Showing posts with label Μιγάδης Γιάννης. Show all posts
Showing posts with label Μιγάδης Γιάννης. Show all posts

Wednesday, September 24, 2008

ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΜΕ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΑ 82 ΤΟΥ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΓΑΔΗΣ

«Η ζωγραφική είναι η καταδίκη μου,  όχι με την έννοια της τυραννίας ή της  τιμωρίας. Είναι το πεπρωμένο και  αυτό το λέμε όλοι οι ζωγράφοι» λέει  ο Γιάννης Μιγάδης

«Πρέπει να τολμάμε τα αθόρυβα»

Της Παρασκευής Κατημερτζή, TA NEA: Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

«Καμαρώνω που είμαι Ρωμιός και δεν θέλω να μιμούμαι τους Βησιγότθους» δηλώνει ο ζωγράφος Γιάννης Μιγάδης, μαθητής του Κ. Παρθένη, που πιστεύει στην ελληνικότητα
Τον αποκάλεσαν «Τσέχωφ του Ελληνικού Τοπίου», ποπ, σουρεαλιστή, χαμηλόφωνο, προσπάθησαν να τον εντάξουν στον κριτικό ρεαλισμό. Τον κατηγόρησαν ότι «πάει με την άμαξα» όταν οι άλλοι τρέχουν με το αεροπλάνο. Ο Γιάννης Μιγάδης, στα 80 και κάτι του, απτόητος, τρυφερός και ελαφρώς ειρωνικός, καταφθάνει με τον αραμπά του και εκθέτει εκατό εκλεκτά έργα- σχέδια, πίνακες, θεατρικές μακέτες στην πρώτη αναδρομική του έκθεση στην Αθήνα, που υλοποιείται με καθυστέρηση δεκαετιών. Το έμβλημά του «Να τολμάς τα αθόρυβα. Να κωφεύεις στα εγγυημένα ρεύματα» μοιάζει σήμερα πιο επίκαιρο και επιτακτικό. Τι κακό έχουν τα ρεύματα; «Είναι σαν να σε παίρνουν από το χέρι να σε πάνε όπου θέλουν. Αν σ΄ αρέσει το ρεύμα, το ακολουθείς. Έχει μια δύναμη. Μπορεί να σε παρασύρει».
  • Τι πιστεύετε ότι εκομίσατε «εις την τέχνη»;
Δεν νομίζω ότι έχω εφεύρει κάτι καινούργιο. Μου φαίνεται αρκετά τολμηρό ότι ζωγραφίζω όπως νιώθω.
  • Κάτι για το οποίο είστε υπερήφανος...
Το ξέρω ότι είμαι αληθινός. Όταν ένα έργο είναι αληθινό, αγγίζει όλο τον κόσμο. Τα καλά είναι καλά για όλους και για τη ζωγραφική και για τον εαυτό τους. Σε κάποιους αυτό φαίνεται λίγο, αλλά όταν ζωγραφίζω είμαι πλήρης. Δεν κοροϊδεύω. Ό,τι κάνω, το κάνω με αγάπη. Όχι μόνο με πινέλα και χρώματα. Η ζωγραφική με συντηρεί και με δικαιώνει.
  • Έχετε κερδίσει πολλές διακρίσεις- μέχρι και η Ακαδημία Αθηνών σας τίμησε για τα έργα σας. Τι σημαίνει να θεωρείσθε χαμηλόφωνος;
Είμαι και εγώ υπεύθυνος γι΄ αυτό. Για εμένα η ζωγραφική είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση. Μια δική μου εξομολόγηση. Δεν την έκανα δημόσιο θέαμα και άκουσμα. Δεν το ΄χα ανάγκη αυτό. Δεν ζωγραφίζω για να μείνω αθάνατος ή για τους άλλους. Είναι μια ανάγκη προσωπική. Σ΄ όλη μου τη ζωή δεν έκαμα τίποτ΄ άλλο. Και τα σκηνικά που έκανα ήταν ζωγραφική. Δεν μπορείς να είσαι εύκολος, να είσαι πασπαρτού.
  • Δεν σας καίει η επιθυμία της καθιέρωσης της επιτυχίας, να βγάλετε χρήματα;
Λάθος. Άλλο πράγμα η επιτυχία, άλλο τα χρήματα. Μοιραία, βγήκανε και κάποια χρήματα από το θέατρο και τον κινηματογράφο, αλλά στη ζωγραφική ποτέ. Υπήρχε όμως πάντα ένας φόβος για τη ζωγραφική και υπάρχει, πιστεύω, σε όλους τους ζωγράφους. Όλοι αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας, για το δυναμικό της δουλειάς μας και το αν αφορά έναν ευρύτερο κύκλο. Το χαμηλόφωνο σχετίζεται μ΄ αυτό: Δεν θα ήθελα να μπαίνω στη μέση να παρουσιάζω κάτι άλλο απ΄ αυτό που είμαι.
  • Πώς αντιμετωπίζετε τον φόβο του θανάτου;
Επιβιώνω μέσα από τα έργα μου.
  • Ποια η σχέση σας με τη ζωγραφική;
Είναι μια φαγάνα. Τα θέλει όλα και είναι απαιτητική ερωμένη, Θα συνεχίσετε ώς το τέλος;
Αυτά που έχω κάνει δεν είναι αρκετά. Θέλω να βρω συγκινήσεις, αφορμές. Έχω φθάσει σ΄ ένα σημείο πληρότητας, σχεδόν αδιαφορίας. Πετώ πολλά πράγματα από τη ζωή μου, αλλά πρέπει να υπάρχουν πράγματα που θα τα βρω, που δεν τα ξέρω ακόμα.
  • Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, υπάρχει ελπίδα για την ελληνικότητα;
Δεν το σκέπτομαι. Το ξέρω αυτό. Στο Παρίσι είδα τον Ματίς και τόσα άλλα έργα. Θαύμαζα, διδασκόμουν, αλλά υπογείως υπήρχε η Ελλάδα. Βεβαίως υπάρχει γιαπωνέζικη τέχνη, αμερικανική. Όμως τα καλά έργα είναι καλά για όλους. Πιστεύω στο ελληνικό κύτταρο, πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Καμαρώνω που είμαι Ρωμιός, και δεν θέλω να μιμούμαι τους Βησιγότθους. Υπάρχει ελπίς. Απειλείται, αλλά δεν χάθηκε. Όσο υπάρχουν δέκα άνθρωποι υπάρχει παρηγοριά.
  • Ποιο ήταν το δίδαγμα από τον δάσκαλό σας στη Σχολή Καλών Τεχνών Κωνσταντίνο Παρθένη;
Όταν πρωτοείδα έναν πίνακά του ήταν το άνοιγμα, το άλφα. Ως δάσκαλος ήταν σπουδαίος. Δεν μιλούσε πολύ, αλλά αυτά που έλεγε για το σχέδιο, για τα ψυχρά και θερμά χρώματα ήταν ουσιαστικά. Γρήγορα τον πέταξαν από τη Σχολή. Το μεγάλο μάθημα του Παρθένη, που πέρασε σ΄ όλους τους μαθητές του, ήταν ο σεβασμός σ΄ αυτό που έκανε. Ότι η ζωγραφική είναι σοβαρή υπόθεση.
Μια αστική τάξη που βρικολάκιασε...
«Είμαι βαθύτατα ελεύθερος- για να μην το πω δημοκράτης. Για μένα η χούντα ήταν κάτι πέρα από τις δυνάμεις και από τη φαντασία μου», θα πει ο Γιάννης Μιγάδης μπροστά στα ζωγραφιστά πορτρέτα εκείνης της περιόδου, απόκοσμα και ανησυχητικά που έχουν ως αφετηρία παλιές οικογενειακές φωτογραφίες και καρτ ποστάλ με τις ωραίες του Μεσοπολέμου. Βλέποντάς τα, προκαλούν σήμερα αναστάτωση καθώς αποκαλύπτουν το πρόσωπο μιας παρωχημένης αστικής τάξης που βρικολάκιασε. Έργα όπως οι Αστοί, το Σχολαρχείο, η Οικογένεια, ο Μοναχογιός, οι Νεόνυμφοι, οι Γόησσες, οι Αγέρωχες κυρίες της οδού Στησιχόρου. Υπνοβατούν «στα όρια ανάμεσα στο πρόσωπο και το προσωπείο», σημειώνει η επιμελήτρια της έκθεσης, Αφροδίτη Κούρια.

Η έκθεση συμπληρώνεται με άγνωστα σχέδια, τοπία, αντικείμενα καθημερινά και ορισμένες μακέτες, χαρακτηριστικά δείγματα από τις 90 θεατρικές παραστάσεις που σκηνογράφησε.

ΙΝFΟ
Γιάννης Μιγάδης «Το χρώμα της μνήμης» στο Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη 1 και Βασ. Σοφίας. Τηλ. 210-
3671.000), έως 9 Νοεμβρίου.

Friday, September 19, 2008

Γιάννης Μιγάδης: Η ζωγραφική μου δεν είπε ποτέ ψέματα

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/09/2008

«Η ζωγραφική είναι η ζωή μου. Από 15 ετών ζωγραφίζω. Μεγάλωσα πια κι έχω φιλοτεχνήσει τόσα πολλά έργα που αρκετά τα έχω λησμονήσει». Πενήντα πέντε χρόνια ζωγράφος ο Γιάννης Μιγάδης. Ανθρωπος σεμνός, καλλιτέχνης της ουσίας και της μικρής κλίμακας, των «εσωτερικών» τόπων και τοπίων.

Ο Γιάννης Μιγάδης σήμερα στο ατελιέ του στο Κολωνάκι
Στη μεγάλη αναδρομική έκθεσή του με τίτλο «Το χρώμα της μνήμης», που εγκαινιάζεται τη Δευτέρα στο Μουσείο Μπενάκη της Κουμπάρη, ο μαθητής του Παρθένη, επιστήθιος φίλος του Τσαρούχη, του Χατζιδάκι και του Καββαδία, θα ξαναδεί συγκινημένος έργα που είχε «χάσει» τουλάχιστον για τρεις δεκαετίες.

«Είναι σαν να έρχονται από άλλο κόσμο», εξομολογείται.«Ηταν πολύ μεγάλη ευθύνη να ξαναβρω τα έργα μου και να τα δανειστώ. Στο τέλος, βέβαια, νιώθεις ικανοποίηση. Η αναδρομική είναι επιστέγασμα της δουλειάς χρόνων».

Εκτός από τις πολύ γνωστές προσωπογραφίες, τα τοπία και τις νεκρές φύσεις τού βραβευμένου και από την Ακαδημία Αθηνών καλλιτέχνη, η έκθεση στο Μπενάκη θα συμπεριλάβει κι ένα πολύ σημαντικό, αλλά ξεχασμένο, εν πολλοίς «χαμένο» κομμάτι της δουλειάς του: τις μακέτες σκηνικών και κοστουμιών που φιλοτέχνησε στο θέατρο.
Το έργο του Γ. Μιγάδη «Περιμένοντας» (1977) προέρχεται από τη συλλογή του Κώστα Μουρσελά
  • Τι πρόσωπα ζωγραφίζατε, κυρίως; Αστούς;
«Αστούς αλλά και λαϊκούς. Ολη την κοινωνία. Με ενέπνεαν οι άνθρωποι οι γελαστοί, οι ευτυχισμένοι, αλλά και οι... απόντες. Με έναν τρόπο, ο θάνατος με είχε αγγίξει. Με ενέπνεε, με συγκινούσε. Αυτά τα πορτρέτα, που... ξανάρχονται σήμερα λίγο σαν εφιάλτες, είναι καμωμένα από παλιές φωτογραφίες. Κι έχουν μια συγκίνηση -όλοι έχουμε αναμνήσεις από τους προγόνους μας, γονείς και παππούδες».
  • Τα «τσεχοφικά», όπως έχουν χαρακτηριστεί, τοπία σας πώς τα ξεκινήσατε;
«Κάποια στιγμή κατάφερα και βγήκα από τον κλοιό των πορτρέτων, γιατί ήταν ένα μπλοκάρισμα ψυχολογικό, και άρχισα να ζωγραφίζω περιβάλλοντα ζωντανά, πράγματα που υπήρχαν γύρω μου. Οι σκηνές από την ύπαιθρο ήταν σκηνές με ζωντανούς. Βγήκα κι έξω κι έκαμα θάλασσες και τοπία με έναν τρόπο εντελώς δικό μου, αν και ρεαλιστικό. Είναι γνωστές οι παραλίες μου. Ακόμα έρχονται και μου τις ζητάνε».
  • Η σκηνογραφία στο θέατρο πώς προέκυψε; Συνεργαστήκατε με τον Κουν, τον Μινωτή. Και στο σινεμά με τον Ντασσέν, τον Δαμιανό, τον Ορσον Γουέλς, αλλά και τον Μανθούλη.
«Είδε τα ζωγραφικά έργα μου ο Κάρολος Κουν, του άρεσαν. Και σκηνογράφησα τον "Βυσσινόκηπό" του, μαζί με αρκετά έργα του Τένεσι Ουίλιαμς που ανέβασε. Πάντα με γοήτευε το θέατρο και με έκλεβε από τη ζωγραφική».
  • Γιατί, λοιπόν, δεν το συνεχίσατε;
«Κάποια στιγμή είπα "είναι πολύ ωραία, γίνεται με συμμετοχή ψυχική, αλλά στο τέλος χάνεται. Ενώ ένα έργο ζωγραφικής μένει, είναι δικό σου". Και είπα "τέρμα". Συγκεντρώθηκα στη ζωγραφική. Και νομίζω πως έκανα πολύ καλά».
  • Είναι σαν να υποτιμάτε τη σκηνογραφία.
«Στη ζωγραφική είμαστε εμείς οι ίδιοι. Ο,τι έχουμε καταθέτουμε. Καταθέτουμε τον κόσμο μας, τις επιθυμίες μας, τις ανησυχίες μας, τις ενοχές μας. Είναι κάτι εντελώς προσωπικό. Είναι εξομολογήσεις. Οποτε δουλεύω, το κάνω από αγάπη. Ποτέ δεν ήμουνα επιχειρηματίας ζωγράφος. Ποτέ δεν προβλήθηκα με άλλο τρόπο πέραν του έργου μου. Μόνο ζωγράφιζα. Τα έργα μου λυπάμαι πολύ όταν τα αποχωρίζομαι. Δεν πουλώ εύκολα. Δεν θέλω να πουλώ όσα είναι σημαντικά για μένα».
  • Τι κάνει ένα έργο σημαντικό;
«Το θέμα και, φυσικά, το αποτέλεσμα».
  • Μισόν αιώνα ζωγράφος. Τη ζωγραφική τέχνη πώς τη βλέπετε μέσα στον χρόνο;
«Η ζωγραφική αλλάζει διαρκώς, κατά δεκαετία. Την εποχή που ήμουν στο Παρίσι, ήταν αφηρημένη, εξπρεσιονιστική. Σήμερα επιστρέφει σε ένα ρεαλισμό. Κι αυτό το βλέπεις και στα έργα των νεότερων. Είναι καλό που τα πράγματα κινούνται. Η ανανέωση είναι αναγκαία. Εγώ προσπάθησα να αλλάζω τεχνικές. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα».
Νεανική αυτοπροσωπογραφία του Γ. Μιγάδη. Ενα από τα έργα της έκθεσης
  • Κοιτώντας προς τα πίσω, μένετε ικανοποιημένος από τον εαυτό σας και το έργο σας;
«Γενικά, ικανοποιημένος είμαι. Για έναν λόγο: δεν είπα ποτέ ψέματα. Δεν επηρεάστηκα από πράγματα που είχαν επιτυχία και μπορεί και να μου αρέσαν. Ποτέ δεν μιμήθηκα κάτι. Ημουν ειλικρινής. Αν έχει κάποια επιτυχία η δουλειά μου, αυτό οφείλεται στο ότι μεταδίδει την αλήθεια».

* Η έκθεση του Γ. Μιγάδη στο Μπενάκη, που επιμελείται η ιστορικός τέχνης Αφροδίτη Κούρια, θα διαρκέσει ώς τις 9 Νοεμβρίου. *