Sunday, December 4, 2022

Κλοντ Μονέ (1840 - 1926) Γάλλος ζωγράφος και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινήματος του ιμπρεσιονισμού



 Ο Κλοντ Μονέ (Claude Oscar Monet, 14 Νοεμβρίου 1840 - 5 Δεκεμβρίου 1926) ήταν Γάλλος ζωγράφος και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινήματος του ιμπρεσιονισμού.  Γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 14 Νοεμβρίου του 1840. Ο πατέρας του, ήταν εύπορος έμπορος της εποχής, που διακινούσε προμήθειες πλοίων. Το 1845, η οικογένειά του μετακόμισε στη Χάβρη, που αποτελούσε σημαντικό λιμάνι στις όχθες του Σηκουάνα.

Το 1858 γνωρίστηκε με τον Εζέν Μπουντέν, ο οποίος αποτέλεσε έναν από τους πρώτους δασκάλους του Μονέ και τον ενθάρρυνε να ζωγραφίσει την ύπαιθρο, σύνηθες θέμα για ζωγράφους εκείνης της περιόδου. Τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου συνέχισε τις σπουδές του στην Ελβετική Ακαδημία (Académie Suisse) και ήρθε σε επαφή με έργα σημαντικών ζωγράφων επισκεπτόμενος το Μουσείο του Λούβρου. Παράλληλα, γνώρισε τον Καμίλ Πισαρό και τον Γκυστάβ Κουρμπέ. Την περίοδο 1860-1862, επιστρατεύτηκε και ταξίδευσε στην Αλγερία. Λόγω προβλήματος της υγείας του, απολύθηκε από το στρατό περίπου το 1862, ενώ σημαντικό ρόλο σε αυτό φαίνεται πως διαδραμάτισε και η θεία του, η οποία μάλιστα υποχρέωσε τον Μονέ να παρακολουθήσει μαθήματα ζωγραφικής σε κάποιο πανεπιστήμιο. Ο ίδιος ο Μονέ, απέφυγε να την εγγραφή, ωστόσο παρακολούθησε μαθήματα, για περίπου δύο χρόνια, στο ατελιέ του Σαρλ Γκλαιρ (Charles Gleyre), όπου συνδέθηκε φιλικά και με τους Ρενουάρ, Μπαζίλ και Άλφρεντ Σίσλευ. Πέρα από τη φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους, μοιράζονταν κοινές ιδέες για τη ζωγραφική, οι οποίες αργότερα θα μετουσιώνονταν στο κίνημα του ιμπρεσιονισμού.

Impression, soleil levant, 1872, ελαιογραφία 48 x 63 εκ - Μουσείο Marmottan, Παρίσι

Το 1870 νυμφεύτηκε την Καμίλ Ντονσιέ, με την οποία συζούσε και είχαν ήδη ένα γιο, τον Ζαν. Κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου βρήκε καταφύγιο στο Λονδίνο, προκειμένου να αποφύγει τη στράτευση. Την επόμενη χρονιά επέστρεψε στη Γαλλία και το 1874 συμμετείχε στην πρώτη έκθεση της ομάδας των Ιμπρεσιονιστών στο Παρίσι, με τον πίνακα του Impression, soleil levant (Εντύπωση, ανατέλλων ήλιος). Ο τίτλος του πίνακα του Μονέ ενέπνευσε τον κριτικό τέχνης Λουί Λερουά (Louis Leroy) στη χρήση του όρου Ιμπρεσιονισμός (Impressionism) για πρώτη φορά.

Ο Κλοντ Μονέ σε προσωπογραφία του Ρενουάρ (1875)

Το 1879 πέθανε η σύζυγός του, αφήνοντάς του δυo παιδιά. Τον Απρίλιο του 1883 μετακόμισε στο Ζιβερνύ (Giverny), ένα χωριό στον ποταμό Επτ, μόλις 65 χλμ μακριά από τη πρωτεύουσα. Εκεί έζησε με την Αλίς Οσεντέ, ερωμένη του από πολλά χρόνια πριν, με την οποία παντρεύτηκαν το 1891.

Στις δεκαετίες του 1880 και του 1890, ο Μονέ ξεκίνησε να ζωγραφίζει σειρές πινάκων, όλων βασισμένων σε ένα κοινό θέμα, το οποίο όμως απέδιδε κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο ή με διαφορετική τεχνοτροπία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι πίνακες του, που απεικονίζουν τον προσωπικό του κήπο, στην οικία του στο Ζιβερνύ. Το διάστημα 1883-1908, ταξίδεψε στη Μεσόγειο, γεγονός που τον ενέπνευσε για την δημιουργία μιας σειράς τοπίων.

Το 1908 άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα με την όρασή του δεδομένου ότι έπασχε από καταρράκτη. Τελικά υποβλήθηκε επιτυχώς σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις το 1923, γεγονός που του επέτρεψε να συνεχίσει να ζωγραφίζει. Πέθανε τρία χρόνια αργότερα, το 1926, σε ηλικία 86 ετών στο Ζιβερνύ, ως πλούσιος και αναγνωρισμένος ζωγράφος.

Επιλογή έργων

Βιβλιογραφία

  • Christoph Heinrich, Claude Monet, Taschen

Friday, December 2, 2022

Πιερ Ογκίστ Ρενουάρ. Γάλλος ζωγράφος, από τις ηγετικές μορφές του ιμπρεσιονισμού

 


Ο Πιερ Ογκίστ Ρενουάρ (Pierre Auguste Renoir, 25 Φεβρουαρίου 1841 - 3 Δεκεμβρίου 1919) ήταν Γάλλος ζωγράφος, από τις ηγετικές μορφές του ιμπρεσιονισμού.

Γεννήθηκε στην πόλη Λιμόζ της Γαλλίας, γιος του ράφτη Λεονάρ Ρενουάρ και της εργάτριας Μαργκερίτ. Σε ηλικία τριών ετών η οικογένειά του μετακόμισε στο Παρίσι όπου φοίτησε, στα επτά του χρόνια, σε καθολικό σχολείο. Τα βράδια παρακολουθούσε μαθήματα στη Σχολή Σχεδίου και Διακόσμησης. Καθώς έδειχνε αξιοσημείωτο ταλέντο στο σχέδιο, ο Ρενουάρ πήγε μαθητευόμενος σε ένα εργοστάσιο πορσελάνης, όπου ζωγράφιζε πιάτα.  Σε όλα αυτά τα πρώτα χρόνια ο Ρενουάρ πραγματοποιούσε συχνές επισκέψεις στο Λούβρο, όπου μελέτησε την τέχνη των πρώτων Γάλλων δασκάλων, ιδιαίτερα εκείνων του 18ου αιώνα - Αντουάν Βαττώ, Φρανσουά Μπουσέ και Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ. Ο βαθύς σεβασμός του για αυτούς τους καλλιτέχνες επηρέασε τη ζωγραφική του σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του.

Όταν μάζεψε λίγα χρήματα, έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών.

Οι εκθέσεις, οι γνωριμίες και οι επιρροές

Το 1862 γράφτηκε στο ατελιέ των Ερλ Σινιόλ και Μαρκ-Σαρλ-Γκαμπριέλ Γκλαιρ. Εκεί γνώρισε τους Κλοντ Μονέ, Φρεντερίκ Μπαζίλ και Άλφρεντ Σίσλεϋ. Την ίδια περίοδο, εξασφάλισε άδεια για να αντιγράφει έργα άλλων καλλιτεχνών στο Μουσείο του Λούβρου. Δύο χρόνια αργότερα, ο Ρενουάρ ξεκίνησε να εκθέτει έργα του, ωστόσο για αρκετά χρόνια δε γνώρισε σημαντική αναγνώριση. Μέχρι τον Γαλλο-Πρωσικό πόλεμο του 1870, γύριζε με ένα σακίδιο στον ώμο και έζησε πολύ φτωχικά. Το 1867 ένας πίνακάς του με τον τίτλο Λιζ (Lise) έγινε δεκτός στο Σαλόν του Παρισιού. Την περίοδο αυτή θεωρείται πως ο Ρενουάρ επηρεάστηκε σημαντικά από τον Κλωντ Μονέ, πλησιάζοντας ολοένα και περισσότερο προς τον ιμπρεσιονισμό. Κατά πολλούς το διάστημα 1870 έως1883 αποτελεί τη λεγόμενη ιμπρεσιονιστική περίοδο του Ρενουάρ.

Κατά τον πόλεμο του 1870 υπηρέτησε στη Φρουρά της Ταρμά, στο Σώμα Πυροβολικού, όμως την επόμενη χρονιά αρρώστησε κι αποστρατεύτηκε, επιστρέφοντας έτσι στο Παρίσι. Η πολιορκία του Παρισιού του στέρησε τους φίλους του, καθώς ο Μονέ κι ο Μετρ αναζήτησαν καταφύγιο στην Αγγλία ενώ ο Μπαζίλ πέθανε. Το 1874 συμμετείχε στην πρώτη έκθεση της ομάδας των ιμπρεσιονιστών. Από μία δημοπρασία έργων του έλαβε 1.200 φράγκα κι εγκαταστάθηκε στη Μονμάρτρη. Το 1876 συναντά έναν εκδότη, ο οποίος τον κάνει πλούσιο. Γνωρίζει τον Εμίλ Ζολά.

Η διαφοροποίηση

Τη δεκαετία του 1880, ο Ρενουάρ σταδιακά διαχωρίστηκε από τους υπόλοιπους ιμπρεσιονιστές. Έστησε το ατελιέ του στη Μονμάρτρη το 1880 και γνωρίστηκε με την Αλίν Σαριγκό, την οποία νυμφεύτηκε. Το 1881 ταξίδεψε στην Αλγερία και κατόπιν στην Ισπανία και την Ιταλία, όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Ραφαήλ από το οποίο επηρεάστηκε βαθιά. Το 1884, μαθαίνοντας πως η Αλίν περιμένει το παιδί τους, επέστρεψε για να μείνει κοντά της και την επόμενη χρονιά γεννήθηκε ο γιος τους Πιέρ.

Το 1889 συνάντησε τον μηχανικό Γουστάβο Άιφελ (Eiffel, γαλλ. προφ. Εφέλ) και περίπου το 1892 άρχισε να αναπτύσσει παραμορφωτική αρθρίτιδα, νόσο που τον βασάνισε μέχρι τον θάνατό του. Αντιμετώπισε σημαντικό πρόβλημα παραμορφώσεων στα χέρια ενώ σε πιο προχωρημένο στάδιο ένας ώμος του καθηλώθηκε εξαιτίας αγκύλωσης, γεγονός που ανάγκασε τον Ρενουάρ να διαφοροποιήσει την τεχνική του. Παρά τις σωματικές του δυσχέρειες, δεν εγκατέλειψε τη ζωγραφική. Το 1893 απέκτησε έναν ακόμα γιο, τον Ζαν, ο οποίος έγινε καταξιωμένος σκηνοθέτης. Το 1901 απέκτησαν και τον τρίτο γιο τους τον Κλοντ, ο οποίος έγινε καλλιτέχνης κεραμικών. Το 1907 μετακόμισε με την οικογένειά του στην πιο θερμή περιοχή Καν-συρ-Μερ (Cagnes-sur-Mer). Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι δυο γιοι του κατετάγησαν στον στρατό και τραυματίστηκαν σοβαρά. Η μητέρα τους τους επισκέφτηκε, αλλά εξαντλημένη κατά την επιστροφή της πέθανε το 1915.

Το 1919, ο Ρενουάρ επισκέφτηκε το Λούβρο όπου είχε την ευκαιρία να δει δικούς του πίνακες να εκτίθενται μαζί με κλασικά έργα. Σήμερα τα περισσότερα έργα του στη Γαλλία βρίσκονται στο Μουσείο Ορσέ.

Το τέλος

Απεβίωσε στις 3 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς σε ηλικία 78 ετών.

 

Βιβλιογραφία

  • Peter Feist, Renoir Pierre-Auguste 1841-1919: A Dream of Harmony, Taschen, 2000.
  • Barbara Ehrlich White, Renoir: His Life, Art, and Letters. Harry N Abrams, 1988.
  • Robert L. Herbert, Nature's Workshop: Renoir's Writings on the Decorative Arts. Yale University Press, 2000.
  • Τζάνις Άντερσον, Η ζωή και το έργο του Ρενουάρ, εκδ. Μίνωας, Αθήνα 1994.
  • Isabelle Cahn, μφ. Ιωάννα Λεκκάκου, Τα γυμνά του Ρενουάρ, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2004.

Tuesday, November 29, 2022

Ουιλιάμ-Αντόλφ Μπουγκερό (1825 – 1905) Γάλλος ακαδημαϊκός και ζωγράφος του 19ου αιώνα



 Ο Ουιλιάμ-Αντόλφ Μπουγκερό (William Adolphe Bouguereau, Λα Ροσέλ, 30 Νοεμβρίου 1825 – 19 Ο Ουιλιάμ-Αντόλφ Μπουγκερό (William Adolphe Bouguereau, Λα Ροσέλ, 30 Νοεμβρίου 1825 – 19 Αυγούστου 1905) ήταν καταξιωμένος Γάλλος ακαδημαϊκός και ζωγράφος του 19ου αιώνα. Εξύμνησε το γυναικείο γυμνό σώμα με τεχνική αρτιότητα, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα μια καλυμμένη μυθολογική θεματολογία.

Τα έργα των ακαδημαϊκών ζωγράφων, ως «μεγάλες μυθολογικές μηχανές» (grandes machines mythologiques), ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις του κοινού της εποχής τους και συνδύαζαν, όπως γράφει ο ιστορικός τέχνης Έντουαρντ Λούσι-Σμιθ, «την ερωτική διέγερση με την ευπρέπεια». Ο καλλιτέχνης που εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλον τη φιληδονία του 19ου αιώνα ήταν ο Μπουγκερό. Ο πίνακάς του «Νύμφες και Σάτυρος» (1873) αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του ύφους του. Στο ίδιο ύφος είναι και η μυθολογική σύνθεσή του «Οι Ορειάδες» (1902), όπου απεικονίζονται ερεθισμένοι ερωτικά σάτυροι να παρακολουθούν μια ομάδα από αέρινες γυμνές νύμφες. 

Η οικογένεια του ήταν έμποροι λαδιού, και προοριζόταν να ακολουθήσει και αυτός την οικογενειακή επιχείρηση, αλλά με την βοήθεια του ρωμαιοκαθολικού ιερέα θείου του, ο οποίος τον έφερε κοντά με την βίβλο και με τις κλασσικές μυθολογίες,  έπεισε την οικογένεια του να τον αφήσει να φοιτήσει σε σχολείο, όπου και έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον από νωρίς για τις τέχνες. Τελικά ο Πατέρας του πείστηκε από έναν πελάτη του και τον άφησε να πάει στην σχολή καλών τεχνών École des Beaux-Arts (Εκόλ ντε μπό-´αρτ) στην πόλη Μπορντό.

Στην σχολή κέρδισε το πρώτο βραβείο σε ένα διαγωνισμό σκίτσου, με την απεικόνιση του Αγίου Ρόκκου. Ακόμα εκείνη την περίοδο για να βγάζει χρήματα σχεδίαζε ετικέτες για μαρμελάδες.

Τελικά μετακόμισε στο Παρίσι και πήγε στην αντίστοιχη σχολή École des Beaux-Arts, μετά από την παραγγελία που του έγινε από την τοπική ενορία, για να κάνει τα πορτρέτα κάποιων μελών τις και την οικονομική βοήθεια της θείας του. Στο Παρίσι για να συμπληρώσει τις γνώσεις του, έκανε μαθήματα ανατομίας, αρχαιολογίας και παραδοσιακών στολών. Πήγε στο στούντιο του Φρανσουά-Έντουαρτ Πικότ, όπου και διδάχθηκε ζωγραφική με ελαιοχρώματα στο ακαδημαϊκό στυλ.

Σε ηλικία 26 ετών το 1850, κέρδισε το βραβείο Prix De Rome (βραβείο της Ρώμης) με τον πίνακα “Η Ζηνοβία βρίσκεται από βοσκούς στις όχθες του Αράξη”. Το βραβείο του ήταν να πάει γα ένα χρόνο στην Ιταλία, στην villa medici (βίλα Μέντιτσι), όπου διδάχθηκε τις τεχνικές των καλλιτεχνών της αναγέννησης, όπως και για τις Ελληνικές, Ρωμαϊκές αλλά Ετρουσκικές αρχαιότητες. Επίσης διδάχθηκε κλασική φιλολογία, η οποίο τον επηρέασε σημαντικά στην επιλογή των θεμάτων που θα απεικόνιζε στο υπόλοιπο της ζωής του.

Σε ολόκληρη την καριέρα του ακολουθούσε αυστηρά τις παραδοσιακές ακαδημαϊκές τεχνικές, και έκθετε κάθε χρόνο τα έργα του στο Paris Salon (Σαλόν). Μία από τις πρώτες κριτικές που δέχθηκε ήταν η εξής,
“Ο Κύριος Μπουγκερό έχει φυσικό ένστικτο και γνώση για το (ανθρώπινο) περίγραμμα. Η ευρυθμία του ανθρώπινου σώματος τον προκατέχει, και ανακαλώντας τα ευχάριστα αποτελέσματα που, σε αυτό το είδος, οι αρχαίοι και οι καλλιτέχνες του 16ου αιώνα έφτασαν, κανείς μπορεί να συγχαρεί τον Κυρίου Μπουγκερώ για την προσπάθεια του να ακολουθήσει τα βήματα τους … Ο Ραφαέλ εμπνεύστηκε από τους αρχαίους … και κανείς δεν τον κατηγόρησε ότι δεν ήταν πρωτότυπος.”

Ο Ραφαέλ ήταν από τους αγαπημένους του ζωγράφους και γι’ αυτό δέχθηκε αυτή την κριτική ως μεγάλο κομπλιμέντο. Ακόμα είχε ολοκληρώσει και ένα από τα απαιτούμενα του βραβείου Prix De Rome (βραβείο της Ρώμης), που ήταν η ολοκλήρωση ενός αντιγράφου ενός πίνακα κάποιου αναγεννησιακού ζωγράφου. Ο Μπουγκερό διάλεξε το “Ο θρίαμβος της Γαλάτειας” του Ραφαέλ, από το οποίο κράτησε, το θέμα και την σύνθεση και συνέχισε να το χρησιμοποιεί σε όλη την καριέρα του.

Το 1856, παντρεύτηκε την Μαρί-Νέλι Μοσαβλόν με την οποία έκανε πέντε παιδιά. Μέχρι τα τέλει του 1850, είχε δημιουργήσει πολύ στενές σχέσεις με  εμπόρους έργων τέχνης, και συγκεκριμένα με τον Πολ Ντουράντ-Ρουέλ, χάρη του οποίου γνώρισε τον Όγκ Μέρλ, που αργότερα τα έργα του συγκρίνονταν πολύ με αυτά του Μπουγκερό. Την δεκαετία του 1860 η φήμη του είχε αρχίσει να εξαπλώνετε και στην Αγγλία, και μαζί με αυτήν το εισόδημα του, και αγόρασε ένα σπίτι και ένα στούντιο στην Μονπαρνάς.

Ο Μπουγκερό είχε δεχθεί πολλές παραγγελίες για να στολίσει ιδιωτικές κατοικίες, δημόσια κτήρια και εκκλησίες, τα πορτρέτα του είχαν μεγάλη επιτυχία και ειδικά αυτά των πλουσίων και γνωστών παραμένουν ακόμα σε ιδιωτικές συλλογές.

Το 1876 έγινε ισόβιο μέλος της Ακαδημίας, το 1875 άρχισε να διδάσκει στην σχολή Ακαντεμί Ζουλιάν, και το 1885 έγινε ο διοικητής του τάγματος της Τιμής και δέχθηκε το μετάλλιο του τάγματος. Το 1877 η γυναίκα και ο υιός του, ακόμα βρέφος πέθαναν. Αν και πλέον σε μεγάλη ηλικία, το 1896 ξανά παντρεύτηκε με την επίσης καλλιτέχνη Ελίζαμπεθ Τζέϊν Γκάρντνερ Μπουγκερό, που ήταν και μαθήτρια του. Με την φήμη, την επιρροή και την δύναμη που είχε αποκτήσει, έδωσε στις γυναίκες το δικαίωμα να μπορούν να φοιτούν σε σχολές καλών τεχνών, όπως την Γαλλική Ακαδημία.

Προς το τέλος της ζωής του είπε,

“Κάθε μέρα πηγαίνω στο στούντιο μου γεμάτος χαρά! Το βράδυ, όταν αναγκαστώ να σταματήσω λόγω του σκότους, μόλις μετά βίας μπορώ να περιμένω το επόμενο πρωί να έρθει … αν δεν μπορώ να δώσω τον εαυτό μου στην πολύ αγαπημένη μου ζωγραφική είμαι δυστυχισμένος”.

Έκανε 826 πίνακες. Την άνοιξη του 1905, το σπίτι και το στούντιο του στο Παρίσι είχαν διαρρηχθεί. Στις 19 Αυγούστου του 1905 ο Μπουγκερό πέθανε στην Λα Ροσέλ σε ηλικία 79 ετών από κάποια καρδιακή ασθένεια.


  • "Η Παναγία των Ρόδων (1903)"

    “Η Παναγία των Ρόδων (1903)”

  • “Η Ζηνοβία βρίσκεται από βοσκούς στις όχθες του Αράξη”

    “Η Ζηνοβία βρίσκεται από βοσκούς στις όχθες του Αράξη”

  • "Η Γέννηση της Αφροδίτης" (1879)

    “Η Γέννηση της Αφροδίτης” (1879)

  • "Πιετά" (1876)

    “Πιετά” (1876)

  • "Ο θαυμασμός" (1897)

    “Ο θαυμασμός” (1897)

  • "Αυγή" (1881)

    “Αυγή” (1881)

  • "Οι Ορειάδες" (1902)

    “Οι Ορειάδες” (1902)

  • "Νύμφες και Σάτυρος" (1873)

    “Νύμφες και Σάτυρος” (1873)

  • Monday, November 28, 2022

    Χανς Χόλμπαϊν ο νεότερος 1497 – μεταξύ 7 Οκτωβρίου και 29 Νοεμβρίου 1543) Γερμανός ζωγράφος, σχεδιαστής και χαράκτης της Αναγέννησης



     Ο Χανς Χόλμπαϊν ο νεότερος (Hans Holbein der Jüngere, 1497 - μεταξύ 7 Οκτωβρίου και 29 Νοεμβρίου 1543) ήταν Γερμανός ζωγράφος, σχεδιαστής και χαράκτης της Αναγέννησης. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους προσωπογράφους του 16ου αιώνα. Επίσης φιλοτέχνησε έργα θρησκευτικού περιεχομένου, σάτιρας και μεταρρυθμιστικής προπαγάνδας, ενώ σπουδαία ήταν και η συνεισφορά του στο σχεδιασμό βιβλίων. Αναφέρεται ως «ο νεότερος» ώστε να διακρίνεται από τον πατέρα του, Χανς Χόλμπαϊν τον πρεσβύτερο, διακεκριμένο ζωγράφο της Ύστερης Γοτθικής τεχνοτροπίας.

    Γεννημένος στο Άουγκσμπουργκ, ο Χόλμπαϊν εργάστηκε κυρίως στη Βασιλεία κατά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του. Αρχικά ζωγράφιζε τοιχογραφίες και θρησκευτικά έργα, ενώ παράλληλα σχεδίαζε υαλογραφίες και έντυπα βιβλία. Αναλάμβανε, ακόμη, πορτραίτα, κάνοντας αίσθηση διεθνώς με προσωπογραφίες του Έρασμου, ουμανιστή φιλοσόφου από το Ρόττερνταμ.

    Όταν η Μεταρρύθμιση έφτασε στη Βασίλεια, ο Χόλμπαϊν εργάστηκε για πελάτες και από τις δύο αντιμαχόμενες θρησκευτικές παρατάξεις. Η μέχρι τότε γοτθική τεχνοτροπία του εμπλουτίστηκε από νέες καλλιτεχνικές τάσεις στην Ιταλία, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες, καθώς και από τον Αναγεννησιακό Ουμανισμό. Το αποτέλεσμα ήταν μια μικτή αισθητική καθαρά προσωπικού χαρακτήρα.

    Ο Χόλμπαϊν ταξίδεψε στην Αγγλία το 1526 αναζητώντας εργασία, με συστατική επιστολή από τον Έρασμο. Έγινε δεκτός στον ουμανιστικό κύκλο του Τόμας Μορ, όπου και γρήγορα έγινε διάσημος. Μετά από νέα τετραετή παραμονή στη Βασιλεία, συνέχισε τη δραστηριότητά του στην Αγγλία το 1532. Αυτή τη φορά εργάστηκε για δύο χρηματοδότες, την Άννα Μπολέυν και τον Τόμας Κρόμγουελ. Το 1535, είχε εξελιχθεί σε Βασιλικό Ζωγράφο στην αυλή του Ερρίκου Η' της Αγγλίας. Από τη θέση αυτή, σχεδίασε όχι μόνο πορτραίτα και εορταστικές διακοσμήσεις, αλλά και κοσμήματα, πιάτα και άλλα πολυτελή αντικείμενα. Τα πορτραίτα του της βασιλικής οικογένειας και διάφορων ευγενών αποτελούν ζωντανή ανάμνηση μιας λαμπρής αυλής στη βαρυσήμαντη εποχή που ο Ερρίκος εδραίωνε την κυριαρχία του πάνω στην Εκκλησία της Αγγλίας.

    Η τέχνη του Χόλμπαϊν εκτιμήθηκε από νωρίς στην καριέρα του. Ο Γάλλος ποιητής και μεταρρυθμιστής Νικολά Μπουρμπόν (περίπου 1503-1550) τον αποκάλεσε «Απελλή της εποχής μας», ένα χαρακτηριστικό δείγμα αναγνώρισης από τους συγχρόνους του. Ο Χόλμπαϊν επίσης έχει περιγραφεί ως φαινόμενο που συνέβη μοναχά μια φορά στην ιστορία της τέχνης, καθώς δεν δημιούργησε σχολή. Μετά το θάνατό του, ορισμένα από τα έργα του χάθηκαν, αλλά τα περισσότερα μπήκαν σε συλλογές και μέχρι το 19ο αιώνα είχε αναγνωριστεί ως ένας από τους μεγάλους δεξιοτέχνες της προσωπογραφίας. Πρόσφατες εκθέσεις τόνισαν την ποικιλομορφία στο έργο του. Αφιέρωσε την ενεργητικότητά του σε σχέδια που κυμαίνονται από περίτεχνα κοσμήματα μέχρι μνημειώδεις τοιχογραφίες. Η τέχνη του Χόλμπαϊν έχει αποκαλεστεί ρεαλιστική, καθώς σχεδίαζε και ζωγράφιζε με σπάνια ακρίβεια. Τα πορτραίτα του ήταν φημισμένα στην εποχή τους για την ομοιότητα με τα πραγματικά πρόσωπα και είναι μέσα από τα μάτια του Χόλμπαϊν που πολλές διάσημες μορφές των ημερών του, όπως ο Έρασμος και ο Μορ, εξακολουθούν «να παίρνουν εικόνα».

    Ο Χόλμπαϊν, ωστόσο, δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένος απλώς με την εξωτερική εμφάνιση. Ενσωμάτωνε στρώματα συμβολισμού, αλληγορίας και παράδοξου στην τέχνη του, που εξακολουθούν να γοητεύουν τους μελετητές. Σύμφωνα με την άποψη του ιστορικού τέχνης Έλλις Γουότερχαους (1905-1985), οι προσωπογραφίες του «παραμένουν αξεπέραστες για τη σιγουριά και την οικονομία της δήλωσης, τη διείσδυση στο χαρακτήρα και ένα συνδυασμένο πλούτο στην καθαρότητα της τεχνοτροπίας».

    Αρχές σταδιοδρομίας

    «Πορτραίτο της Dorothea Meyer» (1516), Μουσείο Τέχνης, Βασιλεία.

    Ο Χόλμπαϊν γεννήθηκε στην ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη του Άουγκσμπουργκ κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1497-98.[α] Ήταν γιος του ζωγράφου και σχεδιαστή Χανς Χόλμπαϊν του πρεσβύτερου, του οποίου και ακολούθησε το επάγγελμα από κοινού με το μεγαλύτερο αδελφό του, τον Αμβρόσιο. Ο Χόλμπαϊν ο πρεσβύτερος διατηρούσε ένα μεγάλο και πολυσύχναστο εργαστήριο στο Άουγκσμπουργκ, όπου βοηθούσε ορισμένες φορές και ο αδερφός του και επίσης ζωγράφος, Σιγισμούνδος.

    «Η Καλόγρια», χαρακτικό από τη σειρά «ο Χορός του Θανάτου» (Νο.24), Βασιλεία

    Μέχρι το 1515, o Χανς και ο Αμβρόσιος μετακόμισαν ως πλανόδιοι καλλιτέχνες στην πόλη της Βασιλείας, κέντρο μάθησης αλλά και της τέχνης της χαρακτικής.[β] Εκεί μαθήτευσαν κοντά στον εξέχοντα ζωγράφο της πόλης, τον Χανς Χέρμπστερ[γ]. Τα αδέρφια βρήκαν εργασία στην πόλη ως σχεδιαστές ξυλογραφιών και κόφτες μετάλλων για τυπογράφους. Το 1515, ο κήρυκας και θεολόγος Όσβαλντ Μυκόνιους (1488-1552) τους προσκάλεσε να προσθέσουν σχέδια με μελάνι στο περιθώριο ενός αντιγράφου του έργου «Μωρίας Εγκώμιον» του ουμανιστή λογίου Έρασμου (1466-1536) από την πόλη του Ρότερνταμ.[δ] Τα σχέδια αποτελούν πρώιμη απόδειξη της ευστροφίας και της ουμανιστικής εκπαίδευσης του Χόλμπαϊν. Τα άλλα του νεανικά έργα, περιλαμβανομένου του διπλού πορτραίτου του δημάρχου της Βασιλείας, Jakob Meyer zum Hasen και της συζύγου του Δωροθέας, ακολουθούν το στυλ του πατέρα του.[ε]

    Το 1517, πατέρας και γιος ξεκινούν ένα κοινό έργο στη Λουκέρνη, ζωγραφίζοντας εσωτερικές και εξωτερικές τοιχογραφίες για τον έμπορο Jakob von Hertenstein.[στ] Ενώ βρισκόταν στη Λουκέρνη ο Χόλμπαϊν επίσης σχεδίαζε προσχέδια για υαλογραφίες. Τα αρχεία της πόλης μαρτυρούν πως στις 10 Δεκεμβρίου 1517, έλαβε πρόστιμο για πέντε λίβρες επειδή ξεκίνησε καυγά σε δημόσιο χώρο με έναν χρυσοχόο που ονομαζόταν Κάσπαρ, ο οποίος τιμωρήθηκε επίσης με το ίδιο ποσό.[ζ] Το χειμώνα εκείνο, ο Χόλμπαϊν επισκέφτηκε πιθανώς τη Βόρεια Ιταλία, αν και δεν διασώζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο του ταξιδιού. Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν πως εκεί μελέτησε τις τοιχογραφίες μεγάλων καλλιτεχνών της περιοχής, όπως ο Αντρέα Μαντένια, προτού επιστρέψει στη Λουκέρνη.[η] Κάλυψε δύο επιφάνειες στην οικία του Hertenstein με αντίγραφα έργων του Μαντένια, συμπεριλαμβανομένων των «Θριάμβων του Καίσαρα».[θ]

    «Πορτραίτο του λογίου Έρασμου από το Ρότερνταμ» (1523), λάδι και τέμπερα σε καμβά, Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο, δάνειο από το Κάστρο Λόνγκφορντ.

    Το 1519, ο Χόλμπαϊν μετακόμισε πίσω στη Βασιλεία. Τα ίχνη του αδερφού του χάνονται την περίοδο αυτή και η επικρατούσα υπόθεση είναι πως απεβίωσε.[ι] Ο Χόλμπαϊν ανέκτησε τη θέση του στους καλλιτεχνικούς κύκλους της πόλης, διατηρώντας ένα σταθερά απασχολημένο εργαστήριο. Εισήλθε στη συντεχνία των ζωγράφων και έλαβε τα δικαιώματα δημότη της πόλης. Παντρεύτηκε την Έλσμπεθ Σμιντ, μια χήρα ελάχιστα μεγαλύτερη από εκείνον, η οποία μεγάλωνε ήδη ένα βρέφος, το Φράντζ, και διατηρούσε το βυρσοδεψείο του αποθανόντος συζύγου της. Χάρισε στον Χόλμπαϊν επίσης ένα γιο, το Φίλιπ, κατά τον πρώτο χρόνο του γάμου τους.

    «Ένα Νεκροταφείο», χαρακτικό από τη σειρά «ο Χορός του Θανάτου» (Νο.5), Βασιλεία.

    Ο Χόλμπαϊν υπήρξε παραγωγικός κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής στη Βασιλεία, η οποία συνέπεσε με την άφιξη του Λουθηρανισμού στην πόλη. Ανέλαβε ένα σύνολο σημαντικών έργων, όπως οι εξωτερικές τοιχογραφίες του Οίκου του Χορού και οι εσωτερικές τοιχογραφίες της αίθουσας συνεδριάσεων του Δημαρχείου της πόλης. Για τις πρώτες μαθαίνουμε από τα προπαρασκευαστικά τους σχέδια.[ια] Από εκείνες του Δημαρχείου σώζονται μόνο κακοδιατηρημένα τμήματα.[ιβ] Ο Χόλμπαϊν επίσης φιλοτέχνησε μια σειρά από θρησκευτικούς πίνακες, καθώς και σχέδια για υαλογραφίες.[ιγ] Σε μια επαναστατική για την εικονογράφηση βιβλίων περίοδο, εργάστηκε για τον εκδότη Johann Froben. Στα χαρακτικά της περιόδου αυτής συναντούμε το «Χορό του Θανάτου»,[ιδ] τις «Εικόνες» (με θέματα από την Παλαιά Διαθήκη) [ιε] και τη σελίδα που έφερε τον τίτλο της Βίβλου του Μαρτίνου Λούθηρου.[ιστ] Μέσω της χαρακτικής, ο Χόλμπαϊν απέκτησε πιο εκλεπτυσμένη αντίληψη των τεχνικών απόδοσης της έκφρασης και του χώρου.

    Ο καλλιτέχνης ασχολήθηκε στη Βασιλεία επίσης με αναμνηστικά πορτραίτα, ανάμεσα στα οποία και το διπλό πορτραίτο των Jakob και Dorothea Meyer, και, το 1519, εκείνο του νεαρού ακαδημαϊκού Boniface Amerbach. Σύμφωνα με τον ιστορικό της τέχνης Πωλ Γκανζ, το πορτραίτο του Amerbach σηματοδοτεί μια πρόοδο στην τεχνική του, κυρίως με τη χρήστη αδιάσπαστων χρωμάτων. Για τον Meyer ζωγράφισε ένα ρετάμπλ με την Παναγία, το οποίο και περιελάμβανε πορτραίτα του δωρητή, της συζύγου και της κόρης του.[ιζ] Το 1523, ο Χόλμπαϊν ζωγράφισε τα πρώτα του πορτραίτα του εξέχοντος λογίου της Αναγέννησης, Έρασμου, που απαιτούσαν πιστότητα προκειμένου ο τελευταίος να τα στείλει σε φίλους και θαυμαστές του σε ολόκληρη την Ευρώπη.[ιη] Αυτά κατέστησαν τον Χόλμπαϊν καλλιτέχνη διεθνούς εμβέλειας. Επισκέφτηκε τη Γαλλία το 1524, πιθανώς σε αναζήτηση δουλειάς στην αυλή του Φραγκίσκου Α'. Όταν αποφάσισε να κάνει το ίδιο στην Αγγλία το 1526, ο Έρασμος τον συνέστησε στο φίλο του, Τόμας Μορ, λόγιο και πολιτικό. «Οι τέχνες παγώνουν στο μέρος αυτό του κόσμου», έγραψε, «κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος ώστε να αποκτήσει η Αγγλία μερικούς αγγέλους» .

    Αγγλία, 1526–1528

    «Λαίδη με ένα σκίουρο και ένα ψαρόνι» (1526-28), λάδι σε ξύλο βελανιδιάς, Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο.

     

    «Πορτραίτο του Σερ Τόμας Μορ» (1527), λάδι και τέμπερα σε ξύλο βελανιδιάς, Συλλογή Φρικ, Νέα Υόρκη.

    Ο Χόλμπαϊν, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, πραγματοποίησε μια στάση στην Αμβέρσα. Εκεί αγόρασε καμβάδες από βελανιδιά και ίσως συνάντησε το ζωγράφο Quentin Matsys (1466-1569). Ο Σερ Τόμας Μορ τον υποδέχτηκε στην Αγγλία και του εξασφάλισε ένα σύνολο παραγγελιών. «Ο ζωγράφος σου, αγαπητέ μου Έρασμε,» έγραψε, «είναι θαυμάσιος καλλιτέχνης». Ο Χόλμπαϊν φιλοτέχνησε μια διάσημη προσωπογραφία του Μορ, καθώς κι ένα πορτραίτο με το σύνολο της οικογένειάς του. Το ομαδικό αυτό πορτραίτο, πρωτότυπης σύλληψης, είναι σήμερα μελετήσιμο μόνο από ένα προπαρασκευαστικό σχέδιο καθώς και από αντίγραφα άλλων καλλιτεχνών. Σύμφωνα με τον ιστορικό τέχνης Andreas Beyer, «προσέφερε το πρελούδιο ενός είδους που δε γνώρισε πραγματική αποδοχή παρά μέσω της δανέζικης ζωγραφικής του 17ου αιώνα».

    Κατά την πρώτη παραμονή του στην Αγγλία, ο Χόλμπαϊν εργάστηκε κυρίως για έναν κύκλο ουμανιστών που διατηρούσαν σχέσεις με τον Έρασμο. Ανάμεσα στις παραγγελιοδόχους του συναντούμε τον Γουίλιαμ Γουόρχαμ (περ.1450-1532), Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρυ, ο οποίος είχε στην κατοχή του ένα από τα πορτραίτα του Έρασμου που είχε στο παρελθόν δημιουργήσει ο Χόλμπαϊν.[ιθ] Επίσης τον Βαυαρό αστρονόμο και μαθηματικό Nicholas Kratzer (1487-1550), ο οποίος εργαζόταν ως δάσκαλος για την οικογένεια του Μορ και του οποίου οι σημειώσεις διακρίνονται στο προπαρασκευαστικό σχέδιο της ομαδικής προσωπογραφίας της οικογένειας. Παρόλο που ο ζωγράφος δεν εργάστηκε για το βασιλιά κατά τη διάρκεια της διετούς αυτής παραμονής του στην Αγγλία, δημιούργησε πορτραίτα αυλικών, για παράδειγμα του Σερ Χένρι Γκίλντφορντ (1489-1532) και της συζύγου του Λαίδης Μαίρη,[κ] όπως και της Ανν Λόβελλ, τα χαρακτηριστικά της οποίας αναγνωρίστηκαν πρόσφατα στο έργο «Λαίδη με ένα σκίουρο και ένα ψαρόνι». Το Μάιο του 1527 ο καλλιτέχνης επίσης ζωγράφισε ένα πανόραμα της πολιορκίας της Τερουάν (Thérouanne) για την επίσκεψη πρεσβείας από τη Γαλλία. Από κοινού με τον Kratzer, επινόησαν ένα ταβάνι με πλανητικά σύμβολα, κάτω από το οποίο δείπνησαν οι επισκέπτες. Ο χρονικογράφος Έντουαρντ Χωλ (1498-1547) περιέγραψε το θέαμα ως απεικόνιση «ολόκληρης της Γης, περιτριγυρισμένης από τη θάλασσα, σαν χάρτη».

    Βασιλεία, 1528–1532

    Στις 29 Αυγούστου 1528, ο Χόλμπαϊν αγόρασε οίκημα στη Βασιλεία, στο St Johanns-Vorstadt. Υποθέτουμε πως επέστρεψε στην έδρα του προκειμένου να διατηρήσει την ιδιότητα του δημότη, καθώς είχε εξασφαλίσει άδεια διετούς απουσίας και μόνο. Έχοντας αυξήσει την προσωπική του περιουσία στην Αγγλία, αγόρασε και δεύτερο οίκημα το 1531. Κατά την περίοδο αυτή στη Βασιλεία, ζωγράφισε την «Οικογένεια του Καλλιτέχνη», που απεικονίζει την Έλσμπεθ, με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του ζεύγους, το Φίλιπ και την Κατερίνα, θυμίζοντας αμυδρά την Παρθένο με το Θείο Βρέφος και το Βαπτιστή. Ο ιστορικός της τέχνης Τζον Ρόουλαντς χαρακτηρίζει το έργο ως «ένα από τα συγκινητικότερα πορτραίτα στην ιστορία της τέχνης».

    Η Βασιλεία πέρασε μια ταραγμένη περίοδο κατά τη διάρκεια της απουσίας του Χόλμπαϊν. Μεταρρυθμιστές, συνεπαρμένοι με τις ιδέες του Ζβίγγλιου (1484-1531), επεδείκνυαν εικονοκλαστική συμπεριφορά απαγορεύοντας τις εικόνες στους ναούς. Τον Απρίλιο του 1529, ο ελεύθερα σκεπτόμενος Έρασμος ένιωσε υποχρεωμένος να εγκαταλείψει το καταφύγιό του για το Φράιμπουργκ ιμ Μπράισγκαου. Οι εικονοκλάστες πιθανώς κατέστρεψαν ορισμένα από τα θρησκευτικά έργα του Χόλμπαϊν, ωστόσο οι λεπτομέρειες παραμένουν άγνωστες. Οι γνώσεις μας για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Χόλμπαϊν είναι αποσπασματικές και ασαφείς. «Η θρησκευτική πλευρά των έργων ζωγραφικής του υπήρξε πάντα διφορούμενη», υποστηρίζει ο ιστορικός τέχνης Τζον Νορθ, «και έτσι παρέμεινε». Σύμφωνα με ένα μητρώο που δημιουργήθηκε ώστε να επιβεβαιωθεί πως όλοι οι εξέχοντες πολίτες ασπάζονταν τα νέα δόγματα: «ο Δάσκαλος Χανς Χόλμπαϊν, ο ζωγράφος, λέει πως πρέπει να είμαστε καλύτερα πληροφορημένοι για την (Αγία) Τράπεζα πριν την πλησιάσουμε». Το 1530, οι αρχές κάλεσαν το Χόλμπαϊν να δικαιολογήσει την απουσία του από τη λειτουργία των μεταρρυθμιστών. Λίγο αργότερα, ωστόσο, συμπεριλήφθη στον κατάλογο εκείνων «που δεν έχουν σοβαρές ενστάσεις και επιθυμούν να συνυπάρχουν με άλλος Χριστιανούς».

    Ο Χόλμπαϊν εμφανώς διατήρησε την εύνοια που απολάμβανε και με το καινούριο καθεστώς. Το συμβούλιο των μεταρρυθμιστών του κατέβαλε το ποσό των 50 φλορινιών και του ανέθεσε να συνεχίσει τις τοιχογραφίες του Δημαρχείου. Ωστόσο επέλεξαν αυτή τη φορά θέματα από την Παλαιά Διαθήκη σε αντίθεση με το παρελθόν οπότε και είχε επιλέξει θέματα από την κλασική ιστορία και τις αλληγορίες. Οι τοιχογραφίες του «Ροβοάμ» και της «Συνάντησης ανάμεσα στο Σαούλ και το Σαμουήλ» είχαν απλούστερο σχέδιο σε σχέση με τις παλαιότερες. Την ίδια περίοδο ο Χόλμπαϊν εργάστηκε και για τους παραδοσιακούς του πελάτες. Ο παλαιός του εργοδότης Jakob Meyer του ανέθεσε να συμπληρώσει πρόσωπα και λεπτομέρειες στο οικογενειακό παρεκκλήσι που φιλοτέχνησε το 1526. Η τελευταία παραγγελία προς τον καλλιτέχνη την περίοδο αυτή ήταν η διακόσμηση της όψης δύο ρολογιών στην πύλη της πόλεως το 1531. Η έλλειψη χρηματοδοτών στη Βασιλεία οδήγησε ίσως στην απόφαση να επιστρέψει στην Αγγλία στις αρχές του επόμενου έτους.

    Αγγλία, 1532–1540

    Ο Χόλμπαϊν επέστρεψε στην Αγγλία σε μια εποχή όπου το πολιτικό και θρησκευτικό περιβάλλον άλλαζε με δραματικούς ρυθμούς. Το 1532 ο Ερρίκος ο Η' προετοιμαζόταν να λάβει διαζύγιο από την Αικατερίνη της Αραγωνίας και να παντρευτεί την Άννα Μπολέυν, αψηφώντας τον Πάπα. Ανάμεσα σε εκείνους που δήλωναν την αντίθεσή τους στις πράξεις του βασιλιά ήταν και ο παλαιός οικοδεσπότης και προστάτης, Σερ Τόμας Μορ, που παραιτήθηκε από Λόρδος Καγκελάριος το Μάιο του 1532. Κατά τα φαινόμενα ο Χόλμπαϊν κράτησε τις αποστάσεις του από τον κύκλο του Μορ στην παραμονή του αυτή, και, σύμφωνα με τον Έρασμο, «εξαπάτησε εκείνους στους οποίους είχε πάει με συστάσεις». Ο καλλιτέχνης βρήκε αυτή τη φορά εύνοια ανάμεσα στους ριζοσπαστικούς νέους κύκλους εξουσίας της οικογένειας Μπολέυν και του Τόμας Κρόμγουελ. Ο τελευταίος έγινε γραμματέας του βασιλέως το 1534, ελέγχοντας όλες τις πτυχές της διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της καλλιτεχνικής προπαγάνδας. Ο Μορ εκτελέστηκε το 1535, όπως και ο Τζον Φίσερ, του οποίου το πορτραίτο είχε επίσης κατασκευάσει ο Χόλμπαϊν.

    Οι παραγγελίες του Χόλμπαϊν στα πρώτα στάδια της δεύτερης παραμονής του στην Αγγλία περιλαμβάνουν πορτραίτα Λουθηρανών εμπόρων της Χανσεατικής Ένωσης. Οι έμποροι κατοικούσαν και συναλλάσσονταν στο Στίλγιαρντ (Steelyard), ένα σύμπλεγμα από αποθήκες, γραφεία και κατοικίες στη βόρεια όχθη του Τάμεση. Ο Χόλμπαϊν νοίκιασε ένα σπίτι στην κοντινή Μέιντεν Λέιν (Maiden Lane). Απεικόνισε ποικιλοτρόπως τους πελάτες του. Το πορτραίτο του Georg Gisze από το Γκντανσκ παρουσιάζει τον έμπορο να περιβάλλεται από εξαίσια ζωγραφισμένα σύμβολα της δουλειάς του. Το πορτραίτο του Derich Berck από την Κολωνία, από την άλλη, είναι κλασικά απλό, πιθανώς εμπνευσμένο από τον Τιτσιάνο. Για την έδρα της συντεχνίας στο Στίλγιαρντ ζωγράφισε δύο μνημειώδεις αλληγορίες, το «Θρίαμβο του Πλούτου» και το «Θρίαμβο της Φτώχειας», αμφότερα χαμένα σήμερα. Οι έμποροι παρήγγειλαν στον καλλιτέχνη μια απεικόνιση του Παρνασσού για την πομπή της παραμονής της στέψης της Άνν Μπολέυν στις 31 Μαΐου 1533.

    Ο Χόλμπαϊν δημιούργησε τα πορτραίτα διάφορων αυλικών, γαιοκτημόνων και επισκεπτών κατά την εποχή αυτή. Το διασημότερο και ίσως το πιο αριστουργηματικό έργο της περιόδου ήταν «Οι Πρέσβεις». Αυτό το πορτραίτο σε φυσικό μέγεθος απεικονίζει το Ζαν ντε Ντιντεβίλ, πρέσβη του Φραγκίσκου Α' της Γαλλίας το 1533, και το Ζώρζ ντε Σελβ, επίσκοπο του Λαβώρ, που επισκέφτηκε το Λονδίνο την ίδια χρονιά. Στο έργο έχουν ενσωματωθεί σύμβολα και παράδοξα, συμπεριλαμβανομένου ενός παραμορφωμένου κρανίου. Σύμφωνα με τους μελετητές σε αυτά είναι κωδικοποιημένες αινιγματικές αναφορές στη μάθηση, τη θρησκεία, τη θνητότητα και την παραίσθηση, κατά την παράδοση της Βορειοευρωπαϊκής Αναγέννησης. Οι ιστορικοί της τέχνης, Oskar Bätschmann και Pascal Griener, υποστηρίζουν πως στον πίνακα «επιστήμες και τέχνες, αντικείμενα πολυτελείας και δόξας, αναμετρώνται με το μεγαλείο του Θανάτου».

    Επιβεβαιωμένα πορτραίτα της Ανν Μπολέυν από τον Χόλμπαϊν δεν σώζονται σήμερα, ίσως επειδή η μνήμη της καταδιώχθηκε μετά την εκτέλεσή της για προδοσία, αιμομιξία και μοιχεία το 1536. Το ότι ο καλλιτέχνης εργάστηκε απευθείας για την Ανν και τον κύκλο της είναι, ωστόσο, ξεκάθαρο. Σχεδίασε ένα κύπελλο στο οποίο χάραξε ένα σχέδιο δικής της έμπνευσης με ένα γεράκι που στέκεται ανάμεσα σε τριαντάφυλλα, καθώς και κοσμήματα και βιβλία που συνδέονται με εκείνη. Επίσης σκιτσάρισε αρκετές γυναίκες από το περιβάλλον της, όπως την Τζέιν Πάρκερ, κουνιάδα της βασίλισσας. Την ίδια περίοδο, ο Χόλμπαϊν εργάστηκε για τον Τόμας Κρόμγουελ που εργαζόταν πυρετωδώς για τις μεταρρυθμίσεις του Ερρίκου. Ο Κρόμγουελ παρήγγειλε στο Χόλμπαϊν εικόνες σχετικές με τη Μεταρρύθμιση και τη βασιλεία, όπως μια σειρά από ξυλογραφίες που στρέφονταν κατά του κλήρου, και τη σελίδα που φιλοξενεί τον τίτλο της αγγλικής μετάφρασης της Βίβλου από τον Μάιλς Κόβερντεϊλ. Ο Ερρίκος ο Η' είχε παράλληλα ξεκινήσει ένα μεγαλειώδες πρόγραμμα χρηματοδότησης καλλιτεχνών. Οι προσπάθειές του να αποδώσει δόξα στον καινούριο του ρόλο ως Κεφαλή της Εκκλησίας κορυφώθηκε με την κατασκευή του Ανακτόρου Νόνσατς (Nonsuch Palace), που ξεκίνησε το 1538.

     
    Ερρίκος Η΄, 1537, Βιέννη, Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης