Ο Παναγιώτης Τέτσης με υποδέχεται στον δεύτερο όροφο του Ιδρύματος Θεοχαράκη με μια αγκαλιά γλυκά λόγια και ένα άνθος. Μέσα στον εκθεσιακό χώρο επικρατεί μια χαρούμενη ακαταστασία: το συνεργείο που αναρτά τα έργα τα έχει τοποθετήσει ήδη στις κατάλληλες θέσεις στο δάπεδο, περιμένοντας τον ζωγράφο να δώσει την τελική του έγκριση για να μπουν τα καρφιά στον τοίχο.
Wednesday, May 6, 2015
Π. Τέτσης: «Ναι, η ομορφιά μπορεί να μας σώσει»
Ο Παναγιώτης Τέτσης με υποδέχεται στον δεύτερο όροφο του Ιδρύματος Θεοχαράκη με μια αγκαλιά γλυκά λόγια και ένα άνθος. Μέσα στον εκθεσιακό χώρο επικρατεί μια χαρούμενη ακαταστασία: το συνεργείο που αναρτά τα έργα τα έχει τοποθετήσει ήδη στις κατάλληλες θέσεις στο δάπεδο, περιμένοντας τον ζωγράφο να δώσει την τελική του έγκριση για να μπουν τα καρφιά στον τοίχο.
Thursday, April 23, 2015
Νικητής της αναμέτρησης με το μεγαλειώδες της φύσης
Συναντηθήκαμε προχθές στον δρόμο. Συγκυριακά. Περπατούσε μπροστά μου, με βήμα σταθερό και κορμό ευθυτενή, πηγαίνοντας προς το σπίτι του, στο Κολωνάκι. Φέρει τα 90 του χρόνια με τόση ενεργητικότητα και αισιοδοξία, που είναι αδύνατον να μην τον καμαρώσεις. Με χαιρέτησε με τη γνωστή του εγκαρδιότητα, σχολίασε κάποια άρθρα της «Κ» με την τρυφερότητα του τακτικού αναγνώστη και χάθηκε στο στενό. Ο Παναγιώτης Τέτσης είναι μαχητικά παρών. Με επιστολές στη στήλη αναγνωστών, με την οξύνοια και την παρατηρητικότητά του σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας, αλλά και με την ίδια του την τέχνη. Ζωγραφίζει όπως αναπνέει.
Monday, May 21, 2012
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΕΤΣΗΣ «Οι πολιτικοί δεν λογαριάζουν τους πνευματικούς ανθρώπους»
«Ποτέ οι Ελληνες πολιτικοί δεν λογαριάζουν τους πνευματικούς ανθρώπους και δημιουργούς», δήλωσε ο ζωγράφος και ακαδημαϊκός Παναγιώτης Τέτσης από την Κύπρο, όπου βρέθηκε για τα εγκαίνια έκθεσής του, με αφορμή την έναρξη της λειτουργίας του Μουσείου Τεχνών στη Λευκωσία.
Sunday, December 5, 2010
Αναπολώντας τον κόσμο της ελληνικής αρχοντιάς
Ο Παναγιώτης Τέτσης σκιαγραφεί το συναπάντημά του με ανθρώπους και τόπους
- Tου Σπυρου Γιανναρα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΕΤΣΗΣ "Φαρμακείον Ευάγγελου Ραφαλιά", εκδ. Καστανιώτη, σελ. 247
Εναν ολάκερο κόσμο, εν πολλοίς εξαφανισμένο ή απόμερο, μα συνάμα αρχοντικό και βαθιά ανθρώπινο, σκιαγραφεί με τις λέξεις ο διακεκριμένος ζωγράφος και ακαδημαϊκός Παναγιώτης Τέτσης. Αν κανείς ήθελε να περιγράψει με μια φράση τα διαφορετικά κείμενα που συνθέτουν το βιβλίο, να προσδιορίσει το υλικό που τα συνέχει, όπως κάποτε το αυγό ή το λάδι τα διαφορετικά χρώματα του ζωγράφου μεταξύ τους, θα όφειλε να χρησιμοποιήσει προσδιορισμούς όπως «τρυφερή νοσταλγία» και «βαθιά έγνοια για της τέχνης του την περιοχή».
Ολα τα γραπτά του βιβλίου έχουν ζυμωθεί με μεγάλες δόσεις νοσταλγίας και τρυφερότητας για πρόσωπα (ανθρώπων, πόλεων ή νησιών), καταστάσεις (την παιδική ηλικία, τα ταξίδια, την προ και μεταπολεμική Ελλάδα) ή αξίες (το φυσικό τοπίο, την αισθητική, την ανιδιοτέλεια, τη συλλογικότητα, την ιερότητα της τέχνης, την αγάπη για την πατρίδα). Τα κείμενα αυτά που δημοσιεύθηκαν ως επί το πλείστον στην «Καθημερινή», αλλά και σε περιοδικά με ιστορία και κύρος όπως «Η λέξη», η «Ευθύνη» και το ευβοϊκό «Εμβόλιμον» μπορούν να χωριστούν σε τρεις γενικές κατηγορίες: σε εκείνα με θέμα τη ζωγραφική και την τέχνη, στα προσωπικά και αυτοβιογραφικά, και στα αφιερωματικά κείμενα για πρόσωπα ή «πράγματα», όπως το βαθιάς ευαισθησίας και ανθρωπιάς για τον αριστοκρατικό υδραίικο «Πεύκο».
- Προσωπογραφία
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κείμενα όπως «Το ανθρώπινο πρόσωπο» όπου ο ζωγράφος υπογραμμίζει τη σημασία της ζωγραφικής προσωπογραφίας, η οποία υποσκελίστηκε από την εξάπλωση της φωτογραφίας, αποτίοντας φόρο τιμής σε διαλάμψαντες του είδους όπως ο Λύτρας και η αδίκως λησμονημένη, «ευαίσθητη χρωματικά» Θάλεια Φλωρά-Καραβία. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται τα κείμενα για την Εθνική Πινακοθήκη, την πορεία και τη διδασκαλία της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.
Δύο βασικές του έγνοιες αναδιατυπώνει συχνά ο Τέτσης με ειλικρινή αγωνία για την εξέλιξη της νεοελληνικής ζωγραφικής: Η έλλειψη μουσείων ζωγραφικής -σύγχρονης κυρίως- στη χώρα μας και η ταυτόχρονη έλλειψη χώρου στα υπάρχοντα, με προεξάρχουσα την Εθνική Πινακοθήκη. Η δε τελευταία έλλειψη δεν μας στερεί απλώς τη δυνατότητα μέθεξης σε σπουδαία ζωγραφικά έργα, αλλά, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο ζωγράφος, προκαλεί ενδοιασμούς στους επίδοξους δωρητές, που δεν προτίθενται να δουν τα έργα τους να καταχωνιάζονται σε ακατάλληλες αποθήκες. Αν δεν βελτιωθούν τα δημόσια -κυρίως- μουσεία και κατ’ επέκταση οι εκθέσεις, η ελληνική τέχνη θα εξακολουθήσει να είναι μια «εσωστρεφής» ή εσωτερικής κατανάλωσης τέχνη, ανήμπορη να ανοιχθεί εκτός των τειχών.
Βασική προϋπόθεση για τον Τέτση αποτελεί αφενός η «αποτίναξη του συμπλέγματος της αρχαιότητος» ή αρχαιολατρία και αφετέρου η συνειδητοποίηση πως το «ανήκομεν στη Δύση» είναι μονόδρομος, ότι δηλαδή ο δρόμος της φθίνουσας μεταβυζαντινής ταπεινής τέχνης δεν μας πάει μακριά, καθώς εκπίπτει από τέχνη σε βιοτεχνία. Η επισφαλής, ωστόσο, θέση στην οποία έχουμε περιέλθει ως χώρα μιμούμενοι τη Δύση σε συνδυασμό με την τάση των Ευρωπαίων να μας αντιμετωπίζουν ως τον (εσχάτως ανεπιθύμητο) φτωχό συγγενή, ίσως να αποτελεί ένδειξη ότι η δική μας αλήθεια να βρίσκεται στο μεταίχμιο Δύσης κι Ανατολής.
Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται τα κείμενα που περιγράφουν τα σχολικά χρόνια στην Υδρα, την εμπειρία του πολέμου και της κατοχής και τη θητεία στο ναυτικό. Οπως επίσης και κείνο (το σαν μικρό διήγημα) που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο, όπου ο συγγραφέας κατορθώνει να περιγράψει με εξαιρετική ευαισθησία (όπως και στη θαλασσογραφία «Μπροστά στη θάλασσα») τον μυστήριο μηχανισμό αποτύπωσης των γεγονότων και των εικόνων της ζωής στην ψυχή του ανθρώπου. Ο εντελώς προσωπικός ενίοτε τρόπος γραφής πρέπει να αποδοθεί στο παρατηρητικό μάτι του ζωγράφου που περιγράφει σαν να φιλοτεχνεί μικρούς πίνακες ναΐφ ζωγραφικής με λέξεις.
- Φίλοι και οικείοι
Στην τελευταία κατηγορία καταχωρίζονται τα κείμενα που αφιερώνει αφενός σε ζωγράφους και αφετέρου σε φίλους και οικείους. Κείμενα για τον Θεόφιλο, τον Ζερβό και τον Τεριάντ, τον Πικάσσο, τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα ή τον Κόντογλου και άλλα για τον Γεωργουσόπουλο, τη Δημουλά και την Ντιάνα Αντωνακάτου, που είναι και οικεία και ζωγράφος. Μεγάλη συγκίνηση και ανθρωπιά φανερώνουν δύο ετερόκλητα κείμενα: εκείνο για τον συγγραφέα Κώστα Τσιρόπουλο και εκείνο για τον Λάκη, τον οπωροπώλη της λαϊκής. Τα πρόσωπα που αγκαλιάζει με στοργή ο Τέτσης διαθέτουν επίσης μια σπάνια και μάλλον χαμένη αρετή: Την αρχοντιά. Τον κόσμο κόσμημα της ελληνικής αρχοντιάς περιγράφει κι αναπολεί σε όλο το βιβλίο.
Saturday, November 28, 2009
Η Πινακοθήκη χρειάζεται προοπτική για το μέλλον
- Η λειτουργικότητα αποτελεί το μεγάλο στοίχημα για την αρχιτεκτονική μελέτη
- Του Παναγιωτη Tετση*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/11/2009
Να λοιπόν που η πτωχή φυματική συγγενής, η Εθνική Πινακοθήκη, αναπτερώνεται και της προετοιμάζεται ένα καλύτερο κτιριακά ευρύτερο μέλλον. Σύμφωνα με όσα στοιχεία εκθέτει η δημοσιογράφος της «Καθημερινής» Γιώτα Συκκά (8.8.2009), στοιχεία τα οποία θα εδόθησαν από τους υπεύθυνους της Πινακοθήκης ή τους μελετητές, η Διεύθυνση Αναστηλώσεως Νεωτέρων και Συγχρόνων Μνημείων έχει εγκρίνει τη μελέτη εφαρμογής, όπως και τα τεύχη δημοπρατήσεως. Ας ελπίσουμε ότι από εδώ και εμπρός δεν θα υπάρξουν εμπόδια, αναστολές και ότι θα ακολουθήσει ομαλά η διαδικασία προκηρύξεως διαγωνισμού και ότι δεν θα ανακύψουν παλινδρομήσεις προσφυγών ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η κ. Συκκά μάς ενημερώνει, από τις πληροφορίες που έλαβε, για το πώς θα προχωρήσει και ποιο το αποτέλεσμα του έργου· παραθέτει δε οκτώ φωτογραφίες, αφού αναφέρει ότι η μελέτη η οποία ενεκρίθη αφορά την αρχιτεκτονική μορφή, τη στατιστική του κτιρίου (το μέλος του προηγουμένου Δ.Σ., πολ. μηχανικός και φιλότεχνος κ. Κορκολόπουλος, είχε επισημάνει επιμόνως την αναγκαιότητα ενισχύσεως του κουρασμένου σκελετού, όπως και την απουσία εξόδων κινδύνου) και στην ηλεκτρομηχανική· και ότι θα δημιουργηθούν νέοι εκθεσιακοί χώροι εκατοντάδων τετραγωνικών.
Δύο αλλαγές
Η προηγούμενη μελέτη, προ ετών, από τους δύο εκ των τριών αρχικών μελετητών, από την οποία δεν πολυκαταλαβαίναμε ποια θα ήταν η τελική μορφή, υποσχόταν πέντε χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα.
Η τωρινή, στην οποία συνεργάζεται ο ένας εκ των αρχικών δημιουργών, προτείνει έναν ακόμα όροφο ο οποίος, όπως δείχνει το φωτογραφικό σχέδιο, θα ακολουθεί την ίδια διάταξη με τους δύο υπάρχοντες, όπως και υπόγειους χώρους φωτιζόμενους από γυάλινο κυλινδρικό φωταγωγό.
Απ’ όσα κατάλαβα, δύο είναι οι βασικές αλλαγές: η μία, η πιο σημαντική, η αύξηση των χώρων· και η δεύτερη, η αλλαγή όψεως, μιας νεωτεριστικής προσόψεως από την πλευρά της εισόδου (η καλή), που θα σηκωθεί ένας φράχτης γυάλινος· αυτές είναι οι δύο κύριες βελτιώσεις. Η γυάλινη όψη θα είναι απομακρυσμένη –αν πάλι κατάλαβα– από τη σημερινή με τον φανερό σκελετό, κολώνες και δοκάρια, έτσι όπως ήταν η σύλληψη των τότε μελετητών· και στο προκύπτον διάστημα χώρου θα κατασκευαστούν κεκλιμένα επίπεδα (ράμπες) ανόδου - καθόδου συνδέσεως των ορόφων. Η πίσω όψις η προς την Βασιλέως Κωνσταντίνου παραμένει ίδια συν τον πρόσθετο όροφο με σκούρα τζάμια, το εύρημα της προσόψεως παρακάμπτεται έτσι που είναι εμφανές το «πανωσήκωμα».
Αυτή η πλαστική εγχείριση του λίφτινγκ είναι θέμα καλλωπισμού· όμως παραμένει ένα πρόβλημα μέγα: αυτό της λειτουργικότητος ως Πινακοθήκης. Δηλαδή: ο νέος όροφος θα ακολουθεί –είναι προφανές– την άβολη, ακατάλληλη διάταξη των παραλληλόγραμμων, των μακρόστενων άβολων αιθουσών. Απ’ αρχής, παλιά, γεννιόταν η απορία, γιατί να ακολουθούσε ο κύριος κτιριακός όγκος το άχαρο «μακρυνάρι» με γυάλινους φεγγίτες, κατά μήκος, πάνω στα δύο μέτρα, έτσι που το φως να χτυπάει στα μάτια με αποτέλεσμα να εμποδίζει στην όραση του θεατή· επιμελητές και διευθυντές του Ιδρύματος επέφεραν όσες εσωτερικές αλλαγές μπορούσαν ώστε να βελτιώσουν τους εκθεσιακούς χώρους προς ανετότερη παραμονή των επισκεπτών αλλά και, μάταια, να αποφύγουν την εν σειρά κουραστική και βαρετή διάταξη των εκθεμάτων. Είναι αδύνατον να εκτιμήσει ο επισκέπτης και να απολαύσει τις αρετές ενός έργου τέχνης που απαιτεί να έχει τον δικό του χώρο. Πώς μπορεί να διαχέονται προς τον θεατή αυτές οι αρετές του λαμπερού κοσμήματος του Αλταμούρα «Το λιμάνι της Κοπεγχάγης» ή του «Τσίρκου» ή «Βάρκας» του Βολανάκη, του Λεμπέση, του Καλούδη· θέλουν το δικό τους χώρο για να προσκαλούν.
Αδυναμίες
Απορία μου: πώς οι τότε μελετητές και κυρίως ο Παύλος Μυλωνάς, ο πλέον έμπειρος των τριών, πνευματικός άνθρωπος φίλος, πρότεινε, και η επιτροπή κρίσεως, ο διευθυντής τότε Μαρίνος Καλλιγάς, υψηλής παιδείας και κοσμογυρισμένος σε μουσεία, υιοθέτησαν μια τέτοια λύση, συνηθισμένη μεν, αλλά αναχρονιστική, που ευδοκιμούσε σε οικοδομήματα παλαιών ανακτόρων, μουσεία σήμερα μη επιδεχόμενα μετατροπές, και που η εσωτερική διαμόρφωση ενός ατέλειωτου παραλληλογράμμου επέβαλε τέτοια διάταξη με συνέπεια αυτή να επιφέρει κούραση, ανία και το χασμουρητό του επισκέπτη, συνέπεια που προκαλούσε ακόμα η ατέλειωτη μεγάλη galerie του Λούβρου, άλλοτε –δεν γνωρίζω αν υπάρχει αλλαγή σήμερα– με την παράλληλη διάταξη των δεκάδων επιλέκτων αριστουργημάτων της Αναγεννήσεως, στην οποία μετά λίγο ο επισκέπτης αναπόφευκτα επιτάχυνε το βήμα του αδιάφορος για να παρακάμψει τον χείμαρρο της τέχνης με μόνη αναλαμπή στον μύθο της Τζοκόντας· η θρυαλλίς μιας αρχικής αισθητικής ευφορίας μετά λίγο ήταν αδύνατο να διατηρηθεί. Μικρές συγγενείς ομάδες έργων ζωγραφικής έχουν αξίωση για δικό τους οικείο χώρο, όπως ανέφερα για το έργο του Αλταμούρα· τότε θα υπάρχει το πρόσθετο ευχάριστο στοιχείο της ανακάλυψης και της έκπληξης, έτσι η συμμετοχή του επισκέπτη θα είναι και ενεργός, ώστε να αισθάνεται την ιδιαίτερη χαρά, που αυτή δεν θα πρέπει να φτιασιδώνεται από τα σύγχρονα ηλεκτρονικά ακουστικά ψιμύθια πληροφόρησης της φωνής ιστορικού τέχνης, ενίοτε παραμυθά, και που υποκλέπτει την απόλαυση της παρθενικής επαφής με το έργο τέχνης. Ενα λιγόλογο λιτό έντυπο θα ήταν η λύση για πληροφόρηση.
Αυτά που γράφτηκαν πριν είναι αιτία, κατά τον γράφοντα, αδυναμιών του οικοδομήματος. Γνωρίζουμε τις περιπέτειες της Εθνικής Πινακοθήκης και επομένως μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το υπάρχον κτίριο ως προγεφύρωμα για άλλο μελλοντικό. Βέβαια, όταν πριν από σαράντα πέντε χρόνια θεμελιώθηκε από τον Γεώργιο Παπανδρέου (παππού) μετά ατέλειωτους αγώνες του Μαρίνου Καλλιγά, ήταν ξεκίνημα εκ του μηδενός· επομένως, έστω και αυτό ήταν θεία προσφορά στην τέχνη, ήταν ημέρα γιορτής τότε· αλλά τα χρόνια περνούν.
Δωρεές
Παίρνοντας την τόλμη να έχω άποψη, πιστεύω ότι η παρούσα λύση δίχως αμφιβολία είναι βελτίωση, αλλά για πόσο; Για κάποιες λίγες δεκαετίες. Ενα μουσείο δεν είναι για δεκαετίες, είναι για κάνα δυο αιώνες. Οι ανάγκες αυξάνονται. Πρέπει το μουσείο με το κύρος του –και η Πινακοθήκη το έχει– αλλά και με τις δυνατότητες των εγκαταστάσεων να γίνεται μαγνήτης δωρεών, ώστε να εγγυάται τη διαφύλαξη του δωρήματος να λάβει την πρέπουσα θέση στις συλλογές να εκτίθεται και έτσι ο καλλιτέχνης ή συλλέκτης να έχει εμπιστοσύνη. Αν πάρουμε την περίπτωση, που κατ’ ευχήν, θα υπήρχε πρόθεση δωρεάς κάποιας συλλογής, που μόνον έτσι μπορεί να πλουτιστεί η Εθνική Πινακοθήκη, αδυνατώντας λόγω οικονομικής ανέχειας, να προβεί σε αγορές –και είναι γνωστό πόσες σημαντικές συλλογές βρίσκονται στη γειτονιά μας. Ποιος συλλέκτης θα το τολμούσε; Γνωρίζοντας τις περιπέτειες της πλούσιας αισθητικά και υπερπλούσιας οικονομικά συλλογής Β. και Ελ. Γουλανδρή. Μια μεγάλη συλλογή θα κατελάμβανε έναν όροφο.
Συμπεραίνω: Οσο και αν επεκταθεί το οικοδόμημα, σε λίγο θα προκύψει ανεπάρκεια και κατά συνέπεια η αδυναμία να προσελκύσει δωρητές. Αλλά μόνο στους συλλέκτες, και τώρα και στο μέλλον, θα αποβλέπει η Πινακοθήκη για εμπλουτισμό. άρα πρέπει να τους χαμογελάει και να τους ενθαρρύνει με το κατάλληλο κτίριο, μεγάλο με αρκετές διαθέσιμες αίθουσες· το Metropolitan της Νέας Υόρκης δεν έχει αίθουσες με τα ονόματα Ελλήνων δωρητών; Και όχι μόνο να ’ναι μεγάλο αυτό το κτίριο, με σύγχρονες απαιτήσεις, αλλά να ’ναι εύκολο σε πρόσβαση για άνετη επίσκεψη. Η άποψή μου είναι σαφής: η Εθνική Πινακοθήκη πρέπει να ’ναι το Ιδρυμα που περιλαμβάνει και προβάλλει τα δημιουργήματα των πλαστικών τεχνών, γι’ αυτό πρέπει να έχει μακρινή προοπτική μέλλοντος και γι’ αυτό της πρέπει δραστική λύση, για να είναι Εθνική.
«Εκεί μέσα, το πανόραμά της είναι ελλιπέστατο»
Δεν έπαψα να επισημαίνω από χρόνια και έχω γράψει σε τούτη την εφημερίδα παρεμφερή με τα σημερινά και δεν παρέλειπα να τονίζω, όταν μου δινόταν η ευκαιρία να προλογίζω εκδηλώσεις της, επιμόνως και εκνευριστικά ενώπιον κοινού και της διευθύντριας κ. Λαμπράκη, την ανεπάρκεια και την προσωρινότητα της επέκτασης.
Εχω διατυπώσει μέσω της φιλόξενης «Καθημερινής» συγκεκριμένες προτάσεις· περίμενα να βρεθούν χέρια να πάρουν τη σκυτάλη, αλλά ούτε καλλιτέχνες ούτε φιλότεχνοι ούτε το Επιμελητήριο συγκινήθηκαν για να κινηθούν· ίσως να τις θεωρούσαν παράλογες και ανέφικτες· να πω ότι οφείλεται στο καθημερινό παρατεταμένο «μεταμεσημβριάζειν» όλων μας;
Από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και υπουργεία Πολιτισμού ανελλιπώς επαναλαμβάνεται πρόθεση προβολής της νεοελληνικής τέχνης εις την αλλοδαπήν· όταν ζητούν ξένοι φορείς έργα ελληνικής τέχνης εννοούν της Αρχαιότητας και του Βυζαντίου· δικαιολογημένα, γιατί δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο. Κατά μια επίσκεψή τους εδώ και στην Εθνική Πινακοθήκη δεν θα αποκομίσουν παρά μια περιορισμένη, ανεπαρκή εντύπωση, γιατί, εκεί μέσα, το πανόραμά της είναι ελλιπέστατο. Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης περιμένει κάπου δύο δεκαετίες, η επέκταση της Πινακοθήκης κάπου το ίδιο. Και όμως, η Πινακοθήκη, με τις περιορισμένες δυνατότητες και εις βάρος των συλλογών της, αναπληρώνει την περιορισμένη καλλιτεχνική τροφή μας, με τις δραστηριότητες εκθέσεων από αλλοδαπή και ημεδαπή.
Εχουν γίνει θαύματα, επί διευθύνσεως Παπαστάμου στο παρελθόν και επί σημερινής διευθύνσεως Λαμπράκη, με τέτοια επιτυχία προσφοράς προς το ευρύτερο κοινό, που τα φωτογραφικά πειστήρια με τις ουρές αναμονής εισόδου είναι μάρτυρες που δεν ψεύδονται. Κανένα Μουσείο μας, πλην του σημερινού της Ακροπόλεως, δεν παρουσίασε τέτοια έλξη.
Σε τούτο το σήμα, το υπουργείο Πολιτισμού θα έπρεπε από καιρό να είχε γίνει δέκτης προς κινητοποίηση. Ας ελπίσουμε πως από εκεί θα υπάρξει φως προσεχώς.
* Ο κ. Π. Τέτσης είναι ζωγράφος, ακαδημαϊκός.
Η Πινακοθήκη χρειάζεται προοπτική για το μέλλον
- Η λειτουργικότητα αποτελεί το μεγάλο στοίχημα για την αρχιτεκτονική μελέτη
- Του Παναγιωτη Tετση*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/11/2009
Να λοιπόν που η πτωχή φυματική συγγενής, η Εθνική Πινακοθήκη, αναπτερώνεται και της προετοιμάζεται ένα καλύτερο κτιριακά ευρύτερο μέλλον. Σύμφωνα με όσα στοιχεία εκθέτει η δημοσιογράφος της «Καθημερινής» Γιώτα Συκκά (8.8.2009), στοιχεία τα οποία θα εδόθησαν από τους υπεύθυνους της Πινακοθήκης ή τους μελετητές, η Διεύθυνση Αναστηλώσεως Νεωτέρων και Συγχρόνων Μνημείων έχει εγκρίνει τη μελέτη εφαρμογής, όπως και τα τεύχη δημοπρατήσεως. Ας ελπίσουμε ότι από εδώ και εμπρός δεν θα υπάρξουν εμπόδια, αναστολές και ότι θα ακολουθήσει ομαλά η διαδικασία προκηρύξεως διαγωνισμού και ότι δεν θα ανακύψουν παλινδρομήσεις προσφυγών ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η κ. Συκκά μάς ενημερώνει, από τις πληροφορίες που έλαβε, για το πώς θα προχωρήσει και ποιο το αποτέλεσμα του έργου· παραθέτει δε οκτώ φωτογραφίες, αφού αναφέρει ότι η μελέτη η οποία ενεκρίθη αφορά την αρχιτεκτονική μορφή, τη στατιστική του κτιρίου (το μέλος του προηγουμένου Δ.Σ., πολ. μηχανικός και φιλότεχνος κ. Κορκολόπουλος, είχε επισημάνει επιμόνως την αναγκαιότητα ενισχύσεως του κουρασμένου σκελετού, όπως και την απουσία εξόδων κινδύνου) και στην ηλεκτρομηχανική· και ότι θα δημιουργηθούν νέοι εκθεσιακοί χώροι εκατοντάδων τετραγωνικών.
Δύο αλλαγές
Η προηγούμενη μελέτη, προ ετών, από τους δύο εκ των τριών αρχικών μελετητών, από την οποία δεν πολυκαταλαβαίναμε ποια θα ήταν η τελική μορφή, υποσχόταν πέντε χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα.
Η τωρινή, στην οποία συνεργάζεται ο ένας εκ των αρχικών δημιουργών, προτείνει έναν ακόμα όροφο ο οποίος, όπως δείχνει το φωτογραφικό σχέδιο, θα ακολουθεί την ίδια διάταξη με τους δύο υπάρχοντες, όπως και υπόγειους χώρους φωτιζόμενους από γυάλινο κυλινδρικό φωταγωγό.
Απ’ όσα κατάλαβα, δύο είναι οι βασικές αλλαγές: η μία, η πιο σημαντική, η αύξηση των χώρων· και η δεύτερη, η αλλαγή όψεως, μιας νεωτεριστικής προσόψεως από την πλευρά της εισόδου (η καλή), που θα σηκωθεί ένας φράχτης γυάλινος· αυτές είναι οι δύο κύριες βελτιώσεις. Η γυάλινη όψη θα είναι απομακρυσμένη –αν πάλι κατάλαβα– από τη σημερινή με τον φανερό σκελετό, κολώνες και δοκάρια, έτσι όπως ήταν η σύλληψη των τότε μελετητών· και στο προκύπτον διάστημα χώρου θα κατασκευαστούν κεκλιμένα επίπεδα (ράμπες) ανόδου - καθόδου συνδέσεως των ορόφων. Η πίσω όψις η προς την Βασιλέως Κωνσταντίνου παραμένει ίδια συν τον πρόσθετο όροφο με σκούρα τζάμια, το εύρημα της προσόψεως παρακάμπτεται έτσι που είναι εμφανές το «πανωσήκωμα».
Αυτή η πλαστική εγχείριση του λίφτινγκ είναι θέμα καλλωπισμού· όμως παραμένει ένα πρόβλημα μέγα: αυτό της λειτουργικότητος ως Πινακοθήκης. Δηλαδή: ο νέος όροφος θα ακολουθεί –είναι προφανές– την άβολη, ακατάλληλη διάταξη των παραλληλόγραμμων, των μακρόστενων άβολων αιθουσών. Απ’ αρχής, παλιά, γεννιόταν η απορία, γιατί να ακολουθούσε ο κύριος κτιριακός όγκος το άχαρο «μακρυνάρι» με γυάλινους φεγγίτες, κατά μήκος, πάνω στα δύο μέτρα, έτσι που το φως να χτυπάει στα μάτια με αποτέλεσμα να εμποδίζει στην όραση του θεατή· επιμελητές και διευθυντές του Ιδρύματος επέφεραν όσες εσωτερικές αλλαγές μπορούσαν ώστε να βελτιώσουν τους εκθεσιακούς χώρους προς ανετότερη παραμονή των επισκεπτών αλλά και, μάταια, να αποφύγουν την εν σειρά κουραστική και βαρετή διάταξη των εκθεμάτων. Είναι αδύνατον να εκτιμήσει ο επισκέπτης και να απολαύσει τις αρετές ενός έργου τέχνης που απαιτεί να έχει τον δικό του χώρο. Πώς μπορεί να διαχέονται προς τον θεατή αυτές οι αρετές του λαμπερού κοσμήματος του Αλταμούρα «Το λιμάνι της Κοπεγχάγης» ή του «Τσίρκου» ή «Βάρκας» του Βολανάκη, του Λεμπέση, του Καλούδη· θέλουν το δικό τους χώρο για να προσκαλούν.
Αδυναμίες
Απορία μου: πώς οι τότε μελετητές και κυρίως ο Παύλος Μυλωνάς, ο πλέον έμπειρος των τριών, πνευματικός άνθρωπος φίλος, πρότεινε, και η επιτροπή κρίσεως, ο διευθυντής τότε Μαρίνος Καλλιγάς, υψηλής παιδείας και κοσμογυρισμένος σε μουσεία, υιοθέτησαν μια τέτοια λύση, συνηθισμένη μεν, αλλά αναχρονιστική, που ευδοκιμούσε σε οικοδομήματα παλαιών ανακτόρων, μουσεία σήμερα μη επιδεχόμενα μετατροπές, και που η εσωτερική διαμόρφωση ενός ατέλειωτου παραλληλογράμμου επέβαλε τέτοια διάταξη με συνέπεια αυτή να επιφέρει κούραση, ανία και το χασμουρητό του επισκέπτη, συνέπεια που προκαλούσε ακόμα η ατέλειωτη μεγάλη galerie του Λούβρου, άλλοτε –δεν γνωρίζω αν υπάρχει αλλαγή σήμερα– με την παράλληλη διάταξη των δεκάδων επιλέκτων αριστουργημάτων της Αναγεννήσεως, στην οποία μετά λίγο ο επισκέπτης αναπόφευκτα επιτάχυνε το βήμα του αδιάφορος για να παρακάμψει τον χείμαρρο της τέχνης με μόνη αναλαμπή στον μύθο της Τζοκόντας· η θρυαλλίς μιας αρχικής αισθητικής ευφορίας μετά λίγο ήταν αδύνατο να διατηρηθεί. Μικρές συγγενείς ομάδες έργων ζωγραφικής έχουν αξίωση για δικό τους οικείο χώρο, όπως ανέφερα για το έργο του Αλταμούρα· τότε θα υπάρχει το πρόσθετο ευχάριστο στοιχείο της ανακάλυψης και της έκπληξης, έτσι η συμμετοχή του επισκέπτη θα είναι και ενεργός, ώστε να αισθάνεται την ιδιαίτερη χαρά, που αυτή δεν θα πρέπει να φτιασιδώνεται από τα σύγχρονα ηλεκτρονικά ακουστικά ψιμύθια πληροφόρησης της φωνής ιστορικού τέχνης, ενίοτε παραμυθά, και που υποκλέπτει την απόλαυση της παρθενικής επαφής με το έργο τέχνης. Ενα λιγόλογο λιτό έντυπο θα ήταν η λύση για πληροφόρηση.
Αυτά που γράφτηκαν πριν είναι αιτία, κατά τον γράφοντα, αδυναμιών του οικοδομήματος. Γνωρίζουμε τις περιπέτειες της Εθνικής Πινακοθήκης και επομένως μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το υπάρχον κτίριο ως προγεφύρωμα για άλλο μελλοντικό. Βέβαια, όταν πριν από σαράντα πέντε χρόνια θεμελιώθηκε από τον Γεώργιο Παπανδρέου (παππού) μετά ατέλειωτους αγώνες του Μαρίνου Καλλιγά, ήταν ξεκίνημα εκ του μηδενός· επομένως, έστω και αυτό ήταν θεία προσφορά στην τέχνη, ήταν ημέρα γιορτής τότε· αλλά τα χρόνια περνούν.
Δωρεές
Παίρνοντας την τόλμη να έχω άποψη, πιστεύω ότι η παρούσα λύση δίχως αμφιβολία είναι βελτίωση, αλλά για πόσο; Για κάποιες λίγες δεκαετίες. Ενα μουσείο δεν είναι για δεκαετίες, είναι για κάνα δυο αιώνες. Οι ανάγκες αυξάνονται. Πρέπει το μουσείο με το κύρος του –και η Πινακοθήκη το έχει– αλλά και με τις δυνατότητες των εγκαταστάσεων να γίνεται μαγνήτης δωρεών, ώστε να εγγυάται τη διαφύλαξη του δωρήματος να λάβει την πρέπουσα θέση στις συλλογές να εκτίθεται και έτσι ο καλλιτέχνης ή συλλέκτης να έχει εμπιστοσύνη. Αν πάρουμε την περίπτωση, που κατ’ ευχήν, θα υπήρχε πρόθεση δωρεάς κάποιας συλλογής, που μόνον έτσι μπορεί να πλουτιστεί η Εθνική Πινακοθήκη, αδυνατώντας λόγω οικονομικής ανέχειας, να προβεί σε αγορές –και είναι γνωστό πόσες σημαντικές συλλογές βρίσκονται στη γειτονιά μας. Ποιος συλλέκτης θα το τολμούσε; Γνωρίζοντας τις περιπέτειες της πλούσιας αισθητικά και υπερπλούσιας οικονομικά συλλογής Β. και Ελ. Γουλανδρή. Μια μεγάλη συλλογή θα κατελάμβανε έναν όροφο.
Συμπεραίνω: Οσο και αν επεκταθεί το οικοδόμημα, σε λίγο θα προκύψει ανεπάρκεια και κατά συνέπεια η αδυναμία να προσελκύσει δωρητές. Αλλά μόνο στους συλλέκτες, και τώρα και στο μέλλον, θα αποβλέπει η Πινακοθήκη για εμπλουτισμό. άρα πρέπει να τους χαμογελάει και να τους ενθαρρύνει με το κατάλληλο κτίριο, μεγάλο με αρκετές διαθέσιμες αίθουσες· το Metropolitan της Νέας Υόρκης δεν έχει αίθουσες με τα ονόματα Ελλήνων δωρητών; Και όχι μόνο να ’ναι μεγάλο αυτό το κτίριο, με σύγχρονες απαιτήσεις, αλλά να ’ναι εύκολο σε πρόσβαση για άνετη επίσκεψη. Η άποψή μου είναι σαφής: η Εθνική Πινακοθήκη πρέπει να ’ναι το Ιδρυμα που περιλαμβάνει και προβάλλει τα δημιουργήματα των πλαστικών τεχνών, γι’ αυτό πρέπει να έχει μακρινή προοπτική μέλλοντος και γι’ αυτό της πρέπει δραστική λύση, για να είναι Εθνική.
«Εκεί μέσα, το πανόραμά της είναι ελλιπέστατο»
Δεν έπαψα να επισημαίνω από χρόνια και έχω γράψει σε τούτη την εφημερίδα παρεμφερή με τα σημερινά και δεν παρέλειπα να τονίζω, όταν μου δινόταν η ευκαιρία να προλογίζω εκδηλώσεις της, επιμόνως και εκνευριστικά ενώπιον κοινού και της διευθύντριας κ. Λαμπράκη, την ανεπάρκεια και την προσωρινότητα της επέκτασης.
Εχω διατυπώσει μέσω της φιλόξενης «Καθημερινής» συγκεκριμένες προτάσεις· περίμενα να βρεθούν χέρια να πάρουν τη σκυτάλη, αλλά ούτε καλλιτέχνες ούτε φιλότεχνοι ούτε το Επιμελητήριο συγκινήθηκαν για να κινηθούν· ίσως να τις θεωρούσαν παράλογες και ανέφικτες· να πω ότι οφείλεται στο καθημερινό παρατεταμένο «μεταμεσημβριάζειν» όλων μας;
Από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και υπουργεία Πολιτισμού ανελλιπώς επαναλαμβάνεται πρόθεση προβολής της νεοελληνικής τέχνης εις την αλλοδαπήν· όταν ζητούν ξένοι φορείς έργα ελληνικής τέχνης εννοούν της Αρχαιότητας και του Βυζαντίου· δικαιολογημένα, γιατί δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο. Κατά μια επίσκεψή τους εδώ και στην Εθνική Πινακοθήκη δεν θα αποκομίσουν παρά μια περιορισμένη, ανεπαρκή εντύπωση, γιατί, εκεί μέσα, το πανόραμά της είναι ελλιπέστατο. Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης περιμένει κάπου δύο δεκαετίες, η επέκταση της Πινακοθήκης κάπου το ίδιο. Και όμως, η Πινακοθήκη, με τις περιορισμένες δυνατότητες και εις βάρος των συλλογών της, αναπληρώνει την περιορισμένη καλλιτεχνική τροφή μας, με τις δραστηριότητες εκθέσεων από αλλοδαπή και ημεδαπή.
Εχουν γίνει θαύματα, επί διευθύνσεως Παπαστάμου στο παρελθόν και επί σημερινής διευθύνσεως Λαμπράκη, με τέτοια επιτυχία προσφοράς προς το ευρύτερο κοινό, που τα φωτογραφικά πειστήρια με τις ουρές αναμονής εισόδου είναι μάρτυρες που δεν ψεύδονται. Κανένα Μουσείο μας, πλην του σημερινού της Ακροπόλεως, δεν παρουσίασε τέτοια έλξη.
Σε τούτο το σήμα, το υπουργείο Πολιτισμού θα έπρεπε από καιρό να είχε γίνει δέκτης προς κινητοποίηση. Ας ελπίσουμε πως από εκεί θα υπάρξει φως προσεχώς.
* Ο κ. Π. Τέτσης είναι ζωγράφος, ακαδημαϊκός.
Η Πινακοθήκη χρειάζεται προοπτική για το μέλλον
- Η λειτουργικότητα αποτελεί το μεγάλο στοίχημα για την αρχιτεκτονική μελέτη
- Του Παναγιωτη Tετση*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/11/2009
Να λοιπόν που η πτωχή φυματική συγγενής, η Εθνική Πινακοθήκη, αναπτερώνεται και της προετοιμάζεται ένα καλύτερο κτιριακά ευρύτερο μέλλον. Σύμφωνα με όσα στοιχεία εκθέτει η δημοσιογράφος της «Καθημερινής» Γιώτα Συκκά (8.8.2009), στοιχεία τα οποία θα εδόθησαν από τους υπεύθυνους της Πινακοθήκης ή τους μελετητές, η Διεύθυνση Αναστηλώσεως Νεωτέρων και Συγχρόνων Μνημείων έχει εγκρίνει τη μελέτη εφαρμογής, όπως και τα τεύχη δημοπρατήσεως. Ας ελπίσουμε ότι από εδώ και εμπρός δεν θα υπάρξουν εμπόδια, αναστολές και ότι θα ακολουθήσει ομαλά η διαδικασία προκηρύξεως διαγωνισμού και ότι δεν θα ανακύψουν παλινδρομήσεις προσφυγών ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η κ. Συκκά μάς ενημερώνει, από τις πληροφορίες που έλαβε, για το πώς θα προχωρήσει και ποιο το αποτέλεσμα του έργου· παραθέτει δε οκτώ φωτογραφίες, αφού αναφέρει ότι η μελέτη η οποία ενεκρίθη αφορά την αρχιτεκτονική μορφή, τη στατιστική του κτιρίου (το μέλος του προηγουμένου Δ.Σ., πολ. μηχανικός και φιλότεχνος κ. Κορκολόπουλος, είχε επισημάνει επιμόνως την αναγκαιότητα ενισχύσεως του κουρασμένου σκελετού, όπως και την απουσία εξόδων κινδύνου) και στην ηλεκτρομηχανική· και ότι θα δημιουργηθούν νέοι εκθεσιακοί χώροι εκατοντάδων τετραγωνικών.
Δύο αλλαγές
Η προηγούμενη μελέτη, προ ετών, από τους δύο εκ των τριών αρχικών μελετητών, από την οποία δεν πολυκαταλαβαίναμε ποια θα ήταν η τελική μορφή, υποσχόταν πέντε χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα.
Η τωρινή, στην οποία συνεργάζεται ο ένας εκ των αρχικών δημιουργών, προτείνει έναν ακόμα όροφο ο οποίος, όπως δείχνει το φωτογραφικό σχέδιο, θα ακολουθεί την ίδια διάταξη με τους δύο υπάρχοντες, όπως και υπόγειους χώρους φωτιζόμενους από γυάλινο κυλινδρικό φωταγωγό.
Απ’ όσα κατάλαβα, δύο είναι οι βασικές αλλαγές: η μία, η πιο σημαντική, η αύξηση των χώρων· και η δεύτερη, η αλλαγή όψεως, μιας νεωτεριστικής προσόψεως από την πλευρά της εισόδου (η καλή), που θα σηκωθεί ένας φράχτης γυάλινος· αυτές είναι οι δύο κύριες βελτιώσεις. Η γυάλινη όψη θα είναι απομακρυσμένη –αν πάλι κατάλαβα– από τη σημερινή με τον φανερό σκελετό, κολώνες και δοκάρια, έτσι όπως ήταν η σύλληψη των τότε μελετητών· και στο προκύπτον διάστημα χώρου θα κατασκευαστούν κεκλιμένα επίπεδα (ράμπες) ανόδου - καθόδου συνδέσεως των ορόφων. Η πίσω όψις η προς την Βασιλέως Κωνσταντίνου παραμένει ίδια συν τον πρόσθετο όροφο με σκούρα τζάμια, το εύρημα της προσόψεως παρακάμπτεται έτσι που είναι εμφανές το «πανωσήκωμα».
Αυτή η πλαστική εγχείριση του λίφτινγκ είναι θέμα καλλωπισμού· όμως παραμένει ένα πρόβλημα μέγα: αυτό της λειτουργικότητος ως Πινακοθήκης. Δηλαδή: ο νέος όροφος θα ακολουθεί –είναι προφανές– την άβολη, ακατάλληλη διάταξη των παραλληλόγραμμων, των μακρόστενων άβολων αιθουσών. Απ’ αρχής, παλιά, γεννιόταν η απορία, γιατί να ακολουθούσε ο κύριος κτιριακός όγκος το άχαρο «μακρυνάρι» με γυάλινους φεγγίτες, κατά μήκος, πάνω στα δύο μέτρα, έτσι που το φως να χτυπάει στα μάτια με αποτέλεσμα να εμποδίζει στην όραση του θεατή· επιμελητές και διευθυντές του Ιδρύματος επέφεραν όσες εσωτερικές αλλαγές μπορούσαν ώστε να βελτιώσουν τους εκθεσιακούς χώρους προς ανετότερη παραμονή των επισκεπτών αλλά και, μάταια, να αποφύγουν την εν σειρά κουραστική και βαρετή διάταξη των εκθεμάτων. Είναι αδύνατον να εκτιμήσει ο επισκέπτης και να απολαύσει τις αρετές ενός έργου τέχνης που απαιτεί να έχει τον δικό του χώρο. Πώς μπορεί να διαχέονται προς τον θεατή αυτές οι αρετές του λαμπερού κοσμήματος του Αλταμούρα «Το λιμάνι της Κοπεγχάγης» ή του «Τσίρκου» ή «Βάρκας» του Βολανάκη, του Λεμπέση, του Καλούδη· θέλουν το δικό τους χώρο για να προσκαλούν.
Αδυναμίες
Απορία μου: πώς οι τότε μελετητές και κυρίως ο Παύλος Μυλωνάς, ο πλέον έμπειρος των τριών, πνευματικός άνθρωπος φίλος, πρότεινε, και η επιτροπή κρίσεως, ο διευθυντής τότε Μαρίνος Καλλιγάς, υψηλής παιδείας και κοσμογυρισμένος σε μουσεία, υιοθέτησαν μια τέτοια λύση, συνηθισμένη μεν, αλλά αναχρονιστική, που ευδοκιμούσε σε οικοδομήματα παλαιών ανακτόρων, μουσεία σήμερα μη επιδεχόμενα μετατροπές, και που η εσωτερική διαμόρφωση ενός ατέλειωτου παραλληλογράμμου επέβαλε τέτοια διάταξη με συνέπεια αυτή να επιφέρει κούραση, ανία και το χασμουρητό του επισκέπτη, συνέπεια που προκαλούσε ακόμα η ατέλειωτη μεγάλη galerie του Λούβρου, άλλοτε –δεν γνωρίζω αν υπάρχει αλλαγή σήμερα– με την παράλληλη διάταξη των δεκάδων επιλέκτων αριστουργημάτων της Αναγεννήσεως, στην οποία μετά λίγο ο επισκέπτης αναπόφευκτα επιτάχυνε το βήμα του αδιάφορος για να παρακάμψει τον χείμαρρο της τέχνης με μόνη αναλαμπή στον μύθο της Τζοκόντας· η θρυαλλίς μιας αρχικής αισθητικής ευφορίας μετά λίγο ήταν αδύνατο να διατηρηθεί. Μικρές συγγενείς ομάδες έργων ζωγραφικής έχουν αξίωση για δικό τους οικείο χώρο, όπως ανέφερα για το έργο του Αλταμούρα· τότε θα υπάρχει το πρόσθετο ευχάριστο στοιχείο της ανακάλυψης και της έκπληξης, έτσι η συμμετοχή του επισκέπτη θα είναι και ενεργός, ώστε να αισθάνεται την ιδιαίτερη χαρά, που αυτή δεν θα πρέπει να φτιασιδώνεται από τα σύγχρονα ηλεκτρονικά ακουστικά ψιμύθια πληροφόρησης της φωνής ιστορικού τέχνης, ενίοτε παραμυθά, και που υποκλέπτει την απόλαυση της παρθενικής επαφής με το έργο τέχνης. Ενα λιγόλογο λιτό έντυπο θα ήταν η λύση για πληροφόρηση.
Αυτά που γράφτηκαν πριν είναι αιτία, κατά τον γράφοντα, αδυναμιών του οικοδομήματος. Γνωρίζουμε τις περιπέτειες της Εθνικής Πινακοθήκης και επομένως μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το υπάρχον κτίριο ως προγεφύρωμα για άλλο μελλοντικό. Βέβαια, όταν πριν από σαράντα πέντε χρόνια θεμελιώθηκε από τον Γεώργιο Παπανδρέου (παππού) μετά ατέλειωτους αγώνες του Μαρίνου Καλλιγά, ήταν ξεκίνημα εκ του μηδενός· επομένως, έστω και αυτό ήταν θεία προσφορά στην τέχνη, ήταν ημέρα γιορτής τότε· αλλά τα χρόνια περνούν.
Δωρεές
Παίρνοντας την τόλμη να έχω άποψη, πιστεύω ότι η παρούσα λύση δίχως αμφιβολία είναι βελτίωση, αλλά για πόσο; Για κάποιες λίγες δεκαετίες. Ενα μουσείο δεν είναι για δεκαετίες, είναι για κάνα δυο αιώνες. Οι ανάγκες αυξάνονται. Πρέπει το μουσείο με το κύρος του –και η Πινακοθήκη το έχει– αλλά και με τις δυνατότητες των εγκαταστάσεων να γίνεται μαγνήτης δωρεών, ώστε να εγγυάται τη διαφύλαξη του δωρήματος να λάβει την πρέπουσα θέση στις συλλογές να εκτίθεται και έτσι ο καλλιτέχνης ή συλλέκτης να έχει εμπιστοσύνη. Αν πάρουμε την περίπτωση, που κατ’ ευχήν, θα υπήρχε πρόθεση δωρεάς κάποιας συλλογής, που μόνον έτσι μπορεί να πλουτιστεί η Εθνική Πινακοθήκη, αδυνατώντας λόγω οικονομικής ανέχειας, να προβεί σε αγορές –και είναι γνωστό πόσες σημαντικές συλλογές βρίσκονται στη γειτονιά μας. Ποιος συλλέκτης θα το τολμούσε; Γνωρίζοντας τις περιπέτειες της πλούσιας αισθητικά και υπερπλούσιας οικονομικά συλλογής Β. και Ελ. Γουλανδρή. Μια μεγάλη συλλογή θα κατελάμβανε έναν όροφο.
Συμπεραίνω: Οσο και αν επεκταθεί το οικοδόμημα, σε λίγο θα προκύψει ανεπάρκεια και κατά συνέπεια η αδυναμία να προσελκύσει δωρητές. Αλλά μόνο στους συλλέκτες, και τώρα και στο μέλλον, θα αποβλέπει η Πινακοθήκη για εμπλουτισμό. άρα πρέπει να τους χαμογελάει και να τους ενθαρρύνει με το κατάλληλο κτίριο, μεγάλο με αρκετές διαθέσιμες αίθουσες· το Metropolitan της Νέας Υόρκης δεν έχει αίθουσες με τα ονόματα Ελλήνων δωρητών; Και όχι μόνο να ’ναι μεγάλο αυτό το κτίριο, με σύγχρονες απαιτήσεις, αλλά να ’ναι εύκολο σε πρόσβαση για άνετη επίσκεψη. Η άποψή μου είναι σαφής: η Εθνική Πινακοθήκη πρέπει να ’ναι το Ιδρυμα που περιλαμβάνει και προβάλλει τα δημιουργήματα των πλαστικών τεχνών, γι’ αυτό πρέπει να έχει μακρινή προοπτική μέλλοντος και γι’ αυτό της πρέπει δραστική λύση, για να είναι Εθνική.
«Εκεί μέσα, το πανόραμά της είναι ελλιπέστατο»
Δεν έπαψα να επισημαίνω από χρόνια και έχω γράψει σε τούτη την εφημερίδα παρεμφερή με τα σημερινά και δεν παρέλειπα να τονίζω, όταν μου δινόταν η ευκαιρία να προλογίζω εκδηλώσεις της, επιμόνως και εκνευριστικά ενώπιον κοινού και της διευθύντριας κ. Λαμπράκη, την ανεπάρκεια και την προσωρινότητα της επέκτασης.
Εχω διατυπώσει μέσω της φιλόξενης «Καθημερινής» συγκεκριμένες προτάσεις· περίμενα να βρεθούν χέρια να πάρουν τη σκυτάλη, αλλά ούτε καλλιτέχνες ούτε φιλότεχνοι ούτε το Επιμελητήριο συγκινήθηκαν για να κινηθούν· ίσως να τις θεωρούσαν παράλογες και ανέφικτες· να πω ότι οφείλεται στο καθημερινό παρατεταμένο «μεταμεσημβριάζειν» όλων μας;
Από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και υπουργεία Πολιτισμού ανελλιπώς επαναλαμβάνεται πρόθεση προβολής της νεοελληνικής τέχνης εις την αλλοδαπήν· όταν ζητούν ξένοι φορείς έργα ελληνικής τέχνης εννοούν της Αρχαιότητας και του Βυζαντίου· δικαιολογημένα, γιατί δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο. Κατά μια επίσκεψή τους εδώ και στην Εθνική Πινακοθήκη δεν θα αποκομίσουν παρά μια περιορισμένη, ανεπαρκή εντύπωση, γιατί, εκεί μέσα, το πανόραμά της είναι ελλιπέστατο. Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης περιμένει κάπου δύο δεκαετίες, η επέκταση της Πινακοθήκης κάπου το ίδιο. Και όμως, η Πινακοθήκη, με τις περιορισμένες δυνατότητες και εις βάρος των συλλογών της, αναπληρώνει την περιορισμένη καλλιτεχνική τροφή μας, με τις δραστηριότητες εκθέσεων από αλλοδαπή και ημεδαπή.
Εχουν γίνει θαύματα, επί διευθύνσεως Παπαστάμου στο παρελθόν και επί σημερινής διευθύνσεως Λαμπράκη, με τέτοια επιτυχία προσφοράς προς το ευρύτερο κοινό, που τα φωτογραφικά πειστήρια με τις ουρές αναμονής εισόδου είναι μάρτυρες που δεν ψεύδονται. Κανένα Μουσείο μας, πλην του σημερινού της Ακροπόλεως, δεν παρουσίασε τέτοια έλξη.
Σε τούτο το σήμα, το υπουργείο Πολιτισμού θα έπρεπε από καιρό να είχε γίνει δέκτης προς κινητοποίηση. Ας ελπίσουμε πως από εκεί θα υπάρξει φως προσεχώς.
* Ο κ. Π. Τέτσης είναι ζωγράφος, ακαδημαϊκός.
Sunday, January 25, 2009
Στη «Λαϊκή Αγορά» με το βλέμμα του Παναγιώτη Τέτση – από τις σελίδες του Ημερολογίου 2009 της ΑΓΕΤ Ηρακλής...
Tης Eλενης Mπιστικα, Η Καθημερινή, 25/01/2009
Σ’ εκείνον τον μακρύ διάδρομο όπου άνδρες και γυναίκες, ιδίως γυναίκες, οι περισσότερες ώριμες σαν τα φρούτα και τις ζουμερές ντομάτες που πιάνουν και ζυγίζουν με τα δουλεμένα χέρια τους, συναντάμε και πάλι τον ξεχασμένο εαυτό μας. Αυτόν που περιπλανήθηκε στους δρόμους της πλανεύτρας πολιτείας του κέρδους και της αναρρίχησης, ώσπου ξέχασε τα χρώματα και τ’ αρώματα των κήπων και της εξοχής, όπου τον σεργιανούσαν στα παιδικά του χρόνια. Τότε που άντρες και γυναίκες, όλοι γιγάντιοι μπροστά σ’ εμάς τ’ ανθρωπάρια, γελαστοί και καλοσυνάτοι, ήταν όλοι τους «μπαρμπάδες και θειάδες» και από την τσέπη ή την τσάντα τους όλο κι έβγαζαν να μας φιλέψουν ένα μανταρίνι, ένα μήλο... Γι’ αυτό μας αρέσει τόσο να πηγαίνουμε στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς μας όπου ξεχνάμε συχνά το τι θέλουμε ν’ αγοράσουμε αλλά όχι, ποτέ, τον λόγο που ήρθαμε. Να ξεχάσουμε και να ξεχαστούμε, αυτό ήρθαμε να παζαρέψουμε. Από το σπίτι του, στην Ξενοκράτους στο Κολωνάκι, όπου ο Παναγιώτης Τέτσης έχει το μικρό του εργαστήρι, κάθε εβδομάδα, κάθε Παρασκευή, γίνεται ένα «γλέντι» κάτω από τα παράθυρά του. Χάνονται τα αυτοκίνητα και τα καυσαέρια κι έρχονται οι άνθρωποι να χαζέψουν τα χρώματα, να συγκρίνουν ποιότητες και τιμές, γραμμένες με κιμωλία πάνω σε χαρτόνια, απλά πράγματα, μεγαλειώδη. Αλλοτε σκυμμένο στο παράθυρό του κι άλλοτε κάτω, ανάμεσα στο πλήθος, τον φαντάζομαι να κοιτάει γραμμές, περιγράμματα, χρώματα σωριασμένα σε αόρατα καφάσια, με τα σπίτια αποκλεισμένα, αλλά χαρούμενα μέσα σ’ αυτό το νταβαντούρι από φωνές και διεκδικήσεις, από ρόδες παιδικών καροτσιών και εκείνων των άλλων που στοιβάζονται οι σακούλες με τα ζαρζαβατικά και τα φρούτα.
Ολα αυτά, για να δείξουμε την, πραγματικά, φρέσκια, ζωηρή εντύπωση που μας έκανε ανοίγοντάς το, το υπ’ αρ. 56 Ημερολόγιο 2009 με αδημοσίευτα έργα από τη συλλογή της ΑΓΕΤ Ηρακλής και θέμα τη «Λαϊκή Αγορά», με υπογραφή Παναγιώτη Τέτση.
Φόρος τιμής στο λαϊκό δρώμενο
«Είναι ν’ απορείς –γράφει στον πρόλογο η καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης, διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου σε διαρκή έκθεση υπάρχουν τα υπερμεγέθη έργα Τέτση, με θέμα τη “Λαϊκή Αγορά”– πώς κατάφερε να ζωγραφίσει αυτό το γιγάντιο έργο με φιγούρες που ξεπερνούν το φυσικό μέγεθος, στον στενό χώρο του λιλιπούτειου ατελιέ του Τέτση. Τέσσερα χρόνια (1979 - 1983) χρειάστηκαν στον ζωγράφο για να ολοκληρώσει το μνημειακό αυτό σύνολο, μια ζωφόρο που ξεπερνά τα πενήντα μέτρα. Είναι ένας φόρος τιμής στο λαϊκό δρώμενο που ξετυλίγεται κάθε Παρασκευή στην Ξενοκράτους, μπροστά στην πόρτα του. Ισως αυτή η απροσδόκητη ποιητική εκ του συστάδην να χάρισε ακόμη μεγαλύτερη οικειότητα σ’ αυτή τη σύνθεση τη γεμάτη ζωικό παλμό, όπου ο θεατής συγχέεται με τα πρόσωπα του έργου κι έχει την ψευδαίσθηση ότι συμμετέχει, βουτηγμένος κυριολεκτικά στο χρώμα»...
Η σύνθεση χτίζεται με πλατιές πινελιές από καθαρό χρώμα, που συντάσσει τις πιο απίθανες, τις πιο απροσδόκητες συζυγίες. Κι όσο βυθίζεσαι σ’ αυτή τη χρωματική πανδαισία, τόσο συνειδητοποιείς ότι στη ζωγραφική του Τέτση αφαίρεση και «εικασία του ορωμένου» συνυπάρχουν αρμονικά.
Για να καταλήξει η κ. Πλάκα: «Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στα χρωματικά προσχέδια της λαϊκής αγοράς που φιλοξενεί το Ημερολόγιο των τσιμέντων “Ηρακλής” του 2009. Με χειρονομιακές πλατιές πινελιές καθαρού χρώματος ο ζωγράφος “χτίζει” τα μοτίβα του, ενσωματώνοντας φιγούρες, αντικείμενα, εμπορεύματα σε μια ενιαία κλειστή επιφάνεια Πεμπτουσία του θεάματος, όπως το βίωσε ο ζωγράφος και το αποτύπωσε ο χρωστήρας του, διεκδικώντας και κερδίζοντας την ηδονική μέθεξη και του δικού μας βλέμματος. Η ζωγραφική του Τέτση στέλνει ένα μήνυμα αισιοδοξίας μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου του 2009»...
Ποιος και ποια δεν θα συμφωνήσει ότι η φράση «σήμερα έχουμε να πάμε Λαϊκή» μας φτιάχνει την ημέρα μας; Για μας και όχι μόνο «για τη φουκαριάρα τη μάνα μας» που μας πήγαινε...
Wednesday, September 10, 2008
Ένας ζωγράφος στην κουζίνα
ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008
«Στο κρατίδιό μου διατηρώ την καλή- κακή για τον σημερινό άνθρωπο- συνήθεια του τραταρίσματος»Η αγαθή αυτή διάθεση φιλοξενίας σκορπιζόταν σε όλους· στον νεαρό καλλιτέχνη όταν για ώρες είχε κουρνιάσει σε μια γωνιά της γειτονιάς με το καβαλέτο και τα σύνεργά του που για ώρες ανέπτυσσε την έμπνευσή του, η φιλόξενη γειτόνισσα δεν παρέλειπε την προσφορά του γλυκού και του νερού προς αναζωογόνηση. Σήμερα είναι εξαίρεση αν μια οικοδέσποινα ασχολείται με την υψηλή και ευγενή αυτή τέχνη ετοιμασίας τέτοιων προμηθειών και της προσφοράς σε γνωστούς και αγνώστους. Οι εποχές αλλάζουν· η εισβολή επισκεπτών τουρισμού μάς ισοπέδωσε».Με την εικόνα και την αίσθηση της θάλασσας (από την λατρεμένη του Ύδρα;) στα μάτια και την σκέψη, ο Παναγιώτης Τέτσης αφήνεται να φτάσει ως την ακροθαλασσιά, από εκεί που άρχισε να μιλά για τα γλυκά, τα κεράσματα, τις γεύσεις του:
«Κάτω, εκεί που ασημίζουν τα βότσαλα και πέρα τα πρασινογάλαζα βαθιά νερά, όπου η σπάνια οπτασία της οσφύος, των βοστρύχων και των ως μαργαρίτες ρανίδων ύδατος στους ώμους της Μοσχούλας, ήταν μόνον για τον εις ίμερον του έρωτα κυριαρχούμενον κοσμοκαλόγηρο. Μοσχούλες δεν υπάρχουν πια, παρά ψημένα μαυροτσούκαλα από ήλιο και τα ειδικά παρασκευάσματα.
Αυτήν την ώρα του δειλινού, τη θεία, πώς μπορεί να διακόπτει ένα θαλάσσιο ταξί με τις επιδόσεις σε ταχύτητα ράλι· έχει εξώσει Μοσχούλες και γοργόνες. Έστω κι έτσι, σ΄ αυτήν την αγαπημένη θάλασσα θα βουτήξω απόψε για να ξαναβαπτιστώ. Σ΄ αυτόν τον όρμο- αγκαλιά άρχισε κι αρχίζει πάντα μέρος της ζωής μου».
«Στο κρατίδιό μου διατηρώ την καλή-κακή για τον σημερινό άνθρωπο συνήθεια του τραταρίσματος» λέει ο ζωγράφος Παναγιώτης Τέτσης. «Αυτός ο δίσκος με το γλυκό, το ρακοπότηρο με μαστίχα, το λεμονάκι, το νεραντζάκι, το στριφτό, το περγαμόντο, το βύσσινο, τον καφέ, το δροσερό νερό, την ώρα που γέρνει ο ήλιος, στην ηρεμία μιας κλειστής αυλής (κατά την αρχαιοελληνική δόμηση) με τις γαρδένιες και τα φούλια ανθισμένα, είναι αυτό που αξίζει να το ζει κανείς, όπως την ίδια ώρα αν πάρει τον κατήφορο για το αυλάκι με τους θάμνους γύρω από τα σκαλοπάτια, τα γαλαζωπά αθάνατα (αλόες) μέσα από τα γκρίζα βράχια, την κονιζόχη (αντίδοτο στις ψείρες των κοτετσιών) και τα πεύκα όπου τα τζιτζίκια παρατείνουν ώς αργά το μεροκάματό τους· εκεί που ξεμυτίζουν τώρα οι ασφόδελοι και τα κυκλάμινα στις πλαγιές, αυτές οι πλαγιές κινδυνεύουν τώρα από την οικονομική βουλιμία εποίκων εργολάβων και επίορκων αρχιτεκτόνων».
Tuesday, July 22, 2008
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΕΤΣΗΣ : «Ας πάμε κόντρα σ΄ αυτό που αναμοχλεύει πάθη»
«Η επαφή μου με τη Σίφνο έγινε τυχαία», λέει στα «ΝΕΑ» ο Παναγιώτης Τέτσης. «Επρόκειτο να πάω διακοπές στην Πάτμο, αλλά δεν βρήκα εισιτήρια και τότε μου μίλησαν κάποιοι φίλοι για τη Σίφνο. Πριν από 40 και πλέον χρόνια δεν υπήρχαν τηλέφωνα, γι΄ αυτό λοιπόν και τηλεγράφησα στον δημοτικό ξενώνα να μου κρατήσουν δωμάτιο. Το πρωί που ξύπνησα αντίκρυσα ένα εκτυφλωτικό φως και μια θέα προς το Κάστρο και την Πάρο. Αυτοκίνητο δεν υπήρχε ούτε για δείγμα, μόνο γαϊδουράκια. Το φως με μάγεψε. Επέστρεψα και, το επόμενο καλοκαίρι, νοίκιασα και ατελιέ. Ξαναπήγα και το Πάσχα. Μέχρι που απέκτησα ένα σπιτάκι στεργιανό, μακριά από τη θάλασσα, όπου στο εργαστήρι μου άρχισα να δουλεύω μεγάλα- σε μέγεθος, όχι σε σπουδαιότητα- έργα μου. Αν και μικρός ο χώρος, τα κατάφερνα. Έκανα ακροβατικά με τα τελάρα των 4 μ.», θυμάται ο 83χρονος ζωγράφος. Το αποτέλεσμα είναι τοπία της Σίφνου καμωμένα με θερμά, γοητευτικά χρώματα, σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, αλλά και ορισμένα ασπρόμαυρα με σινική μελάνη και πινέλο (όχι πένα), ξαφνιάζοντας όσους έχουν ονομάσει τον Παναγιώτη Τέτση «ζωγράφο του χρώματος». «Με το ασπρόμαυρο βλέπεις περισσότερα από όσα με το χρώμα. Το χρώμα δεν σε αφήνει να πας πιο πέρα. Όταν βλέπεις το ασπρόμαυρο μετέχεις περισσότερο, γίνεσαι πιο ενεργός, ανοίγουν τα φτερά της φαντασίας σου, συνεργάζεσαι κατά κάποιον τρόπο», εξηγεί.
- Θα τολμούσατε ένα crash test ανάμεσα στην πατρίδα σας, την Ύδρα, και τη Σίφνο;
- Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο;
- Τ ι αλλάζει με τον χρόνο;
- Δεν νιώθετε την ανάγκη να αντιδράσετε μέσα από τη δουλειά σας;
