είναι χτισμένη σε μια καταπράσινη κοιλάδα στα βορειοανατολικά του Αθω. Ακριβώς έτσι, πνιγμένη στη βλάστηση, αποδίδεται και στο έργο του ζωγράφου. Προστατεύεται από τις στρογγυλεμένες κορυφές των λόφων που ανεβαίνουν από τη θαλασσοδαρμένη ανατολική ακτή της χερσονήσου προς τη Δύση, προς την οροσειρά της χερσονήσου.

Το Μουσείο Μπενάκη πλειοδότησε και απέκτησε στην ίδια δημοπρασία και ένα ακόμη σημαντικό έργο, την «Οικογένεια» του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, προς 10.000 ευρώ. Ενα δυσδιάστατο αριστούργημα 55,5x40,5 εκατοστά, τυπικό δείγμα της δουλειάς του ταλαντούχου εκπροσώπου της γενιάς του '30. Ο πατέρας κρατά στην αγκαλιά το μικρό αγοράκι του, ενώ η μητέρα στέκεται δίπλα του -βαριεστημένη; παραιτημένη; απλώς κουρασμένη;-, με τα χέρια στις τσέπες της πιζάμας της. Τα πρόσωπά τους είναι «σβησμένα», ενώ κυριαρχούν τα χαρούμενα έντονα χρώματα των ενδυμάτων.