- Η έκθεση «Τιμή στο Γιάννη Μόραλη» περιλαμβάνει 113 έργα που είχε δώρισε ο ίδιος στην Εθνική Πινακοθήκη
Tuesday, June 7, 2011
Ο Χρόνης Μπότσογλου μιλά για τον Μόραλη
Sunday, May 8, 2011
Φόρος τιμής στον Γ. Μόραλη από την Εθνική Πινακοθήκη
- Παρουσιάζονται 113 έργα που καλύπτουν 6 περιόδου της διαδρομής του
Tuesday, April 19, 2011
Προς πώληση η οικία Μόραλη στην Αίγινα! Στη Βουλή πάει το θέμα
- Ο Γιάννης Μόραλης
Τη διάσωση της οικίας Μόραλη στην Αίγινα, όπου έζησε και εργάστηκε τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής του ο κορυφαίος Έλληνας ζωγράφος, ζήτησε μιλώντας στον Βήμα 99,5 ο βουλευτής Α' Πειραιά και Νήσων του ΠΑΣΟΚ Δημήτρης Καρύδης.
Όπως έχει γίνει γνωστό, η οικία Μόραλη θα διατεθεί προς πώληση με απόφαση των κληρονόμων του Γ.Μόραλη.
Ο κ. Καρύδης δήλωσε ότι θα φέρει το θέμα στη Βουλή ώστε να γίνουν γνωστές οι προθέσεις του αρμόδιου υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού.
Ο κ. Καρύδης είπε, επίσης, ότι δεδομένης της οικονομικής δυσπραγίας του ΥΠΠΟΤ, λύση μπορεί να δοθεί και με την κινητοποίηση άλλων φορέων που μπορούν να προσφέρουν.
Ανέφερε, μάλιστα, ότι γίνονται ήδη συζητήσεις με τη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας, που κατέχει δεκάδες έργα του καλλιτέχνη.
«Σημασία έχει να κάνουμε τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια ώστε να διασώσουμε τον αυτόν το χώρο» υπογράμμισε.
Saturday, March 12, 2011
Γιάννης Μόραλης: «Κοσμήματα» της τέχνης του σε κτίρια
- Με οδηγό την αίσθηση
Monday, March 7, 2011
Sunday, February 27, 2011
Ξενάγηση στον Μόραλη
| | ||
| | Μια ιδιαίτερη πτυχή του έργου του Γιάννη Μόραλη, τις αρχιτεκτονικές συνθέσεις του, παρουσιάζει το Μουσείο Μπενάκη. Στην έκθεση ξεναγεί την «Κ» ο ζωγράφος και φίλος του Δημοσθένης Κοκκινίδης. | |
Ο ζωγράφος Δημοσθένης Κοκκινίδης μας ξεναγεί στην έκθεση του μεγάλου δασκάλου του και μας μυεί στην τέχνη του
- Συνέντευξη στον Σπυρο Γιανναρα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011
– O μοντερνισμός του Mόραλη είναι και συγκερασμός άλλων πραγμάτων, δικών του ελληνικών στοιχείων;
- Σπουδή στην κλασική ζωγραφική
– Η βαθιά σπουδή της κλασικής ζωγραφικής είναι προϋπόθεση για να φτάσει κανείς στην αφαίρεση;
– Η αφαιρετική περίοδος του Μόραλη πρωτοεμφανίζεται στις αρχιτεκτονικές συνθέσεις; Αυτό οφείλεται στη φύση του υλικού;
– Τα έργα αυτά είναι και διακοσμητικά;
- «Ο τόπος μας δεν σέβεται τον πολιτισμό του»
– Tα κεραμικά του θυμίζουν λίγο Κλέε;
– Είναι όλες οι αρχιτεκτονικές συνθέσεις του Μόραλη ένα παιχνίδι με καμπύλες και γραμμές;
- Καθόταν κι από πάνω μου μάλιστα
– Δεν σας άφηνε, δηλαδή, κανένα περιθώριο «προσωπικής έκφρασης», έπρεπε να εφαρμόσετε απαρέγκλιτα το σχέδιό του;
Wednesday, February 9, 2011
Ο άλλος Μόραλης
- Του Σπυρου Γιανναρα, Η Καθημερινή, Tετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011
Thursday, September 30, 2010
Ο αρχιτέκτονας Μόραλης
- Έκθεση στη Θεσσαλονίκη για την άγνωστη πλευρά του πρωτοπόρου εικαστικού
- Της Βίκυς Χαρισοπούλου, ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010
ΙΝFΟ
«Με οδηγό την αίσθηση - Οι αρχιτεκτονικές συνθέσεις του Γιάννη Μόραλη» στην Κάζα Μπιάνκα της Θεσσαλονίκης έως τις 14 Οκτωβρίου (στο πλαίσιο των Δηµητρίων)
Friday, September 17, 2010
Φθινόπωρο με χρώμα
Wednesday, May 19, 2010
252.700 ευρώ για ένα «Γυμνό» του Μόραλη
Ενα «Γυμνό» του Γιάννη Μόραλη αναδείχθηκε ως το πιο ακριβό έργο του χθεσινοβραδινού Greek Sale του οίκου Μπόναμς στο Λονδίνο. Εφτασε τα 252.700 ευρώ και είναι από τα ελάχιστα που ξεπέρασαν την ανώτερη τιμή εκτίμησης. Το παραπάνω ποσό απέχει, βέβαια, πολύ από το ρεκόρ του Μόραλη σε παλιότερη δημοπρασία του ιδίου οίκου (735.600 ευρώ).
Το έργο του Μόραλη που αναδείχθηκε ως το πιο ακριβό έργο του χθεσινοβραδινού Greek Sale του οίκου Μπόναμς στο Λονδίνο
Η οικονομική κρίση έδειξε τα δόντια της και στο Greek Sale του Μπόναμς, παρότι πήγε κάπως καλύτερα από το προχθεσινό του Σόθμπις: 62% τα πωληθέντα έργα του Μπόναμς (σύνολο 143), 57% στο Σόθμπις (σύνολο 151). Η διαφορά στους τζίρους, 2,2 και 4 εκατ. ευρώ, αντίστοιχα, προφανώς οφείλεται στις πιο συγκρατημένες και ρεαλιστικές τιμές του Μπόναμς αλλά και στα 806.000 ευρώ που έπιασε μια θαλασσογραφία του Αϊβαζόφκσι στο Σόθμπις.
Ωστόσο, τα πιο ακριβά έργα που έβγαλε στη δημοπρασία ο Μπόναμς, από 150.000 μέχρι 330.000 ευρώ, των Μπουζιάνη, Νικηφόρου Λύτρα, Ιωάννη Πούλακα, Εγγονόπουλου κ.ά. δεν βρήκαν αγοραστές. «Φοβήθηκαν μάλλον τα πολύ ακριβά έργα, λόγω οικονομικής κρίσης», μας είπε η Τερψιχόρη Αγγελοπούλου της Art Expertise. Ανάμεσα στα μη πωληθέντα ήταν και ο «Θησέας» του Μπρακ.
Μερικά αποτελέσματα, όμως, της χθεσινής δημοπρασίας είναι αξιοσημείωτα, καθώς καταγράφηκαν τάσεις ανόδου στη γενιά του ‘60 και την αφαιρετική τέχνη (Γαΐτης, Ακριθάκης, Κεσσανλής, Μάρθας, Λεφάκης, Κοντόπουλος κ.ά.). Σε κάποιες περιπτώσεις διπλασίασαν τις τιμές τους και σε άλλες ξεπέρασαν την ανώτερη τιμή εκτίμησης.
Συγχρόνως, σημειώθηκαν επτά ρεκόρ για τους Νικόλαο Λύτρα, του οποίου «Το εκκλησάκι του Αγίου Μάρκου στην Τήνο» έφτασε τα 140.000 ευρώ, Αλέξη Ακριθάκη, με το «Φανταστικό τοπίο» του στα 105.300 ευρώ, Χρύσα, Λεφάκη, Μπουτέα, Καναγκίνη και Ξενάκη. Στα καλά αποτελέσματα συγκαταλέγονται το «Πορτραίτο της δίδας Ν.Α. με δύο τριαντάφυλλα» του Τσαρούχη (105.300 ευρώ) και το «Δάσος» του Γκίκα, με 140.400 ευρώ - τιμή ρεκόρ για έργο σε χαρτί. Κατά την κ. Αγγελοπούλου, «η ελληνική τέχνη διαθέτει το δυναμικό -τόσο σε επίπεδο καλλιτεχνών και έργων όσο και σε επίπεδο συλλεκτών- για να ξεπεράσει τη δυσμενή οικονομική κρίση».
- Δήμητρα Ρουμπούλα, ΕΘΝΟΣ, 19/05/2010
Sunday, January 17, 2010
Τρία μπισκότα για τον Μόραλη
- Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ, ΚΥΡ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Επτά, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010
- Θα ξαναπώ μιαν ιστορία που με είχε κάποτε μαγέψει με το αφοπλιστικό της υπονοούμενο και που την βλέπω τώρα, αναδρομικά, να διαγράφεται φωτισμένη απ' την ομίχλη ενός παρατεταμένου χειμώνα, του οποίου κορυφαίο γεγονός ήταν ο θάνατος του Γιάννη Μόραλη, στα 93 του.
Ως προς τα υπόλοιπα, εάν το σκίτσο αυτό δεν αποσπάσει την έγκρισή σας, θεωρήστε το τουλάχιστον ως το λογοτεχνικό ανάλογο του μπαλώματος στο οποίο αναφέρθηκε ο ζωγράφος το επίμαχο πρωινό, ήτοι του ίχνους απ' το βελόνι ενός ράφτη της παλιάς σχολής στην πίσω όψη μιας Ιστορίας που τη γράφουν οι ηττημένοι.
Ο Μόραλης, ιδιαίτερα ο πρώιμος Μόραλης, ήταν για μένα ο καλλιτέχνης εκείνου του πυκνού και διφορούμενου φωτισμού που έρχεται απ' τα παιδικά μου χρόνια, αυτής της σκοτεινής γλαυκότητας, αν μπορώ να την ορίσω έτσι, που είχε βαθμιαία συνυφανθεί με όσα έκρινα αντιπροσωπευτικά της μεταφυσικής μου. Το χρωματολόγιό της περιελάμβανε όλους τους ελαφρείς και εύθραυστους ίσκιους, όλα τα ρίγη της κρυφής έξαψης μέσω της οποίας άτομα σαν εμένα συνειδητοποιούσαν τη χρονικότητα του πένθους, φως και νύχτα μαζί, σκούρο φως που τροφοδοτούσε τις δωρικές καμπύλες ενός είδους ουράνιας γεωμετρίας κατάλληλης για την πλαισίωση κάποιου τέμπλου, με κάτι απ' το χρυσαφί και το μοβ της γης των βιβλικών αφηγήσεων. Καιρός του σπείρειν και του θερίζειν ταυτόχρονα, η ζωγραφική του Μόραλη με καθοδηγούσε σε μια περιοχή του ορατού όπου το σκοτάδι, αν μου επιτρέπετε μια τολμηρή μεταφορά, δεν ήταν πλέον αδιαπέραστο αλλά στήριζε υποδορίως τη νοσταλγία της μορφής, όχι τη σκίαση του περιγράμματος, κι έτσι μετείχε σε κάτι που άγγιζε τα μυστικά της αγάπης. Ωστόσο ο άνθρωπος ήταν μάλλον άνοστος. Η ψυχική διαφάνεια που αντανακλούσαν οι πίνακές του δεν είχε διόλου σημαδέψει την κοινωνικότητά του και, πάντως, δεν αποτελούσε το αγαπημένο του θέμα συζήτησης.
Εχοντας την εμπειρία μερικών δεκάλεπτων συναντήσεων μαζί του, πριν από χρόνια, στο βιβλιοπωλείο Ικαρος, στην οδό Βουλής, συγκρατώ την ανάμνηση ενός ηλικιωμένου αστού που οι αντιλήψεις του για την ευτυχία περιορίζονταν στη σχολαστική απόλαυση ενός γλυκίσματος και στην επανάληψη ενός ανεκδότου σχετικού μ' ένα ζευγάρι χαμένα μανικετόκουμπα. Εδειχνε μιαν ήρεμη προσκόλληση στη ρουτίνα της ζωής του, παράδοξα εξαρτημένη απ' το τετριμμένο, και το στιλ των ανεκδότων που του άρεσε να μηρυκάζει ήταν απ' τα λιγότερο ενδιαφέροντα. Τον είχα ακούσει ξανά και ξανά να υπερηφανεύεται, ακριβώς στον ίδιο μοιρολατρικό τόνο, για την ευλαβική τήρηση της συνήθειας να γεύεται ένα μόνον ουίσκι κάθε βράδυ, αφήνοντας απαρεγκλίτως δύο χιλιοστά ποτού στο ποτήρι διότι υποτίθεται πως αν έφτανε στον πάτο κινδύνευε απ' τον πειρασμό να κεράσει τον εαυτό του και δεύτερο ποτό και τρίτο και ποιος ξέρει πόσα ακόμη. Με δυο λόγια, η ιδιοφυΐα της ζωγραφικής μας ήταν το πρότυπο του συμπαθούς κυρίου που τον έβλεπες να έρχεται προς το μέρος σου και φρόντιζες να προετοιμαστείς για βαρετές τυπικότητες, αν όχι να στρίψεις στο σοκάκι προτού σε δει, αναβάλλοντας το βάσανο ολότελα ανεπίκαιρων προσποιήσεων.
Εντούτοις, μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι απέναντι σε τέτοια πρόσωπα ειδικά, ποτέ κανείς δεν διακινδύνεψε την αξιοπρέπειά του, διότι είχαν το χάρισμα να σου δανείζουν, μ' έναν αδιόρατο τρόπο, λίγη απ' τη δική τους. Η αξιοπρέπεια σχημάτιζε μέσα τους ένα ίζημα, υπήρχε μια χημεία εξουδετερωμένων αντιφάσεων που ο μαρασμός τους ευωδίαζε όπως το κρασί μετά τη ζύμωση ή το παχύ εκείνο κατακάθι σ' ένα βάζο με μέλι. Κατάλαβα επίσης ότι παρόμοιοι χαρακτήρες πορεύονταν με γνώμονα την ανάγκη μιας ήσυχης ζωής, σκανδαλωδώς μονότονης και απελπιστικά νοικοκυρεμένης, σε αντιστάθμισμα της τρικυμίας που τους αναστάτωνε εσωτερικά, στο επίκεντρο της αμυντικής και ευπροσήγορης στάσης τους απέναντι στο βουητό του κόσμου. Η μονοτονία των συνηθειών τους ήταν ένα προγεφύρωμα για τη σταδιακή, χωρίς τυμπανοκρουσίες, κατάκτηση πραγμάτων και αντιλήψεων που, κατά κανόνα, σε καλούν να τους επιβληθείς με τη βίαιη αδιακρισία μιας πνευματικής έντασης που τα καταστρέφει - εδώ, αντίθετα, ο Μόραλης έπρεπε να εξασφαλίσει έναν τύπο ζωής που θα του επέτρεπε να κατακτήσει τα αντικείμενα της τέχνης του χωρίς να τα καταστρέψει, μόνον με τη στοργή ενός γέρου, ενός ανθρώπου που ήταν γέρος από τα νιάτα του. Κατάλαβα λοιπόν ότι δεν ήταν τόσο βαρετός όσο γλυκύς, όπως το εννοούμε, φέρ' ειπείν, για τον ελληνικό καφέ, που παλιότερα τον λέγαμε τούρκικο και, πιο παλιά, αραβικό, τον καφέ που είχαν πιει ο Ερωτόκριτος κι η Αρετούσα τότε που έβαλαν ενέχυρο τις βέρες τους.
Ετσι, ο Μόραλης απέκτησε συν τω χρόνω το προφίλ εκείνου που κατείχε το μυστικό τού να ζεις αφήνοντας κάτι ελάχιστο απ' το ποτό σου στο ποτήρι, λες και ο μεγαλύτερος απ' τους φόβους που ενέπνεε το αντικείμενο της εμπειρίας ήταν ο κίνδυνος να το καταναλώσεις πριν το κατανοήσεις, πριν προλάβετε, οι δυο σας, να δεθείτε με δεσμούς αφοσίωσης. Αν το κατέβαζες μονορούφι, μπορούσε να σε σκοτώσει, ιδού ποια ήταν η πίστη αυτών των ανθρώπων, περιλαμβανομένων, εξυπακούεται, του Γκάτσου και του Ελύτη. Αγαπάμε, εξάλλου, όταν κάτι απ' τον άλλο μάς λείπει με μιαν ιδιαίτερη έννοια, ούτως ώστε η ανταύγεια του άλλου να υφαίνεται γύρω απ' το έλλειμμα. Αν θέλετε την άποψή μου, δεν πρέπει να πεταγόμαστε και να φωνάζουμε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, όπως έκανε στην παρέλαση εκείνο το αγοράκι, του Αντερσεν· πρέπει μάλλον να μελετάμε τη γύμνια σιωπηλά σαν ένα έλλειμμα που υποστηρίζει τα τρωτά σημεία της ταυτότητας του άλλου - δεν έχει νόημα να διαλαλείς ότι το ποτό σε δηλητηριάζει· είναι προτιμότερο να το απολαμβάνεις με το μέτρο ενός Λόγου που διαρκώς υπόκειται στη ματαίωση. Αναλόγως, ο Ελύτης συνήθιζε να καπνίζει σε καθορισμένες ώρες, όπως τρώνε οι μοναχοί, βγάζοντας απ' το πέτο μια καρφίτσα και τρυπώντας το τσιγάρο για να είναι πιο ελαφρύ. Σκεφτόσουν ότι ένας τέτοιος συγγραφέας θα μεταχειριζόταν τα σημεία στίξης με θρησκευτικό δέος.
Ο Μόραλης ήξερε από ένστικτο ότι αυτή η μετριοπάθεια, οσονδήποτε αντιπαθητική εκ πρώτης όψεως, ήταν εγγύηση για τις υπερβολές της μύχιας ζωής, όπου οτιδήποτε εξωφρενικό, ή απλώς χαριτωμένο, κάθε έμπνευση, κάθε έρωτας, κάθε μυστήριο, πρέπει να παρουσιάζεται με τη φυσικότητα μιας αγιογραφίας. Συσχετίζω την ώριμη ματιά που είχε αντιτάξει στη γύμνια του κόσμου και των βασιλέων του, με την ιστορία που μας διηγήθηκε, ένα πρωί, από κείνες που διατηρούνται αιωνίως ζωντανές λόγω της ισχυρής συμβολικής τους αντήχησης και που, έκτοτε, τη σκέφτομαι συχνά με κάποια ευγνωμοσύνη γιατί μου πρόσφερε το ιδεώδες παράδειγμα του πώς λειτουργεί η αμφισημία της ελληνικής κατάστασης. Αρχισε λέγοντας ότι του είχε ζητηθεί, μια φορά κι έναν καιρό, να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο του βασιλιά Παύλου, πράγμα που έγινε. Βεβαίως, επειδή θα ήταν παράλογο να στηθεί ο μονάρχης ποζάροντας μέχρις ότου ολοκληρώσει ο ζωγράφος την επεξεργασία των λεπτομερειών της στολής, συμφώνησαν να τελειώσει με το πρόσωπο, η δε στολή θα μεταφερόταν στο ατελιέ για την αντιγραφή των διακριτικών και των παρασήμων.
Λίγο αργότερα, στο εργαστήριό του, ο νεαρός καλλιτέχνης θα παραλάμβανε το δέμα με την επίσημη στολή του βασιλιά - του Βασιλέως· ο Μόραλης έλεγε ο Βασιλεύς του Βασιλέως, σαν συνταξιούχος διπλωμάτης.
«Είστε ο κ. Μόραλης;»
«Μάλιστα».
«Εχω ένα δέμα για σας από τα Ανάκτορα».
«Περάστε μέσα».
Πιθανολογώ ότι ο κομιστής θα δέχτηκε την πρόταση για έναν καφέ αλλά η μυρωδιά του λινέλαιου και τα βλέμματα των πορτρέτων τον αποθάρρυναν. Εφυγε όπως ήρθε, μη προλαβαίνοντας να σκεφτεί πως, αν αυτό είχε συμβεί στην Ολλανδία, ο παραλήπτης θα όφειλε να υπογράψει κάποιο έγγραφο, ενώ στα μέρη μας, όπου όλα ήταν δανεικά, η ένταση που προκαλούσαν τα πράγματα αποτελούσε από μόνη της πιστοποιητικό. Δεν μπορούσες άλλωστε να αποφύγεις τις εκπλήξεις ανεξάρτητες απ' το πρωτόκολλο. Οντως, καθώς ξεδίπλωνε ο Μόραλης τη στολή του Ναυάρχου που, όπως είθισται, ήταν διπλωμένη το μέσα έξω, και ενώ την τοποθετούσε στην κρεμάστρα, εντόπισε πάνω της, για την ακρίβεια στη φόδρα, στην περιοχή της μασχάλης, αυτό το εκπληκτικό πράγμα: ένα μπάλωμα.
Ξαφνικά, ο ζωγράφος έπαψε να μου φαίνεται πληκτικός. Le bon Dieu est dans le detail· με δεδομένο το μπάλωμα, οι θεοί της σημασίας συνεδρίαζαν υπό τη σκέπη της λεπτομέρειας, αυτής που ούτε κρύβει ούτε φανερώνει αλλά σημαίνει. Ηταν μια όμορφη ιστορία αν σκόπευε κανείς να διδάξει στα παιδιά του τι είναι όχι αυτό που δεν γνωρίζουν αλλά αυτό που ξέρουν καλύτερα από μας και που ξεπετάγεται όταν έρχονται σε επαφή δύο αντίθετες πραγματικότητες, τόσο ξένες μεταξύ τους, εν προκειμένω, όσο το να είσαι βασιλιάς και να φοράς κουρέλια. Σημείο ενός διαλεκτικού μεσουρανήματος στ' αλήθεια ιλιγγιώδους και κατ' εξοχήν ελληνικού, το βασιλικό μπάλωμα συνόψιζε την εθνική και πολιτική περιπέτεια του κρατιδίου από την εποχή του Μακρυγιάννη και εντεύθεν. Ειδικά επειδή επρόκειτο για σημαίνον τέτοιας ολκής, η επιρροή του επάνω μου πολλαπλασιάστηκε και ο Μόραλης κατάπιε ένα δεύτερο μπισκοτάκι χαμογελώντας. Δεν είχε κάτι να προσθέσει. Θεώρησε ότι η ιστορία είχε την επιβεβλημένη και ανεκτή ρηχότητα ενός ανεκδότου. Χαμογελούσε όχι τόσο για το λεγόμενο ηθικό δίδαγμα αλλά διότι η κοινοτοπία των περιστάσεων τον ανακούφιζε. Εμοιαζε απρόθυμος να σταθεί στο γεγονός ότι το μπάλωμα στα ρούχα του βασιλιά ήταν κάτι εξαιρετικό, κάτι που ανήκε στην τάξη της εξαίρεσης, και προτίμησε να φανεί συμφιλιωμένος με το ανάποδο, σαν να πίστευε ότι το σύνηθες, π.χ. το μπάλωμα, είχε καθησυχαστικά επιβληθεί παντού, ακόμη και στην γκαρνταρόμπα των ανακτόρων. Κάτι εντελώς διαφορετικό απ' το Γουώτεργκαίητ, αφού εδώ, στο Τατόι, μέχρι κι οι υπηρέτες θα τολμούσαν να πάρουν τον υπ' αριθμόν ένα του πολιτεύματος στο ψιλό, σιγοτραγουδώντας στην κουζίνα ή γυαλίζοντας τα κηροπήγια:
Πότε άδικος και φαύλος,
πότ' επιεικής και πράος,
ο αφέντης μας ο Παύλος
που προήδρευε στο χάος
της Ελλάδος, είχε ράψει
στη μασχάλη, για το μάτι
το κακό, που 'κανε θραύση,
το j'sais pas quoi, το κάτι
που προστάτευε το κύρος
του θεσμού αλλ' αντιστρόφως:
δείχνοντας πως θα 'ταν στείρος
ο θεσμός κι ότι ο κόπος
του μονάρχη μας χαμένος
θα 'ταν αν δεν κυβερνούσε
εξαρχής παραιτημένος
απ' αυτό που εκπροσωπούσε.
Η αναπόφευκτη σκέψη ότι, εντέλει, ανήκαμε σ' ένα παράξενο είδος ατόμων ικανών και αποφασισμένων να μπαλώσουν ώς και τη στολή του βασιλιά, υπονοεί ότι ο ανθρωπολογικός τύπος της ανατολικής Μεσογείου αποδεικνυόταν, ένεκα ιδιοσυγκρασίας, όχι επαναστάτης, όπως ήθελαν οι φήμες, αλλά άστατος κι επιπόλαιος, επιρρεπής στους αυτοσχεδιασμούς και έτοιμος να παραβιάσει τους κανόνες από κλίση στις πρόσκαιρες λύσεις και διευκολύνσεις. Δεν θα έφτιαχνε καινούρια στολή για τον βασιλιά του αν δεν εξαντλούνταν, προηγουμένως, όλα τα περιθώρια επιδιόρθωσης. Εκ των υστέρων, ήταν προφανές ότι οι δραστηριότητες των καλύτερων ανάμεσά μας, αρχής γενομένης με τον Σολωμό, είχαν το ίδιο μοναδικό αντικείμενο: τα μπαλώματα. Οσο για τον Μόραλη, ξανατσίμπησε ένα μπισκότο, το τρίτο, αδιαφορώντας για τα αυστηρά συμπεράσματα και με μιαν άνεση που γαργάλησε μέσα μου την επιθυμία να τον ρωτήσω αν ο αντιαλκοολικός κανόνας του ελάχιστου υπολείμματος ίσχυε και για τα βουτήματα. Πιθανόν. Ισως ποτέ να μην έτρωγε τέταρτο.
Ωστόσο, το βασιλικό ανέκδοτο παρείχε ενδείξεις, διόλου αποκαρδιωτικές, ότι οι εξουσίες υπάγονταν κι εκείνες, με τη σειρά τους, στον ελληνικό μύθο του μέσου όρου. Κάτι ιδιαίτερα ανθρώπινο ερχόταν να χαλαρώσει την ηθική απομόνωση των ισχυρών και να εμπλέξει την υπεροχή τους σ' ένα σενάριο όπου το αναπάντεχο και οι κρυφοί συμβιβασμοί δρούσαν ευεργετικά διά της αποσταθεροποίησης. Αντίο αλαζονεία! Η αίγλη του βασιλιά αναφερόταν στην παραπληρωματική διάσταση της συμβολής του ράφτη. Προϊστάμενος ενός κράτους όπου οι πολίτες κοιμούνταν τα μεσημέρια, ήσουν μόνον εφόσον ανεχόσουν τη δαχτυλήθρα και τις επινοήσεις της τελευταίας στιγμής. Με λίγη φαντασία, το αταξινόμητο αυτό αντικείμενο, το βασιλικό μπάλωμα, γινόταν το ιδιάζον έμβλημα της παραπαίουσας ελληνικότητας. Απωθητικό και συνάμα παρήγορο, κατακάθι του ερασιτεχνισμού αλλά και απόσταγμα της πεποίθησης ότι ο άνθρωπος συνιστά το αριστοτελικό μέτρο των πάντων, σημάδευε την άλυτη ένταση γύρω απ' την οποία συνεκροτείτο το περίφημο ζήτημα της πολύκλαυστης ταυτότητάς μας, στης οποίας τα λογοτεχνικά και δημοσιογραφικά μνημόσυνα ξέρετε πόσο μου αρέσει να παίρνω μέρος σαν το παιδάκι της χορωδίας. Φυσικά, απ' αυτό τον επαμφοτερισμό, για να μην πούμε οξύμωρο, δεν είχε απομείνει παρά η γελοιογραφία, δεν μπαλώναμε πια τα ρούχα του βασιλιά αφότου τα καινούρια, άυλα ρούχα επιβλήθηκαν οριστικά σαν τρόπος ζωής, αλλά μπορούσες να ελπίζεις ότι εξακολουθούσε να ισχύει εν μέρει το ανάποδο: κάθε μπάλωμα, κάθε σχισμή απ' όπου φαινόταν το γύφτικο περιεχόμενο των πολιτικών και πολιτιστικών μας αξιώσεων και χειρονομιών, υψωνόταν τώρα σε θέση βασιλική. Οχι πια βασιλικό μπάλωμα αλλά μπάλωμα που βασιλεύει, κι αυτός ήταν ένας ορισμός για την πνευματική φτώχεια του βαλκανικού τηλεοπτικού λάιφσταϊλ της Μυκόνου και της Αράχοβας.
Εννοείται πως, χάρη στα μπαλώματα, κανένα παιδί σε καμία παρέλαση, εδώ σ' εμάς, δόξα τω Θεώ, δεν πετάχτηκε να καταγγείλει τη γύμνια του βασιλιά, όπως στη Δανία - θα 'ταν πλεονασμός. Το μπάλωμα στη στολή του καημένου του Γκλίξμπουργκ ήταν ό,τι και η μειωμένη δόση ουίσκι του ζωγράφου μας, αυτό το «μισό δαχτυλάκι» που έμενε σαν μερίδιο κάποιου υποθετικού τριτεγγυητή που απαγόρευε τις καταχρήσεις στην επιδίωξη της τελειότητας, λίγο λαδάκι στο καντήλι του κοινοτικού μας παρελθόντος, ή σαν το κόλπο της κατοχύρωσης εκείνων που κόβουν την πίτα δίνοντας «το πρώτου του Χριστού, το δεύτερο του σπιτιού» κ.ο.κ., αποσιωπώντας ότι το σπίτι αποκτήθηκε άρπα κόλλα χάρη στον οίστρο των δανείων. Ο λαός είχε το δικό του παράσημο κρεμασμένο στη στολή του βασιλιά, αλλά από μέσα.
Κάθε που συναντάω το όνομα του Μόραλη, θυμάμαι εκείνο το μπάλωμα που ήταν και ειδικότητα του πατέρα μου. Κι όχι μόνον αλλά η χρωματική γκάμα ενός ορισμένου πρώιμου Μόραλη, εκείνου που υπέγραψε το πορτρέτο της φίλης μου, Κατερίνας Καρύδη, συναντούσε πλαγίως τις εικόνες που ζωγράφιζε ο Γρηγόριος Αρανίτσης, στα νιάτα του, για ορισμένες εκκλησίες έναντι αμοιβής, όπως στον Αγιο Ελευθέριο, στην Κέρκυρα, στο τέρμα της οδού Νικηφόρου Θεοτόκη, το στιλπνό καφέ της γης, τη σκουριά, το απαλό γκρενά ενός νυχτερινού στερεώματος με φεγγάρι τριών τετάρτων, το χρυσαφί των αγρών του καλοκαιριού, τις αποχρώσεις του ώριμου σύκου και το βαθύ πέπλο του μπλε ρουαγιάλ. Με τη διαφορά ότι οι εικόνες που έφτιαχνε ο πατέρας μου ήταν αντιγραμμένες από παλιές λιθογραφίες ή από τα έργα του Αγγελου Γιαλλινά, έργα λουσμένα στις απόκοσμες μαρμαρυγές του απογεύματος της Μεγάλης Παρασκευής, έργα σαν την Παλιά εξώπορτα με πασχαλιές ή το Τοπίο με ψαράδες.
Κατάγομαι από γενιά αντιγραφέων. Ζήτω η διακειμενικότητα!
Μπαλώστε ό,τι λείπει!
«Ο Μόραλης έβλεπε τη ζωή με χιούμορ»
- Η «Κ» προσφέρει δωρεάν τη βραβευμένη ταινία του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου
- Του Παναγιωτη Παναγοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 17 Iανoυαρίου 2010
Η διακριτική παρουσία και το πολύπλευρο και πλούσιο έργο του Γιάννη Μόραλη σημάδεψε την ιστορία της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα. Με τον θάνατό του στις 20 Δεκεμβρίου της περασμένης χρονιάς, χάθηκε ένας σημαντικός καλλιτέχνης, αλλά και μια φωνή μαρτυρίας για μία από τις σπουδαίες περιόδους δημιουργίας πολιτισμού στην Ελλάδα, καθώς ο Μόραλης συνυπήρξε και συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Κάρολο Κουν, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Οδυσσέα Ελύτη.
Η «Καθημερινή» τιμά έναν από τους μεγαλύτερους Ελληνες ζωγράφους της πρόσφατης ιστορίας με την δωρεάν προσφορά την επόμενη Κυριακή 24 Ιανουαρίου, ενός DVD με το ντοκιμαντέρ «Γιάννης Μόραλης», που σκηνοθέτησε ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος. Η ταινία, παραγωγής του 2005, είναι ένα πορτρέτο του ζωγράφου, όχι φτιαγμένο με ακαδημαϊκό τρόπο, εικονογραφώντας δηλαδή ένα βιογραφικό σημείωμα.
Η κάμερα του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου ακολουθεί τον Γιάννη Μόραλη, καθώς κινείται και εργάζεται στο σπίτι του, στο εργαστήριο και στο εξοχικό του σπίτι στην Αίγινα, θυμάται πρόσωπα και γεγονότα –με εντυπωσιακή διαύγεια–, επισκέπτεται την έκθεση των νέων εικαστικών καλλιτεχνών στην ΑΣΚΤ, περπατά σε χώρους που φέρουν τη σφραγίδα του, όπως τον σταθμό «Πανεπιστήμιο» του Μετρό, το Χίλτον, το «Υπόγειο» του Θεάτρου Τέχνης, τον εκδοτικό οίκο «Ικαρος», την γκαλερί Ζουμπουλάκη.
Το ντοκιμαντέρ αφήνει να φανεί ένας άνθρωπος με χιούμορ και ελαφρά διάθεση, που δείχνοντας παλιότερα, πιο αναπαραστατικά έργα του λέει «τότε ήξερα να ζωγραφίζω…», απορρίπτει τον εαυτό του σκίζοντας ένα σχέδιο που μόλις έκανε, που αμφισβητεί χαρακτηρισμούς όπως «δάσκαλε!», που αρνείται να υπεραναλύσει το έργο του λέγοντας «είναι αυτά τα μικρά που δεν πρέπει να εξηγείς», που είναι εξαιρετικά οργανωμένος με ένα εντυπωσιακό αρχείο, για το οποίο λέει «μόλις τα τινάξω όλα αυτά, θα γίνουν τρέχα - γύρευε», που θυμάται τους φίλους και συνεργάτες του με συναίσθηση του τέλους, σημειώνοντας «εμένα με έχουν αφήσει για να κλείσω την πόρτα» …
Οπως λέει ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος, «μαζί με τον παραγωγό της ταινίας, τον Θάνο Λαμπρόπουλο μας ενδιέφερε πολύ το έργο του Μόραλη και θέλαμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Ηταν όμως κλειστός σε συνεντεύξεις. Κάποια στιγμή, αφού πέρασε ένα πρόβλημα υγείας και αφού είδε την ταινία για τον Σεφέρη, δέχτηκε και είπε να αρχίσουμε. Τα ραντεβού μας ήταν στο εργαστήριό του στη Δεινοκράτους κάθε Δευτέρα, 6.30 με 8 το απόγευμα. Ημασταν ένα μικρό συνεργείο τεσσάρων ατόμων με μίνι ψηφιακή κάμερα ώστε να μην αισθάνεται ότι κάποιος εισβάλλει στον χώρο του. Ηταν αρκετά επιφυλακτικός στην αρχή, όμως στη συνέχεια ανοίχτηκε και ανάμεσά μας υπήρξε ένα ωραίο κλίμα».
Εξαιρετική μνήμη
Επειτα από αρκετές Δευτέρες, ο Γιάννης Μόραλης ήταν έτοιμος να κινηθεί μαζί με το συνεργείο σε διάφορα σημεία της Αθήνας και στην Αίγινα. «Τα γυρίσματα κράτησαν με διακοπές, περίπου έναν χρόνο. Το εντυπωσιακό ήταν ότι ο Μόραλης είχε εξαιρετική μνήμη και θυμόταν τα πάντα με λεπτομέρειες. Βέβαια, ο ίδιος έλεγε ότι έχει Αλτσχάιμερ και ότι θυμάται μόνο τα παλιά. Ο χώρος του ήταν σαν ένα μουσείο, γεμάτο αναμνηστικά, τα οποία τον βοηθούσαν να συνθέσει την ιστορία. Η παρουσία και ο λόγος του με έκαναν να αλλάξω κατεύθυνση και αντί για ένα ντοκιμαντέρ που να εξηγεί περισσότερο το έργο του, άφησα να το οδηγήσει ο ίδιος με την αφήγησή του. Μέσα απ’ αυτήν, άλλωστε, έβγαινε και η διαδρομή του στη ζωή και την τέχνη, αλλά και η πορεία του στα νεοελληνικά πράγματα. Μιλούσε για τα πάντα με απλό και αφτιασίδωτο τρόπο και αναφερόταν σε ό, τι έκανε, το οποίο με τον ένα ή τον άλλον τρόπο συνδέθηκε με όλη την πολιτιστική πορεία της χώρας και με τη γενιά του ’30».
Με την ίδια απλότητα ο Μόραλης αντιμετώπισε και το κινηματογραφικό συνεργείο που τον παρακολουθούσε, χωρίς να θελήσει να αλλάξει ή να ζητήσει κάτι. «Δεν ήταν καθόλου παρεμβατικός. Αφέθηκε, χωρίς να επέμβει σε κανένα στάδιο της ταινίας. Ηρθε μόνο στο τέλος και την είδε όταν ήταν έτοιμη και μονταρισμένη, επειδή εμείς θελήσαμε να του τη δείξουμε και του το ζητήσαμε».
Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει έναν άνθρωπο ευχάριστο και χαμογελαστό με πολλές ανεκδοτολογικές αναφορές. Το ίδιο θυμάται και ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος. «Εβλεπε τη ζωή με χιούμορ σε όλες τις καταστάσεις και ακόμη και όταν αναφερόταν σε κρίσιμες στιγμές θυμόταν κάτι ευτράπελο να πει. Ηταν ένας ζωντανός άνθρωπος, που η μόνη του επιφύλαξη ήταν ότι δεν ήθελε να μιλήσουμε πολύ για το έργο του. Δεν ήταν άνθρωπος που σκεφτόταν την υστεροφημία. Με τη ζωντάνια του πήρε την ταινία και της έδειξε τον δρόμο. Ηταν συνεργάσιμος, ένας πλούσιος σε εμπειρίες άνθρωπος και τόσο ομιλητικός, που κάποιες στιγμές είχαμε πρόβλημα στο μοντάζ! Ηταν αυθεντικός και χειμαρρώδης».
Στην Αίγινα
Παρ’ όλα αυτά, ο Γιάννης Μόραλης, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών, είχε και απόλυτη συναίσθηση της ηλικίας και του τέλους που πλησίαζε. «Κάθε χρόνο περνούσε το καλοκαίρι στην Αίγινα. Πήγαινε τον Μάιο και γύριζε τον Οκτώβριο. Ελεγε τότε: “Να δούμε αν θα πάω, αν θα τα καταφέρω”. Ομως κι αυτό το έλεγε χωρίς μεμψιμοιρία».
Επειτα από ένα χρόνο συνεργασίας και συχνών συναντήσεων ποια είναι η εντύπωση που άφησε ο Γιάννης Μόραλης στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο; «Σε ανθρώπινο επίπεδο ήταν πολύ ζεστός, εξαιρετικά ευγενής, με απλότητα και σεμνότητα που είχε και ως καλλιτέχνης. Τον γνώρισα κοντά στα 90 του χρόνια, όμως μ’ άρεσε σ’ αυτόν τον άνθρωπο ότι δεν ήθελε να επιδειχθεί, ότι δεν τού άρεσαν οι μεγαλοστομίες».
Ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος, που αυτή την περίοδο μοντάρει την ταινία μυθοπλασίας «Υπογραφή», έχει ασχοληθεί συστηματικά με το ντοκιμαντέρ και ειδικά με τα πορτρέτα. Εχει σκηνοθετήσει το «Ημερολόγια καταστρώματος - Γιώργος Σεφέρης» και το «Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη». Το κίνητρο για να ασχοληθεί με τον Γιάννη Μόραλη, όπως λέει ο ίδιος, ήταν ότι «αυτός ο άνθρωπος έχει συμπορευτεί με τη γενιά του ’30. Αν και είχε ηλικιακή διαφορά με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες της γενιάς αυτής, καθώς μπήκε στη σχολή Καλών Τεχνών σε ηλικία μόλις 15 ετών, βρέθηκε να συνδημιουργεί με πολύ σημαντικούς ανθρώπους. Μέσα από το έργο του χαρακτηρίζεται μια ολόκληρη εποχή. Αυτός είναι ο ένας λόγος που η προσωπικότητά του με έκανε να θέλω να ασχοληθώ μαζί του περισσότερο. Ο δεύτερος είναι ότι ο ίδιος είχε μια μεγάλη εξέλιξη ως καλλιτέχνης στη δουλειά του. Η αλλαγή που σημείωσε από τα πιο αναπαραστατικά έργα της παλιότερης περιόδου του στα περισσότερο αφαιρετικά που ακολούθησαν, ήταν μια προσωπική εξέλιξη και πρόοδος που πάντα με εντυπωσίαζε».
Η «Κ» προσφέρει Γιάννη Μόραλη
Η «Καθημερινή» τιμά έναν από τους μεγαλύτερους Ελληνες ζωγράφους και προσφέρει δωρεάν την επόμενη Κυριακή 24 Ιανουαρίου, ένα DVD με το ντοκιμαντέρ «Γιάννης Μόραλης», που σκηνοθέτησε ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος. Η ταινία, που είναι παραγωγή του 2005, τιμήθηκε με το Βραβείο Διεθνούς Ενωσης Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) στο 8ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Monday, January 11, 2010
Μνήμη Μόραλη
Με το δεύτερο πένθος συγχρονίστηκε ολιγόσειρο σχόλιό μου, που δημοσιεύτηκε στο πένθιμο «Βήμα» (22 Δεκεμβρίου), αρχίζοντας με την επόμενη φράση: «Οι πιο πολλές απώλειες, ακόμη και δικών μας, βρίσκουν αργά ή γρήγορα, κάποια κρυφή αντίσταση στο μυαλό και σταματούν στο σήμα της φιλόζωης άμυνας. Υπάρχουν όμως και ανεξήγητες εξαιρέσεις, όπου ο θάνατος αφήνει ίχνη ανεξίτηλης ενοχής στα χέρια μας, το ασήκωτο αίσθημα πως φταίμε οι ζωντανοί για όσους πεθαίνουν.» Για το προηγούμενο πένθος του Γιάννη Μόραλη θυμήθηκα αναδρομικά και αντιγράφω αποσπασματικά ένα εκτενέστερο κείμενο, δημοσιευμένο στις 15.3.92 («Βήμα της Κυριακής»), υπό τον τίτλο Η δωρεά της όρασης:
«Καλλιτεχνικό γεγονός μείζονος σημασίας, που κινδυνεύει να εκπέσει σε κοσμικού τύπου είδηση: ο Γιάννης Μόραλης και η τελευταία έκθεση έργων του, που εγκαινιάστηκε την περασμένη εβδομάδα στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Οχι δεν ήμουν εκεί το βράδυ εκείνο των εγκαινίων, με τους δύο και πλέον χιλιάδες επισκέπτες, όσοι συνέρρευσαν να τιμήσουν τον πράγματι σπουδαίο δάσκαλο της ζωγραφικής για τις ώριμες εικαστικές ομολογίες του, που ο ίδιος, αψηφώντας τον κίνδυνο της εύκολης παρεξήγησης, τις βάφτισε ερωτικές. Βρέθηκα στην αίθουσα το άλλο πρωί, προτού ανάψουν ακόμη οι μεγάλοι προβολείς, που συχνά δίνουν την εντύπωση πως ανακρίνουν με το φως τους τους πίνακες. Και ξαφνικά είδα τα έργα του Μόραλη να κοιτάζουν με τη δική τους καθαρή όραση επιβάλλοντας την περήφανή τους μοναξιά [...].
»Θαυμάζω τον Μόραλη εδώ και κάμποσα χρόνια εξ αποστάσεως: τον έβλεπα τυχαία στο περίπτερο της Ξενοκράτους και Πλουτάρχου, ανταλλάσσοντας μαζί του λίγα λόγια, δίχως κανένα βάρος. Ο θαυμασμός μου δεν είχε να κάνει μόνο με τη δίκαιη φήμη του μεγάλου ζωγράφου, αλλά και με τη φυσική του εικόνα.[...]: φιγούρα προστατευμένη στο σταθερό, σχεδόν αναλλοίωτο, περίγραμμά της, δίχως καμιά επιτήδευση· ευγενική μορφή, κάπως αφημένη στην υποχρεωτική κίνηση της ημέρας, αλλά με τον δικό της τρόπο απελευθερωμένη [...]
»Τόσο η φυσική εικόνα του ανθρώπου, όσο και προπαντός οι εικόνες της τέχνης του, παραπέμπουν κατευθείαν στον θαυμαστόν κόσμο της ακέραιης όρασης, που βγήκε όμως μέσα από τον κόσμο της αφής. Φοβάμαι μόνον ότι μέσα στην πρόχειρη ερωτολογία που μας δέρνει τον τελευταίο καιρό, η ερωτική ομολογία του Μόραλη, μπορεί να περάσει ξώφαλτσα· να νομιστεί νοσταλγία για τον κόσμο της νεανικής αφής. Και όμως, πλάι στις ερωτικές ομολογίες, υπάρχουν στην έκθεση κάποια έργα με αποκλίνοντες τίτλους ( διάλογος, αναμονή,ύπνος,χαραυγή ), που υπονοούν ότι, προκειμένου να αποτυπώσει ο τεχνίτης τα ερωτικά του είδωλα, χρειάστηκε μακρόχρονη και ώριμη υπομονή.
»Θα γυρίσω πάλι στις δικές μου έμμονες ιδέες. Ο Οδυσσέας κοιμάται πρώτα με την Κίρκη, κινδυνεύοντας να περπατά εφεξής στα τέσσερα. Υστερα, για οκτώ και κάτι χρόνια, κουρνιάζει στον κόρφο της Καλυψώς, θήραμα μιας λήθης, που υπόσχεται αιωνιότητα. Αργά, ξανακερδίζοντας τη μνήμη του, αντικρίζει στο νησί των Φαιάκων το παρθενικό σώμα της Ναυσικάς, λευκό και πάμφωτο· μπροστά σ΄ αυτό το έρνος φοινικιάς γονατίζει και ικετεύει τον νόστο του. Τώρα μόνο που ο καθρέφτης καθάρισε από τις πληγές της αφής, ο Οδυσσέας διακρίνει επιτέλους την εικόνα της Ιθάκης.
»Κάπως έτσι μπορεί να δει κάποιος τα ερωτικά είδωλα του Μόραλη· να ανεβαίνουν τη σκάλα της όρασης, ύστερα από τη δόκιμη περιπέτεια της αφής. Κάπως έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η γεωμετρία των σωμάτων και των χρωμάτων στα έργα του, που συνεχώς αφαιρούν και αφαιρούνται, για να βρουν το τελικό τους σχήμα και τον τελεσίδικό τους τόνο.» Αυτά πριν από δεκαεπτά χρόνια. Καλή χρονιά.
Friday, December 25, 2009
Η έξοδος του Γιάννη Μόραλη
- Του Δημήτρη Α. ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ*, Η ΑΥΓΗ: 27/12/2009
Το καλοκαίρι συνάντησα τον Γιάννη Μόραλη στο «Αιάκειον» της Αίγινας. Tου είπα: «O Μπέικον θέλει να κερδίσει την αιωνιότητα με τη φόρμα, ο Χιρστ με τη φορμόλη». Του άρεσε. Τον έθελγαν τα ολιγόλογα σχόλια. Συχνά τα χρησιμοποιούσε. Στη σχολή, διόρθωνε «από το πλάι», σχεδόν προσπερνώντας το έργο και τον φοιτητή. Έπρεπε να ξέρεις τους παιγνιώδεις κώδικες για να καταλάβεις την αυστηρότητα και την επιείκεια. Εκεί επάνω, νομίζω, μπορούσες να συναντηθείς με τη ζωγραφική και τη διδακτική του. Πολλοί υποπτεύονταν ότι ο Μόραλης ήταν κρυφοαριστερός. Το σίγουρο είναι ότι ήταν ολιγαρκής. Κάπνιζε συνεχώς στη διόρθωση, τον τάραζε η δοκιμασία να πει, να εκστομίσει τον απορριπτικό λόγο. Ήθελε πάντα να διασώσει μια περιφερειακή πλευρά του μαθητικού έργου που είχε κάποια ποιότητα, ένα μικρό υπόλειμμα αλήθειας πάνω του. Ασκούσε, λοιπόν, μια αντιφατική αυστηρότητα. Πειθαρχημένη φόρμα και επιείκεια. Μόνον ο σχεδιασμένος νους ή ο αυτοτιμωρητικός καλλιτέχνης καταφέρνει αυτό το μικρό θαύμα.
Μερικοί μαθητές του καταπιέζονταν από τον διδακτικό όγκο του. Είχαν ανάγκη έναν πιο ετοιμόρροπο δάσκαλο, έναν πιο ασυνεπή ζωγράφο. Και είναι αλήθεια ότι ο Μόραλης, διαθέτοντας τον αυτοέλεγχο, τον αυτομετριασμό, πίεζε -χωρίς να το καταλαβαίνει- τον φοιτητή, προς την εγκράτεια και συχνά την ευθυνοφοβία. Ο φοιτητής γίνονταν φοβικός εμπρός στην υπέρτατη δοκιμασία της ζωγραφικής επιφάνειας. Δεν χυμούσε πάνω της, αλλά καθόταν καχύποπτος και ανέτοιμος. Αυτό το στοιχείο απομείωνε την εκφραστικότητα, αλλά ανέπτυσσε την κριτική και την τεχνική ευθυβολία.
Στη ζωγραφική του, ο Μόραλης αποφλοίωνε το έργο από την εξεζητημένη ζωγραφικότητα, προσπαθούσε να βρει το αμετάκλητο, σχεδόν το σβησμένο. Γι' αυτό οι χαράξεις του είναι εξαιρετικά σχεδιασμένες και σχεδόν καταστέλλουν κάθε εκτροπή και ιλαρότητα. Ο Μόραλης θέλει τα πάντα να συντελούνται μέσα σε μια φόρμα «ενική», περιέχουσα και πλήρη. Περίπου εκεί θα αναζητούσα τη διδακτική του. Στη ζωγραφική σύνθεση πρέπει να βρίσκεις την ενότητα των μερών, το κρυμμένο και δύσκολο σχεδιαστικό πρωτόκολλο που επανιδρύεται σε κάθε έργο, αλλά διατρέχει ως ηθικό αίτημα όλη τη ζωγραφική. Μια διπλή ενότητα αισθήματος και κατασκευής.
Το εργαστήρι στη Σχολή -τότε που στεγαζόταν στο ιστορικό κτήριο της Πατησίων- είχε ισχνό φωτισμό. Τα φώτα και οι σκιές -ένα από τα κεντρικά εργαλεία της μοραλικής προβληματοθεσίας- ήταν στραμμένα προς μια ψυχρή χρωματική κατεύθυνση, πράγμα που τα έκανε να πλησιάζουν μεταξύ τους και να αποδομούν το αφήγημα. Το τονικό εύρος μειωνόταν από το χρώμα, όχι από τον τόνο. Τεχνικές λεπτομέρειες; Όχι. Καταδεικνύουν την υπόγεια και ενεργό πλευρά του έργου που -κατά τον Μόραλη- το καθιστά έγκυρο και όχι νόστιμο.
Η αριστερά θεωρούσε τον Μόραλη ως τον επαρκή αστό, τον συμφιλιωμένο με το μοντέρνο, αλλά εμμέσως και με την πολιτισμική χειραφέτηση της φτωχής χώρας. Έτσι, παρόλο που ο καλλιτέχνης δεν κατέφυγε ποτέ σε μια πολιτικά εύγλωττη παραστατικότητα (όπως, π.χ., ο ύστερος Δ. Διαμαντόπουλος), εν τούτοις ήταν αποδεκτός από το αριστερό ακροατήριο. Η σημαντική γενιά του '30 ενσωμάτωνε τα πυκνά και αντιφατικά αιτήματα εθνικής πολιτιστικής ανεξαρτησίας και διεθνούς συγχρονίας.
«Το δύσκολο δεν είναι να γνωρίσεις αρχειακά και εκθεσιακά το έργο του, όσο το να προσχωρήσεις στην ιδρυτική ηθική του προϋπόθεση» έγραφα στην “Αυγή” λίγες μέρες πριν. Νομίζω ότι η φυγή του δασκάλου τον εγκαθιστά οριστικότερα στην ελληνική σκηνή και ευνοεί αυτή τη συνάντηση. Φυσικά προϋποθέτει και τη διαθεσιμότητα να είσαι μαθητής, να εκμηδενίζεις τα εργαλεία και να επαναθέτεις τις αναφορές σου.
* Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, επ. καθηγητής της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ
Θυμούνται τον Δάσκαλο και συνεργάτη
Μαρινα Λαμπρακη-Πλακα
Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, ομότιμη καθηγήτρια της ΑΣΚΤ
«Με τον Γιάννη Μόραλη ήμασταν συνάδελφοι. Με ψήφισε στην ΑΣΚΤ το ΄75 για τη θέση της καθηγήτριας, ενώ όταν έγινε η μεγάλη αναδρομική του έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη το 1988- χαρίζοντας περίπου 70 έργα του- του πήρα μια συνέντευξη, όπου μου αποκάλυψε πολλά. Κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων της ΑΣΚΤ σχεδίαζε συνέχεια και φρόντιζε να επεμβαίνει ειρηνικά. Για να εκτονώσει τα πνεύματα έλεγε κάποιο από τα περίφημά του ανέκδοτα, καθ΄ ότι μάστορας μεγάλος και συλλέκτης ανεκδότων. Ξέρετε, είχε μεγάλη συλλογή και πολύ χιούμορ. Κατά τ΄ άλλα ήταν ένας άνθρωπος με παραδειγματικό ήθος. Ηταν λιτός και πάντοτε καλοντυμένος. Φορούσε γκρίζο ή μπλε σακάκι, μπλέιζερ με υπέροχες γραβάτες και είχε ένα πολύχρωμο, μεταξωτό μαντιλάκι στην τσέπη του. Ηταν, δε, τακτικός σαν γιατρός. Φορούσε τη λευκή του ρόμπα και είχε τα πινέλα του πάντα σε μεγάλη τάξη. Στο αριστερό του χέρι διέκρινες πάντα ένα παλιό δαχτυλίδι “σεβαλιέ”. Ο Μόραλης έκανε όλες τις πρακτικές λειτουργίες με το δεξί και τις καλλιτεχνικές με το αριστερό. Στη ζωγραφική αυτό έχει τεράστια σημασία, δεδομένου τού ότι “διαβάζουμε” τους πίνακες σαν κείμενα. Αν, για παράδειγμα, αναποδογυρίσουμε την Γκερνίκα, ο πίνακας “σωριάζεται”. Είναι σημαντική η δική μας η ματιά, η ματιά των “δεξιόστροφων” πάνω στον πίνακα που ζωγράφισε ο αριστερόχειρας Μόραλης. Η ζωή και το έργο του είχαν μια ευανάγνωστη γεωμετρία. Αυτό δεν σημαίνει ότι ως άνθρωπος δεν ήταν ερωτικός. Ο Μόραλης αγαπούσε πολύ τη γυναίκα. Εκανε μάλιστα τρεις γάμους. Θα έλεγα ότι ήταν το παραπλήρωμα της ζωγραφικής Τσαρούχη. Ο ένας ύμνησε τον άνδρα και ο άλλος τη γυναίκα. Ηταν, τέλος, ο μοναδικός από τη γενιά του ΄30 που μορφολογικά εμπνεύστηκε από την αρχαιότητα και ιδίως από τις επιτύμβιες στήλες. Το έργο του μάλιστα έχει ένα από τα χαρακτηριστικά των στηλών όπως το ανέφερε για τη ζωφόρο του Παρθενώνα ο Σικελιανός: το “μακάριο πένθος”. Το ότι τη ζωή, δηλαδή, ακόμη και στο πένθος της την υπονομεύει ο θάνατος».
Τριανταφυλλος Πατρασκιδης
Ζωγράφος, τ. πρύτανης της ΑΣΚΤ
«Ηταν πραγματικά σημαδιακό... Το Σάββατο 19 Δεκεμβρίου τελείωνε στην ΑΣΚΤ η έκθεση “Δάσκαλος και μαθητές- καθηγητές της ΑΣΚΤ” που με δική μου πρωτοβουλία διοργανώθηκε για τον Γιάννη Μόραλη και μία ημέρα μετά εκείνος έφυγε από τη ζωή. Αποφασίσαμε λοιπόν να την παρατείνουμε ως τις 10 Ιανουαρίου- αν και ο ίδιος πρέπει να σας πω ότι ήθελε να μας αποτρέψει να την πραγματοποιήσουμε. “Αφήστε να φύγω και μετά... ” μου έλεγε, φράση η οποία παρέπεμπε στον περίφημο αυτοσαρκασμό του. “Πάνε όλοι αυτοί, έφυγαν” θυμάμαι ότι ανέφερε για τους συνοδοιπόρους του, όπως ο Κουν, ο Τσαρούχης και άλλοι. “Εγώ απλά θα κλείσω την πόρτα”. Ο ίδιος δεν μίλαγε πολλές φορές για τη δουλειά του. Αν δεν απατώμαι, ο Μόραλης δεν θα έπρεπε να έκανε περισσότερες από 10 εκθέσεις στη ζωή του. Και αυτό ήταν ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα που μας έδωσε: η οικονομία. Και ό,τι έχουμε να θυμόμαστε από τον Γιάννη Μόραλη έχει να κάνει με την πράξη. Με το μέτρο, με τις κινήσεις, με την ισορροπία στη δουλειά. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 τον είχα συναντήσει στην Αίγινα. Συμφάγαμε, συνήπιαμε και συν-τραγουδήσαμε, αφού είχα φέρει μαζί την κιθάρα μου. Την τελευταία ημέρα που τον είδα, έναν μήνα πριν στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη, το θυμήθηκε: “Θυμάσαι που τραγουδάγαμε τα απαγορευμένα; ” μου είπε. Κι έτσι ήταν. Εποχή της δικτατορίας τότε κι εμείς λέγαμε Θεοδωράκη».
Δημητρης Μυταρας
Ζωγράφος, ομότιμος καθηγητής της ΑΣΚΤ
«Με τον Μόραλη είχαμε μια μακρά σχέση μαθητή, συνεργάτη και συναδέλφου, ενώ διατηρούσαμε πάντα μια φιλία, χωρίς όμως υπερβολές. Νομίζω ότι με εμπιστευόταν. Οσο για μένα, δεν τον εκτιμούσα μόνο αλλά τον αγαπούσα κιόλας, διότι ήταν ένας άνθρωπος που σε πήγαινε πιο πέρα. Ηταν ένας δάσκαλος με κύρος. Ηταν μια περίπτωση ανθρώπου που έχει λείψει σήμερα, όπου δεν ξέρουμε σε ποιον να πιστέψουμε. Ηταν ο έντιμος άνθρω πος που του έχεις εμπιστοσύνη. Ηταν ένα φωτεινό παράδειγμα ενός καλλιτέχνη που έκανε καλά τη δουλειά του και δεν αγαπούσε τις δημόσιες σχέσεις. Ηταν ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα- αν και δεν μ΄ αρέσουν τα “χοντρά” λόγια. Με τον θάνατό του μένει ανάμεσα στους μεγάλους της γενιάς του: Ελύτης, Σεφέρης, Τσαρούχης. Και είναι μια μεγάλη κουβέντα ποιοι σήμερα τους αντικαθιστούν».
Ζαχαριας Αρβανιτης
Ζωγράφος, καθηγητής της ΑΣΚΤ
«Ο δάσκαλός μου, Γιάννης Μόραλης, πέθανε στα 93 του, πλήρης ημερών, με διαύγεια πνεύματος και χιούμορ. Αφησε, μεταξύ άλλων, το κενό της φυσικής παρουσίας του μέσα στην πόλη. Κυκλοφορούσε καθημερινά το μεσημέρι περίπου τρεις ώρες με τη συνοδεία του Πασχάλη για να πιει καφέ όρθιος στο “Da Capo”, να περάσει από την Γκαλερί Ζουμπουλάκη και το Μουσείο Μπενάκη, να επισκεφθεί τις εκθέσεις που ήθελε να δει και να γευματίσει στου “Φιλίππου”. Είχαμε λοιπόν την ευκαιρία να τον συναντούμε και να χαιρόμαστε την παρουσία του, που ήταν για εμάς ζωογόνος. Από την περασμένη Κυριακή, όπως και πριν βέβαια, αλλά ακόμη περισσότερο τώρα, καλύπτουμε αυτό το κενό ακουμπώντας στο έργο του που είναι ρωμαλέο, λιτό, ευαίσθητο και εξαιρετικό, όπως και ο ίδιος. Μένουμε λοιπόν με το έργο του, την αγάπη και τη ζεστασιά του λόγου και των συμβουλών του τόσο για την τέχνη όσο και για τη ζωή, τη στάση του απέναντι στα πράγματα και την ευγένειά του. Ως μαθητής του και συνεργάτης του για επτά χρόνια στο Α΄ Εργαστήριο Ζωγραφικής της ΑΣΚΤ από το 1976 ως το 1983 που συνταξιοδοτήθηκε αισθάνομαι ανεξίτηλα χαραγμένη μέσα μου τη διδαχή του σε όλα τα επίπεδα».
Χρονης Μποτσογλου
Ζωγράφος, ομότιμος καθηγητής της ΑΣΚΤ
Πεγκυ Ζουμπουλακη
Ιδιοκτήτρια της Γκαλερί Ζουμπουλάκη
Ενας αιώνας Μόραλης
Ο ζωγράφος, γλύπτης και σκηνογράφος που σφράγισε με την πορεία του τη νεοελληνική τέχνη έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών. Η φυσιογνωμία του δεν θα λείψει μόνο από την καλλιτεχνική ζωή του τόπου αλλά και από τη ζωή της πόλης
Δύσκολο να φανταστεί κανείς το πώς είναι να έχει διατρέξει με τη ζωή του όλον τον τρομερό 20ό αιώνα και να έχει κλέψει και μια γερή ματιά πέρα από τον ορίζοντα του 21ου. Θα ήταν επόμενο όμως το παρελθόν να τον δεσμεύει, τουλάχιστον περισσότερο απ΄ όσο τους νεότερους, να τον κάνει αυτό που λέμε «συντηρητικό». Και όμως, ο Γιάννης Μόραλης, παρά τη μακρά πορεία του, είχε το εξής να πει: «Ξέρετε, εμένα δεν μου αρέσει αυτό που λένε καμιά φορά: “Αχ, τότε ήταν αλλιώς!”. Εκείνη η εποχή ήταν άλλη. Και τώρα είναι άλλη».
Ο ζωγράφος, γλύπτης και σκηνογράφος που σφράγισε με την πορεία του τη νεοελληνική ζωγραφική έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών. Απεβίωσε την περασμένη Κυριακή, στο σπίτι του, στα 93 του χρόνια, καταπονημένος τους τελευταίους μήνες, καθώς τον εγκατέλειπαν οι δυνάμεις του. Κατά τη μακρά και πλούσια ζωή του ο Γιάννης Μόραλης τιμήθηκε με πολλά βραβεία και επαίνους, μεταξύ άλλων το μετάλλιο του Ταξιάρχη του Φοίνικα, το Αριστείο Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών, το μετάλλιο του Ταξιάρχη της Τιμής κ.ά. Το 1988 η Εθνική Πινακοθήκη διοργάνωσε μεγάλη αναδρομική έκθεση, παρουσιάζοντας το σύνολο του έργου του. Αλλά λίγο είχαν αλλάξει όλες αυτές οι τιμές τις συνήθειές του: ο ζωγράφος δεν θα λείψει μόνο από την καλλιτεχνική ζωή του τόπου αλλά και από τη «ζωή της πόλης», γνώριμη φυσιογνωμία καθώς ήταν, κατηφορίζοντας για καφέ στο «Μπραζίλιαν» ή περνώντας από την γκαλερί Ζουμπουλάκη.
Μολονότι θεωρείται ο τελευταίος της Γενιάς του ΄30, ο Γιάννης Μόραλης άφησε το στίγμα του κυρίως μεταπολεμικά, αφομοιώνοντας πληθώρα επιρροών και κινούμενος με ευκολία ανάμεσα σε πάμπολλα καλλιτεχνικά ιδιώματα. Γεννημένος στην Αρτα το 1916, ο Γιάννης Μόραλης έζησε στην Πρέβεζα από το 1922 ως το 1928, εμφανίζοντας κλίση προς την τέχνη από μικρή ηλικία. Το 1931 ακολούθησε την προετοιμασία για τις εισαγωγικές εξετάσεις της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, παρακολουθώντας το προπαρασκευαστικό τμήμα του Δημητρίου Γερανιώτη, όπου γνωρίστηκε με τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Χρήστο Καπράλο και τον αδελφικό του φίλο Νίκο Νικολάου. Πέτυχε στις εξετάσεις και παρακολούθησε το εργαστήριο του Κωνσταντίνου Παρθένη αλλά, όπως αφηγούνταν ο ίδιος στο «Βήμα», «δεν άντεξα πολύ. Δύο μήνες. Εγώ τότε ζωγράφιζα εντελώς διαφορετικά. Ο αγαπημένος του ήταν ο Νικολάου...». Προτίμησε τελικά το εργαστήριο του Ουμβέρτου Αργυρού, ταυτόχρονα ωστόσο γράφτηκε και στο νεοσύστατο εργαστήριο χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού. «Αυτός που ήταν πραγματικός δάσκαλος» έλεγε ο Γιάννης Μόραλης, «όχι μόνο ως χαράκτης, μας μάθαινε και για τη ζωγραφική, αυτός που ήταν δάσκαλός μου, φίλος μου, τα πάντα, ήταν ο Κεφαλληνός. Για ό,τι ήθελα, για προβλήματα με κοπέλες, ας πούμε, πήγαινα σ΄ αυτόν. Ητανε κάποτε μια κοπέλα και εγώ την ήθελα και παντρευόταν. Και βγάζει ο Κεφαλληνός το πορτοφόλι του και μου δίνει ένα πεντακοσάρικο και μου λέει: “Κλέφ΄ τηνα!”».
Το 1936 ο Γιάννης Μόραλης με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών φεύγει για τη Ρώμη, όπου παρακολούθησε μαθήματα τοιχογραφίας και μωσαϊκού. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, παρακολουθώντας στην Εcole des Αrts et Μetiers μαθήματα ψηφιδωτού και στην Εcole Νationale des Βeaux-Αrts μαθήματα ζωγραφικής. Το 1939, με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επέστρεψε στην Ελλάδα και το 1941 νυμφεύθηκε τη Μαρία Ρουσσέν, την πρώτη του γυναίκα, από την οποία χώρισε το 1945. Το γυναικείο φύλο ήταν πάντοτε ένα ισχυρό ενδιαφέρον στη ζωή του Γιάννη Μόραλη, όχι μόνο από προσωπική άποψη- νυμφεύθηκε άλλες δύο φορές, το 1947 τη γλύπτρια Αγλαΐα Λυμπεράκη, από την οποία χώρισε το 1955, και το 1996 τη Γιάννα Βασσάλου- αλλά και από καλλιτεχνική: το ερωτικό στοιχείο κατέχει κεντρική θέση στη δουλειά του.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Μόραλης κέρδιζε τα προς το ζην από τη συντήρηση έργων τέχνης. Το 1947 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο προπαρασκευαστικό τμήμα της ΑΣΚΤ, ενώ το 1953 έγινε τακτικός καθηγητής εργαστηρίου ζωγραφικής, θέση που διατήρησε ως το 1983, διδάσκοντας πολλούς καταξιωμένους σήμερα καλλιτέχνες της Ελλάδας. Το 1949, μαζί με τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Νίκο Νικολάου και τον Νίκο Εγγονόπουλο, ίδρυσε την καλλιτεχνική ομάδα «Αρμός», στης οποίας και τις τρεις εκθέσεις συμμετείχε.
Την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα ο Γιάννης Μόραλης την έκανε το 1959 στην αίθουσα τέχνης «Αρμός» και τη δεύτερη στην γκαλερί «Χίλτον», όπου εξέθεσε τη περίφημη σειρά έργων «Επιτύμβια». Τη μακρά συνεργασία του με την γκαλερί Ζουμπουλάκη την ξεκίνησε το 1972. Ως το 2006 και τη δέκατη και τελευταία του ατομική έκθεση στην Αθήνα, κάθε καινούργια δουλειά του παρουσιάστηκε εκεί. «Ξέρετε από πότε γνωριζόμαστε;» έλεγε ο Μόραλης για την Πέγκυ Ζουμπουλάκη, ιδιοκτήτρια της γκαλερί. «Πολλά χρόνια. Από εκείνο το μαγαζί στην Αγίας Ζώνης! Με τους σβίγγους! Είχαμε βγει και φάγαμε σβίγγους». Προσηνής και ευδιάθετος, με μια ήπια αλλά ακριβή αίσθηση του χιούμορ, ο Γιάννης Μόραλης μιλούσε συχνά με τέτοιον, απλό, σχεδόν αστείο τρόπο για συνεργασίες και συνομιλίες, σχέσεις και πνευματικές αναζητήσεις που στους νεότερους φαντάζουν θρυλικές.
Σε μια από τις μεσημεριανές επισκέψεις του στην γκαλερί Ζουμπουλάκη είχα βρεθεί εκεί για να του μιλήσω, μολονότι ήξερα ότι δεν έδινε συνεντεύξεις. «Θα σας πω γιατί δεν μου αρέσει η συνέντευξη» μου είπε. «Ξεκάθαρα. Εγώ ζωγράφος είμαι. Οταν πω κάτι για ένα έργο και μετά το δω γραμμένο, λέω “Δεν είναι αυτό”. Κι εγώ που το είπα λέω: “Ετσι το είπα;”. Μπορεί και να το είπα έτσι αλλά, καταλαβαίνετε, έτσι περιορίζεσαι. Αμέσως μπαίνει ένας φραγμός στη σκέψη σου. Αν θέλετε να λέμε ανέκδοτα, μετά χαράς, όσα θέλετε!».
«Με τους μαθητές σου όμως δεν ήσουν έτσι» είχε πει σε εκείνη τη στιγμή η Πέγκυ Ζουμπουλάκη. «Αλλο αυτό» απάντησε ο Μόραλης. «Τους έλεγα πάντοτε ότι αυτό που φιλοδοξώ είναι να μάθετε να διαβάζετε μόνοι σας το έργο σας. Αλλά από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι απλά. Α Β C είναι». «Α Β C»γι΄ αυτόν, ίσως.
Thursday, December 24, 2009
Η γυναίκα στον Μόραλη
Απρόβλεπτα τα παιχνίδια της ζωής. Το περασμένο Σάββατο εγκαινιαζόταν στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς η μεγάλη αναδρομική έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη, την Κυριακή έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών ο Γιάννης Μόραλης. Δύο κορυφαίοι ζωγράφοι που σφράγισαν την ελληνική τέχνη στον 20ό αιώνα, δύο σημαντικοί εκπρόσωποι της γενιάς του '30, που εξέφρασαν με τον δικό του τρόπο ο καθένας την περίφημη «ελληνικότητα».
Ωστόσο, όσο ο Τσαρούχης ύμνησε το γυμνό ανδρικό σώμα άλλο τόσο ο Μόραλης λάτρεψε τη γυναίκα. Την αποτύπωσε στα έργα του αρχικά με ρεαλιστικό και αργότερα με αφαιρετικό τρόπο. Πάντα όμως ερωτική, θηλυκή, λυρική, γεμάτη συναισθήματα, μνήμες και συμβολισμούς: από τα γυμνά που ζωγράφισε σε κλασικό ύφος στα τέλη της δεκαετίας του '30 στο Παρίσι ως τις προσωπογραφίες γυναικών του οικογενειακού και φιλικού του κύκλου· από τα νεανικά ζευγάρια και τα κορίτσια με τη «διάφανη αθωότητα», ώς τα δημοφιλή γεωμετρικά ερωτικά του, όπου τα σώματα σμίγουν με αρμονία και ελευθερία· από τα «Επιτύμβια» με γυμνές ξαπλωμένες και όρθιες φιγούρες που κρατούν σεντόνια, ως τα «Επιθαλάμια» που συγκίνησαν τον Οδυσσέα Ελύτη: «Τα χώματα της Αττικής και της Αίγινας, τα σώματα των νέων κοριτσιών, το φως το ταυτόσημο μιας φυσικής και ηθικής ευγένειας τα βλέπουμε στα τελευταία έργα του Μόραλη ν' αναδύονται κάποτε με μια υγρασία θαλασσινή, σαν μεγεθυσμένα θραύσματα από αρχαίες ληκύθους, ή μικρυμένες νωπογραφίες τόπων λατρείας που χάθηκαν για πάντα».
Ενα πρώιμο γυμνό που ο Μόραλης φιλοτέχνησε το 1939 έχει στάση οδαλίσκης. Είναι άλλωστε η εποχή που ο ζωγράφος βρίσκεται σε γαλλικό έδαφος, επισκέπτεται τα μεγάλα μουσεία με τα κλασικά αριστουργήματα, ενώ ο μοντερνισμός δεν τον αφήνει ανέγγιχτο. «Η δημιουργία του πίνακα κράτησε σχεδόν έναν χρόνο, όσο βρισκόμουν στο Παρίσι. Το μοντέλο ήταν πρώην χορεύτρια, νέα και όμορφη κοπέλα, η οποία έπαθε φυματίωση και αναγκάστηκε ν' αφήσει τον χορό» αφηγείται ο ίδιος στον κατάλογο της αναδρομικής έκθεσης «Γ. Μόραλης. Μια ανίχνευση», που οργάνωσε πριν από δύο χρόνια στην Ανδρο το Ιδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή. «Ποζάριζε και, επειδή ποζάριζε με τις ώρες, έτρωγε, και το πίσω μέρος, που δεν φαίνεται στον πίνακα, είναι γεμάτο φιστίκια και φλούδες από πορτοκάλια».
Ο μεγάλος δάσκαλος δημιούργησε ένα έργο «ελληνικό», που φτάνει ως την αρχαιότητα, φιλτραρισμένο από τα εικαστικά ρεύματα της εποχής του, εμποτισμένο από προσωπικά βιώματα. Χωρίς επιτήδευση, αλλά με επίγνωση. «Πάντα μου άρεσε να είναι άσπρο το κεφάλι όταν ζωγραφίζω γυναίκες. Θα μου πεις, και στην αρχαιότητα άσπρες κάνανε τις γυναίκες, κεραμιδί τους άντρες» έχει γράψει. «Ο πρώτος μου έρωτας στην Πρέβεζα, πριν έρθουμε στην Αθήνα, θα ήμουν εννιά-δέκα χρόνων, στο σχολείο, ήταν συμμαθήτριά μου και είχε και ένα ωραίο όνομα, Ματθίλδη. Το πρόσωπό της ήταν φιλντισένιο, κάτασπρο, με πολύ μαύρα μαλλιά».
Μαύρα μαλλιά είχε και η πρώτη του σύζυγος, Μαρία Ρουσέν, όταν τη ζωγράφισε το 1943, σχεδόν νιόπαντρη. Στον γνωστό πίνακα φοράει καπέλο, ριγέ σακάκι, ενώ το ένα της χέρι ακουμπάει το γάντι της. «Λοιπόν αυτά τα γάντια -μου το είχε πει τότε η ίδια η Μαρία- της τα είχε χαρίσει ο πατέρας του Χατζηκυριάκου - Γκίκα (...) Της τα χάρισε, γιατί η Μαρία είχε μικρό χεράκι και της είπε: "Μαρία μου, εσένα θα σου πηγαίνει", γιατί η μητέρα του Χατζηκυριάκου του Γκίκα είχε μικρά χέρια, λεπτά. Μάλιστα, τα βρήκα αυτά τα γάντια προ ετών, τα τελευταία χρόνια πριν πεθάνει ο Γκίκας, του τα έδωσα και συγκινήθηκε».
Ο Μόραλης χρησιμοποιούσε μοντέλα για τα έργα του. Κάποια στιγμή μια μαθήτριά του από τη Σχολή Καλών Τεχνών του κέντρισε την προσοχή καθώς σχεδίαζε καθιστή. Ετσι, έγινε το μοντέλο στο «Κορίτσι που ζωγραφίζει» (1971). Οπως ο ίδιος αφηγείται: «Πήγα στο ατελιέ, έκανα το πρόχειρο σχέδιο του έργου, αλλά δεν είχα τελάρο τετράγωνο. Είχα δύο στενόμακρα, τα ένωσα και είπα: στο κάτω κάτω, είναι και πιο καλό αυτό. Γιατί; Δεν θέλεις να βλέπεις το έργο συνέχεια; Το κλείνεις και το ξανανοίγεις!»
Από τα πρώτα πορτρέτα που έκανε, μάλιστα μέσα στην Κατοχή, απεικονίζει σε φυσικό μέγεθος τη Μαρία, τη γυναίκα που είχε αναλάβει τη φροντίδα του γιου του, Κωνσταντίνου. Στη συνέχεια ζωγράφισε και την κόρη της, Φανή, ένα δροσερό πορτρέτο κοριτσιού που αφήνει την παιδική ηλικία και μπαίνει στην εφηβία. «Η Φανή ζούσε μαζί μας, έβγαινε στον κήπο όλη την ώρα, ανέβαινε στα δέντρα. Το πορτρέτο της έγινε καλοκαίρι» έχει πει.
Στον ίδιο κήπο εμπνεύστηκε συνθέσεις αφαιρετικές, όπως το «Αγαλμα στον κήπο» (1997), όπου το γυναικείο σώμα μοιάζει με λουλούδι. Ο ίδιος εξηγεί: «Η δεύτερη γυναίκα μου, η Μπούμπα, γλύπτρια, έκανε αγάλματα στο σπίτι που είχαμε στη Νέα Κηφισιά. Και δεν είναι μόνο αυτό. Τα έβλεπα και στα νεοκλασικά τα σπίτια, που έχουν αγάλματα στον κήπο, ή στα νεκροταφεία. Στον πίνακα, όμως, δίπλα από το άγαλμα που είναι η άσπρη φιγούρα, δεν κάνω φυτά, αλλά κάνω και εδώ σχήματα που υπακούνε στον ίδιο ρυθμό».
Προφητικός αποδείχθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις που χαρακτήρισε από νωρίς τον Γιάννη Μόραλη «τελευταίο ευπατρίδη της αληθινής ζωγραφικής». Γιατί υπηρέτησε τη ζωγραφική από το άλφα ώς το ωμέγα. Με όλους τους τρόπους, με νεανικό πάθος, με αφοσίωση, έως τα 90 χρόνια του. Ακόμα και τα σκηνικά και τα κοστούμια για τις «Εξι λαϊκές ζωγραφιές», σε χορογραφία Ραλλούς Μάνου, είχαν την ποιότητα της ζωγραφικής. Ακόμα και τα διακοσμητικά που φιλοτέχνησε για δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, όπως για την πρόσοψη του «Χίλτον», τα εξώφυλλα που έκανε για ποιητικές συλλογές του Ελύτη και του Σεφέρη, τα σχέδια και τα γλυπτά του συμπληρώνουν ή συνεχίζουν τη ζωγραφική του. Μια ζωγραφική λιτή και πολύπλοκη, που εμπεριέχει ταυτόχρονα τη χαρά του έρωτα και το πένθος του θανάτου. *
Μάνος Χατζιδάκις: «Κάπου κοντά και κάπου μακριά από τη ζωγραφική»
Ανάμεσα σε όλες τις υπέροχες γυναίκες και τα κορίτσια του Γιάννη Μόραλη που θαυμάζουν δεκαετίες τώρα οι φιλότεχνοι, υπάρχει μία που δεν θα εκτεθεί ποτέ.
Είναι το κορίτσι του έργου της φωτογραφίας, που γέρνει ευλαβικά σε μια σκευοφόρο, ενώ δεξιά της φιλιούνται σαν σκιές δύο εραστές. Το έργο αυτό καταλαμβάνει έναν ολόκληρο τοίχο του γραφείου του Μάνου Χατζιδάκι, κι ήταν ένα δώρο-έκπληξη που του έκανε ο φίλος του ζωγράφος. Το 1962, ο Μόραλης αξιοποίησε την απουσία του συνθέτη σ' ένα ταξίδι και, αφού συνεννοήθηκε με τη μητέρα του, φιλοτέχνησε το έργο στο καινούριο, τότε, σπίτι του, στην οδό Ρηγίλλης. «Το είδα τελειωμένο σαν επέστρεψα, να με περιμένει απρόοπτο κι επιβλητικό», έγραψε αργότερα ο Χατζιδάκις. «Κι ένιωσα την ενότητα που μου παρείχε σ' ό,τι είχα ζήσει και σ' ό,τι έμελλε να ζήσω».
Πολύ αργότερα, τον Νοέμβριο του 1988, με αφορμή τη βράβευση του Μόραλη από τον Δήμο Αθηναίων, ο Χατζιδάκις μίλησε για το έργο του φίλου του, αρχίζοντας από τον τρόπο που απεικόνιζε τις γυναίκες: «Ωραίες Κυρίες στα τελάρα ενός αρχοντικού της οδού Πλουτάρχου μού φανερώναν τελειότητα, κομψότητα αλλά και μια διείσδυση στο ανεξερεύνητο μυστήριο της γυναικείας φύσης. Κάτι που δεν μπορούσα ν' αντιληφθώ όσο κι αν ήθελα, ούτε στο βλέμμα της μητέρας μου, ούτε στης αδερφής μου, ούτε στων κοριτσιών που εκείνο τον καιρό έκανα παρέα. Τον ρώτησα και μου απήντησε: αυτό είναι η Ζωγραφική.
»Μετά βρισκόμουνα κοντά του, σαν μετασχηματιζότανε από Ευρωπαίος σε λαϊκός Ελληνας. Λαϊκός, τρόπος του λέγειν. Ποτέ δεν έπαψε να είναι αυστηρός και πάνω από τις τάξεις. Ποτέ μέσα σ' αυτές, ηδονιζόμενος απ' τα χαρακτηριστικά και τις ιδιομορφίες των καταγωγών και των πεποιθήσεων. Σχηματοποιούσε τις φόρμες των εργατών, τις φούστες των γυναικών στις συνοικίες και τα ατίθασα μαλλιά των λαϊκών χορευτών. Τα χρώματα πάψαν να είναι σκοτεινά και διαχέοντα. Απέκτησαν σαφήνεια και μια ελληνική -θα έλεγα- καθαρότητα. Το μπλε, το κεραμιδί, το άσπρο, το γαλάζιο και το μαύρο. Αν και υποψιαζόμουν, τον ρώτησα πού πάει. Και μου απάντησε: στη Ζωγραφική.
»Τώρα ποια δεν είμουν ανυποψίαστος. Τον έβλεπα σιγά σιγά να παρατάει τις μορφές, να κάνει σχήματα, ρολόγια, πέτρες αρχαϊκές με αγριολούλουλα, μνήμες επιταφίου, στίχους με αναφορές νεφών κι αρχαίων γυναικών, πότες με αετώματα νησιώτικων οινομαγειρείων, χρωματικές επιφάνειες εφήβων. Κι όλ' αυτά, μακριά από το γραφικό κι από την ψεύτικη ηδονή του απλοϊκού. Τον ρώτησα πού βρίσκεται και μ' απαντά: πολύ πιο πριν απ' τη Ζωγραφική. Κάπου κοντά της και κάπου μακριά της».
- Της ΠΑΡΗΣ ΣΠΙΝΟΥ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009
