Το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης εγκαινιάζει στο Μέγαρο Εϋνάρδου (Αγ. Κωνσταντίνου 20) την έκθεση :
- ΧΡΟΝΗΣ ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ
- ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ
Εργο του Χρόνη Μπότσογλου με τίτλο «Sex». Η αναδρομική του καλλιτέχνη ξεκινά στις 28 Ιανουαρίου στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
- Τι σημαίνει μια αναδρομική έκθεση για έναν ενεργό ζωγράφο;, τον ρωτάμε με αφορμή την αναδρομική του, στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (Ωδείο Αθηνών, 28 Ιανουαρίου - 18 Απριλίου). «Σημαίνει ότι γέρασα», απαντά, γελώντας μάλλον μελαγχολικά. Ο 69χρονος ζωγράφος, από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της μεταπολεμικής τέχνης, αντιμετωπίζει την αναδρομική σαν μια «σούμα». Τι συμπέρασμα προκύπτει; «Μερικά έργα μου αρέσουν και χαίρομαι που τα έκανα. Τα πιο πολλά μου είναι αδιάφορα, δεν πέτυχαν».
Η «Νέκυια» είναι μία από τις βασικές ενότητες που θα παρουσιαστούν μαζί με τις: «Εικόνα του σώματος» (1979-1992), «Λιοτριβιά» (1978-1986), «Σελίδες ημερολογίου» (1980-1990). Για πρώτη φορά θα εκτεθεί η τελευταία ενότητα «Αναφορές» (2002-2009), με φανταστικά πορτρέτα πέντε καλλιτεχνών που επέδρασαν στη ζωγραφική του σκέψη (Φρ. Μπέικον, Βαν Γκογκ, Τζακομέτι, Μπουζιάνης, Χαλεπάς).
Στα 170 έργα (ζωγραφική, σχέδια, γλυπτική, κατασκευές, χαρακτικά κ.ά.) θα δούμε και μερικά που ο Μπότσογλου δημιούργησε σε μικρή ηλικία, καθώς ζωγράφιζε από εννέα ετών. Ανάμεσά τους, ένα πολύπτυχο που έφτιαξε στα 13 του, το 1954, το οποίο θεωρεί ένα από τα καλύτερά του.
Προ διετίας καταπιάστηκε με κάτι που θεωρεί πολύ δύσκολο: το τοπίο. «Ισως σε μερικά χρόνια», λέει, «τα καταφέρω».
Ο πρώην πρύτανης της ΑΣΚΤ εξοργίζεται όταν του ζητάμε να σχολιάσει το γεγονός ότι το ΕΜΣΤ δεν έχει ακόμη στέγη:
«Τι να σχολιάσω! Η μόνη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που δεν έχει Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης είναι η Αθήνα. Κουβαλάμε τον Παρθενώνα και δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε μια αξιοπρεπή πρόσοψη. Τι καθόμαστε και μιλάμε για όλα τα άλλα! Μας χαρακτηρίζει η υποκρισία, η ευκολία να λέμε ότι είμαστε απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Είμαστε οι κομπιναδόροι, που δεν μας πιστεύει κανείς. Σε όλη μου τη ζωή έκανα διάφορες προσπάθειες. Πολύ λίγα έγιναν, κολοβά και κουτσά».
Πάντως, δεν είναι αρνητικός να συμμετάσχει, ως μέλος κι όχι ως πρόεδρος, λέει, στο νέο ΔΣ του ΕΜΣΤ.
«Για την ελληνική πολιτεία, μόνο η εύκολη κατανάλωση είναι τέχνη. Πετάμε τόσα λεφτά για τη Γιουροβίζιον και δεν έχουμε ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης»
Τακτοποιεί τα φωτογραφικά του αρχεία στον υπολογιστή και ταυτόχρονα μιλάει τρυφερά στη γάτα του που νιαουρίζει για φαγητό. Το «βελάκι» σταματάει σε μια ζωγραφιά με έντονα χρώματα και αδρές πινελιές. «Είναι η κουζίνα του σπιτιού μου στη Θεσσαλονίκη.
Ημουν 14 χρονών όταν την έκανα», λέει ο Χρόνης Μπότσογλου. «Από παιδί ζωγράφιζα και ήξερα ότι αυτό θα είναι το επάγγελμά μου. Από τότε πουλούσα τα έργα μου σε περιοδικά και εφημερίδες. Επαιρνα απολύτως σοβαρά τη ζωγραφική μου. Μια φορά καθόμουν στην αυλή του σπιτιού μου όταν ένας συμμαθητής μου της πρώτης γυμνασίου ήρθε και μου τράβηξε το χαρτί που σχεδίαζα. Ε, λοιπόν τον κυνήγησα, παρ' ότι ανάρρωνα από εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας, και τον πλάκωσα στο ξύλο. Κι αυτός σχεδόν έκλαιγε: "Ρε Χρόνη, για πλάκα το έκανα..."»!
Νέοι πίνακες με τοπία
Τέτοιες εφηβικές ζωγραφιές, που φανερώνουν όμως ένα πηγαίο ταλέντο, περιλαμβάνει η μεγάλη αναδρομική έκθεση του Χρόνη Μπότσογλου που εγκαινιάζει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στις 28 του μήνα στο Ωδείο Αθηνών (επιμέλεια: Τίνα Πανδή). Με 200 έργα ξεδιπλώνονται ορισμένες από τις ενότητες που καθόρισαν την πολύχρονη πορεία του. «Η εικόνα του σώματος», «Λιοτρίβια», «Σελίδες ημερολογίου», «Νέκυια».
Η ανθρώπινη μορφή και το σώμα, δικά του πορτρέτα αλλά και οικείων προσώπων, ο βιωμένος χώρος, ο ρόλος της μνήμης, ο φόβος της φθοράς βρίσκονται στο επίκεντρο των αναζητήσεών του. Τελευταία ο καλλιτέχνης έκανε την ανατροπή και ασχολείται με το τοπίο, όμως αυτούς τους πίνακες δεν θα τους δούμε ακόμα.
Μια αναδρομική σημαίνει για τον Μπότσογλου ότι «κοιτάς το παρελθόν γιατί δεν μπορείς να δεις το μέλλον», μας λέει γελώντας. «Δεν μπορείς να ξεγελάσεις τον εαυτό σου, είναι μια απομυθοποίηση. Παλιά είχα διαβάσει μια συνέντευξη του Κοσμά Πολίτη, που έκανε απολογισμό και έλεγε: «Είναι πολύ αργά, δυστυχώς δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα». Βέβαια, έχεις μια ελπίδα μέχρι την τελευταία στιγμή ότι ίσως μπορέσεις να κάνεις μια καλή ζωγραφιά...».
Για τον ίδιο η ζωγραφική είναι «ο τρόπος που βλέπω τον κόσμο. Δεν τρέχω με την ταχύτητα ενός ραλίστα, έχω τους δικούς μου ρυθμούς. Μπορεί επί μήνες να ασχολούμαι με ένα έργο και ξαφνικά μια μέρα να το διορθώσω. Το βλέπω και σκέφτομαι, "μα τι έκανα μέχρι τώρα;"»
Στην έκθεση θα παρουσιαστούν πρώτη φορά και πορτρέτα του Μπέικον, του Βαν Γκογκ, του Τζιακομέτι, του Μπουζιάνη, του Χαλεπά, που φιλοτέχνησε ο Μπότσογλου. «Στην τέχνη μαθαίνουμε συνέχεια από τα έργα των άλλων και από τα λάθη μας», συνεχίζει. Αυτούς τους πέντε καλλιτέχνες τούς αισθάνομαι πιο κοντά, δεν είναι όμως οι μόνοι δάσκαλοί μου. Τελευταία ασχολούμαι με μια αυτοπροσωπογραφία του Βελάσκεθ. Την έκανε περίπου στην ηλικία μου, και από το βλέμμα του καταλαβαίνω απόλυτα πώς ένιωθε τότε».
Ο Χρόνης Μπότσογλου είναι εραστής της λογοτεχνίας και της κλασικής μουσικής. «Ανέκαθεν ένας χώρος τρέφει έναν άλλον», τονίζει. «Ας πούμε η μπαρόκ μουσική και ζωγραφική είναι ενωμένες. Τα αιτήματα είναι κοινά και κάθε νέα γενιά καλλιτεχνών απαντάει με τον τρόπο της στα προβλήματα που βάζει η ίδια η εποχή. Ετσι δημιουργούνται τα κινήματα και οι σχολές».
Σήμερα, όμως, που επικρατεί ο ατομισμός, μπορούν να δημιουργηθούν νέα καλλιτεχνικά κινήματα; «Ολος ο 20ός αιώνας είναι η εποχή του ατομισμού», απαντάει. «Κι όμως, βρέθηκε ένας Πικάσο κι ένας Μπρακ κι έκαναν τον κυβισμό, βρέθηκαν άλλοι τρεις κι έκαναν τον ντανταϊσμό. Εκεί που νομίζεις ότι όλα είναι σίγουρα έρχονται οι ανατροπές, αλλιώς η τέχνη θα ήταν σαν ένα νοσοκομείο καθαρό και αποστειρωμένο».
Στις δεκαετίες του '60 και του '70 ο ζωγράφος έδωσε το στίγμα του με μια τέχνη που είχε κοινωνικό προσανατολισμό. «Τότε πιστεύαμε πως μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο με τα τραγούδια μας και η βία ήταν στον πετροπόλεμο μιας διαδήλωσης. Ποιος πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο σήμερα; Υπάρχει τεράστια μοναξιά, νόημα δεν υπάρχει, σκοπός δεν υπάρχει...».
Γι' αυτό και η εξέγερση των νέων «είναι επακόλουθο μιας κοινωνίας απελπισμένων ανθρώπων. Δεν αγαπάμε τα παιδιά μας, στην ουσία τα μισούμε, γιατί έχουμε καταστρέψει τα πάντα, αυθαιρετούμε, διαλύουμε το μέλλον τους. Σκοτώνουμε τη ζωή και χύνουμε κροκοδείλια δάκρυα».
Ο ρόλος της τεχνολογίας
Για χρόνια δάσκαλος της Καλών Τεχνών, όπου διετέλεσε και πρύτανης, ο Χρόνης Μπότσογλου θα εκθέσει και ψηφιακές εικόνες. Πιστεύει ότι η τεχνολογία θα καθορίσει το μέλλον της τέχνης; «Κάθε φορά η τεχνολογία δίνει το καινούριο στίγμα, πολιτιστικό και ανθρώπινων σχέσεων», απαντάει. «Ας πούμε, στην αρχαιότητα, όταν πέρασε ο άνθρωπος από την εποχή του χαλκού στην εποχή του σιδήρου, άλλαξε ο τρόπος που σκάλιζε τα αγάλματα. Δεν κρίνω εάν έγιναν καλύτερα ή χειρότερα. Ωστόσο, πιστεύω ότι περισσότερο από την τεχνολογία αυτό που μας καθορίζει εδώ και αιώνες είναι τα ιδεολογήματα που έχουν να κάνουν με την αιωνιότητα, με το θάνατο και την αθανασία, με την ψυχή μας».
Αλλωστε, με τέτοια ερωτήματα έρχεται ο ίδιος αντιμέτωπος με τη ζωγραφική του, που είναι βιωματική και υπαρξιακή. *
Ο Χρόνης Μπότσογλου ανήκει στους κορυφαίους Ελληνες ζωγράφους της μεταπολεμικής τέχνης. Περισσότερες από πέντε δεκαετίες παρατηρεί τον κόσμο γύρω του και ιδιαιτέρως τους ανθρώπους και ζωγραφίζει αδιάκοπα.
«Ακόμα θέλουμε να κάνουμε κουμάντο. Μιλάω για μας τους γέρους» λέει ο Χρ. Μπότσογλου
Η ανθρώπινη μορφή, το γυμνό σώμα αποτελούν κυρίαρχα πεδία των καλλιτεχνικών του αναζητήσεων. Η ζωγραφική του, βιωματική, υπαρξιακή, αναμετράται με τις ρωγμές της ανθρώπινης φύσης, τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, τον ρόλο της μνήμης και τη σχέση του έργου με το παρελθόν και την ιστορία της τέχνης.
Στις 28 Ιανουαρίου εγκαινιάζεται στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (Ωδείο Αθηνών, Βασ. Γεωργίου 17-19Β και Ρηγίλλης) μεγάλη αναδρομική έκθεση με 170 έργα του, ζωγραφική, σχέδια, γλυπτική, κατασκευές, χαρακτικά, ψηφιακές εικόνες, εικονογραφήσεις. Οι επισκέπτες θα δουν τα σημαντικότερα έργα από τις βασικές ενότητες της πορείας του: «Η εικόνα του σώματος» (1979-1992), «Λιοτριβιά» (1978-1986), «Σελίδες Ημερολογίου» (1980-1990), την πολύπτυχη μνημειακή εγκατάσταση «Νέκυια» (1993-2000) και την τελευταία σημαντική ενότητα του καλλιτέχνη με τίτλο «Αναφορές» (2002-2009), δηλαδή μια σειρά φανταστικών πορτρέτων πέντε καλλιτεχνών, του Φ. Μ. Μπέικον, του Β. Βαν Γκογκ, του Α. Τζιακομέτι, του Γ. Μπουζιάνη και του Γ. Χαλεπά, που επέδρασαν καταλυτικά στη ζωγραφική του.
Ο Χρόνης Μπότσογλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1941. Σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ και στην Ecole des Beaux-arts του Παρισιού. Το 1989 εκλέχτηκε καθηγητής στην ΑΣΚΤ, στην οποία διετέλεσε αντιπρύτανης και πρύτανης από το 2001 έως και το 2006.
«Τα έργα που έχω κάνει στη ζωή μου είναι πολύ περισσότερα. Θα χρειάζονταν άλλες πέντε εκθέσεις όπως αυτή για να τα δείξω. Με την ευκαιρία, πάντως, της έκθεσης βρήκα και κάποια που είχα πουλήσει το 1960, ορισμένα που οι κάτοχοί τους αρνήθηκαν να μου τα δώσουν... Θα δείτε κυρίως τις θεματικές ενότητες που με απασχόλησαν μέσα στα χρόνια. Δεν μπόρεσα ποτέ να κάνω αφηρημένη, ανεικονική τέχνη. Δούλεψα αρκετά με το μοντέλο, τη φωτογραφία και ακόμα περισσότερο από μνήμης. Μ' ενδιέφερε να δω πώς θυμόμαστε τα πράγματα. Η "Νέκυια", για παράδειγμα, είναι ένα ενιαίο έργο που αφορά τη λειτουργία της μνήμης. Ζωγράφισα από μνήμης πρόσωπα που τα ήξερα και δεν ζούσαν».
«Ναι, πιο πολύ ανθρώπους ζωγράφισα. Εχω καταγράψει σχεδόν όλους τους φίλους μου, όχι μόνο σε χρώμα αλλά και σε σχέδια. Εχω κρατήσει περίπου 2.000 σχέδια προσώπων που έκανα σε μπλοκάκια στις ταβέρνες. Οποιος ήταν απέναντί μου τον ζωγράφιζα. Ηταν οι εποχές που είχα κόψει το τσιγάρο και ήθελα να απασχολώ τα χέρια μου. Τρόπον τινά είναι ένα ημερολόγιο εικαστικό. Δεν ζωγράφισα ποτέ φανταστικούς τόπους. Ο Κόντογλου, για παράδειγμα, περιγράφει μοναστήρια και τόπους, που δεν υπήρχαν, τους επινόησε και τους φαντάστηκε. Δεν υπάρχει, βέβαια, ζωγραφική με κάποιο ενδιαφέρον χωρίς εικαστική φαντασία. Δείτε τη ζωγραφική του Παπαλουκά. Εκανε μεν τόπους που υπήρχαν και τους έβλεπε, δεν τους αναπαριστούσε, όμως, πιστά. Κι εγώ όταν ζωγραφίζω ένα μοντέλο δεν θέλω να στέκεται ακίνητο απέναντί μου. Μ' ενδιαφέρει η αίσθηση και η παρουσία του προσώπου στο χώρο. Το ακίνητο μοντέλο μοιάζει σαν να φορά μια μάσκα και να κρύβεται. Αυτή η ζωντανή σχέση που δημιουργείται μεταξύ ζωγράφου και μοντέλου, αν δουλευτεί σωστά, περιγράφεται και στον καμβά».
«Εφτασα στο Παρίσι το 1970 όταν τέλειωνε ο Μάης του '68. Ηταν εκεί κι όλοι οι Ελληνες που είχαν φύγει από τη χούντα. Το ελληνικό σπίτι στο Παρίσι ήταν ακόμα υπό κατάληψη. Από εκεί και μετά υπήρχαν οι παρέες, η επανάσταση που γινόταν στα καφενεία... Το μεγάλο κέρδος ήταν η επαφή μου με τα μουσεία και τις μεγάλες εκθέσεις. Τη ζωγραφική του Φράνσις Μπέικον εκεί την είδα πρώτη φορά σε μια μεγάλη έκθεση στο Γκραν Παλέ: το μισό είχε έργα του Λεζέ και το άλλο μισό του Μπέικον. Οταν είσαι νέος, όλα είναι ωραία. Ακόμα και μέσα στη δικτατορία. Τώρα, έτσι κι αλλιώς, ηλικιακά δεν χωράς στην εποχή. Το κακό είναι ότι ακόμα θέλουμε να κάνουμε κουμάντο. Μιλάω για μας τους γέρους».
«Οχι. Δεν ξέρω γιατί. Και ο Λούσιαν Φρόιντ ζωγραφική κάνει. Ο Φράνσις Μπέικον, ο Σουτίν κι ο Τζιακομέτι, πριν κάνει γλυπτική, όλοι ζωγράφιζαν. Αναφέρομαι σε ανθρώπους που είχαν μεγάλη επίδραση σε μένα».
«Δεν κατάλαβα ποτέ αυτή την άποψη. Κάποτε έλεγαν ότι το σινεμά θα εξαφανίσει το θέατρο. Δεν βγαίνει ένα είδος για να αναιρέσει κάποιο άλλο. Απλώς προσθέτει μια καινούργια εμπειρία. Και η τεχνολογία, τώρα, δεν μας αλλάζει συνολικά, προσθέτει απλώς μια καινούργια εμπειρία. Εκτός κι αν αρχίσουμε και κάνουμε άλλου είδους γονιδιακές παρεμβάσεις...»
«Ο πατέρας μου αγαπούσε τα γράμματα, δεν έμαθε πολλά ο άνθρωπος, μέχρι την έκτη Γυμνασίου πήγε και η μητέρα μου μέχρι τη δευτέρα Δημοτικού. Είχαμε όμως βιβλιοθήκη στο σπίτι και φρόντισαν να σπουδάσουν όλα τους τα παιδιά. Η μητέρα μου, ορφανό κοριτσάκι, έφτασε με τα πόδια στην Ελλάδα το 1922 από τη Βίζα της Ανατολικής Θράκης. Και ο πατέρας μου καταγόταν από τη Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης. Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Οταν κατάλαβαν ότι μου άρεσε η ζωγραφική, άρχισαν να με πηγαίνουν στις λίγες εκθέσεις που γίνονταν στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη. Είχα λάβει μέρος και σε μια έκθεση όταν ήμουν 12 χρόνων. Από το Δημοτικό είχα αποφασίσει ότι θα γίνω ζωγράφος, αυτή ήταν η δουλειά μου. Δεν είχα ποτέ πρόβλημα επαγγέλματος και οι γονείς μου, παρ' όλο που δεν είχαμε χρήματα, το αποδέχτηκαν. Ο πατέρας μου δούλευε κάποια στιγμή στους σιδηροδρόμους, η μητέρα μου έμαθε κέντημα και ράψιμο. Θεωρώ τον πατέρα μου από τους σπάνιους ανθρώπους, σώφρονα και πολύ φιλοσοφημένο. Τα δώρα του ήταν πάντοτε βιβλία».
«Μια ζωγραφιά είναι το τι λέει και πώς το λέει. Υπάρχουν ζωγράφοι που είναι εύκολο να τους διαβάσεις και να καταλάβεις τι κάνουν και άλλοι που δυσκολεύεσαι. Ο Ντα Βίντσι είναι πολύ κλειστός, ερμητικός ζωγράφος. Ο Βαν Γκογκ είναι ακόμα πιο κλειστός. Φαινομενικά στους πίνακές του είναι όλα ανοιχτά, αλλά τελικά δεν μπορείς να κατανοήσεις πώς βγαίνει η ένταση της ζωγραφικής του. Παρατηρώντας τα κίτρινα χρυσάνθεμά του αναρωτιέσαι από πού βγαίνει αυτό το φως. Ξέρεις ότι είναι το τάδε κίτρινο. Βάλε κι εσύ όμως το ίδιο κίτρινο στον καμβά και θα δεις ότι δεν βγαίνει με τίποτε. Αυτή είναι και η χημεία που λέμε. Πάνω στην παλέτα το χρώμα είναι μπογιά. Μέχρι να φτάσει στο μουσαμά και να γίνει χρώμα, σ' αυτή τη διαδρομή, γίνεται μια περίεργη μετάλλαξη. Ολη αυτή η απίστευτη μεταφυσική του Ρόθκο για παράδειγμα, πιο μεταφυσική κι από εκείνη του Μάλεβιτς, είναι κρυμμένη στη βαφή του καμβά. Αυτά τα ερωτήματα είναι και το περιεχόμενο της ζωγραφικής. Ολες οι τέχνες, άλλωστε, ερωτήματα βάζουν».
«Ηταν ο πρώτος τόπος που πήγα καλοκαιρινές διακοπές με τη γυναίκα μου όταν τέλειωσα το στρατό. Τον τελευταίο καιρό, μάλιστα, άρχισα να ζωγραφίζω και μια σειρά τοπίων του νησιού. Ημουν άνθρωπος της πόλης, δεν είχα καμία σχέση με το χώρο της υπαίθρου και την απέκτησα εκεί. Με τρόμαζε πάρα πολύ η φύση και η ηρεμία της, έβλεπα ένα ζουζουνάκι, μια σαύρα και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Τώρα πια δεν με τρομάζει η φύση, θα έλεγα ότι την αγαπώ». *
Καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και πρύτανης για 6 χρόνια, ο Χρόνης Μπότσογλου πιστεύει πως στη χώρα μας φοβόμαστε, γενικώς, τις αλλαγές
«Αποφάσισα να πάω στη Σχολή την εποχή που τα παιδιά μου έπρεπε να σπουδάσουν και είχα ανάγκη τα χρήματα. Διαφορετικά θα έπρεπε να καλλιεργήσω μια "κοσμικότητα", που δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα μου. Να τρέχω να γνωρίσω τον τάδε, να μιλήσω στον δείνα για να πουληθούν τα έργα μου. Γι' αυτό έγινα καθηγητής, για να μην εξαρτώμαι πολύ από τέτοιου είδους σχέσεις. Ξέρετε τι σημαίνει να έχεις δύο μωρά παιδιά, να χρωστάς δύο ενοίκια, να έρχονται Χριστούγεννα και να μην έχεις δεκάρα; Θυμάμαι κάποια στιγμή που ήρθε ο συλλέκτης Λουκάς Λουκάκης και αγόρασε ένα μικρό ντοσιέ δικό μου με ακουαρέλες. Πήρα ένα ποσόν, γύρω στα τρεις χιλιάδες ευρώ σημερινά χρήματα. Ηταν η καλύτερη πώληση που είχα κάνει. Ξόφλησα τα νοίκια και κάναμε και γιορτές».
«Ολες οι σχολές έχουν προβλήματα. Πρέπει να προσδιορίζουν συνεχώς το εκπαιδευτικό τους στίγμα. Η σχολή θα πρέπει ν'αποκτήσει και άλλα τμήματα. Δεν μπορείς να βγάζεις μόνο ζωγράφους ή καθηγητές. Γιατί να μην αποφοιτούν και γραφίστες ή να μην υπάρχουν τμήματα και για τις νέες τεχνολογίες;».
«Αρκετά προβλήματα δημιουργούνταν και από μέσα. Εκείνοι που δεν θέλανε τότε τα καινούργια τμήματα ήταν οι καθηγητές που φαινομενικά ήταν και οι πιο προοδευτικοί. Ο Κεσσανλής, για παράδειγμα, δεν τα ήθελε, η Ρένα η Παπασπύρου δεν τα ήθελε. Αναφέρομαι σε πολύ καλούς καλλιτέχνες. Για παράδειγμα, ο Λάπας δεν σου μαθαίνει να στήνεις ένα άγαλμα, αλλά είναι ένας σπουδαίος γλύπτης. Ο Χουλιαράς μπορεί να σου πει τι σημαίνει "σχέση γλυπτού - αρχιτεκτονήματος", αυτό κάνει σε όλη του τη ζωή. Μπορεί κάλλιστα να υπάρχουν και οι δύο. Δεν κατάλαβα ποτέ αυτές τις αγκυλώσεις...».
«Θεωρώ γενικότερα την ελληνική κοινωνία πάρα πολύ συντηρητική. Φοβάται να δοκιμάσει οποιαδήποτε αλλαγή. Δεν είναι τυχαίο το ότι το ΚΚΕ μανιπουλάρει ουσιαστικά όλο τον πανεπιστημιακό χώρο. Λέει όχι στην αξιολόγηση. Δηλαδή, να κάνει ό,τι θέλει ο καθένας και να μην κρίνεται ποτέ; Πώς θα γίνεις ανταγωνιστικός αν δεν εντοπίσεις τα λάθη σου; Η κατάσταση, επίσης, με τη στέγαση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης είναι γελοία. Η Αννα Καφέτση έχει κάνει τα πάντα, αλλά το κτίριο δεν προχωράει. Για να δούμε τι θα γίνει τώρα. Την ξέρω αυτή την ιστορία από την αρχή. Με είχε φωνάξει ο Σταύρος Μπένος και μου ζήτησε να κάνω μια πρόταση για τα εικαστικά. Συστάθηκε μια τεράστια επιτροπή 20 ατόμων και εξετάσαμε τα θέματα των μουσείων, αν για παράδειγμα το Κρατικό Μουσείο Θεσσαλονίκης θα συγχωνευτεί με το Μακεδονικό και πολλά άλλα. Ανάμεσα στις προτάσεις της Επιτροπής ήταν και η αγορά της συλλογής Κωστάκη, που θα προίκιζε το εδώ Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Με το που ανέλαβε υπουργός Πολιτισμού ο Βενιζέλος η συλλογή πήγε, αμέσως, στη Θεσσαλονίκη. Τώρα το ΕΜΣΤ αγοράζει κάποια έργα, δωρίζουμε κι εμείς κάποια, αλλά στην ουσία δεν έχει μεγάλη συλλογή. Αυτά κάνει η Πολιτεία: ρουσφέτια και δεκάδες πολιτιστικές εκδηλώσεις κατωτάτου επιπέδου στην επαρχία. Δεν σκέφτεται καθόλου τις υποδομές. Από αυτή τη χώρα λείπουν δυστυχώς οι θεσμοί».
**Διάρκεια έκθεσης έως 18 Απριλίου
Μέρες πριν από τα εγκαίνια της έκθεσής του στον Πόρο έφθασε ο Χρόνης Μπότσογλου στο νησί του Αργοσαρωνικού. Ηθελε να επιμεληθεί ο ίδιος προσωπικά το στήσιμο του «Γιαλού», της έκθεσης μιας σειράς από ακουαρέλες και κατασκευές τις οποίες δημιούργησε ο ίδιος κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών του στη Μυτιλήνη από το 2005 ως σήμερα. Και, όπως φάνηκε, είχε λόγο γι΄ αυτό. Ο πρώην πρύτανης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών έστησε τα έργα του ανά μεγάλες θεματικές ενότητεςπ.χ. 35 δημιουργίες η καθεμία-, με τέτοιον τρόπο ώστε να δίνουν συγκεκριμένα και έντονα οπτικά ερεθίσματα στον επισκέπτη μιας δουλειάς μάλλον ιδιαίτερης σε σχέση με ό,τι μας έχει συνηθίσει. Μιας δουλειάς από τις λίγες του καλλιτέχνη που «μιλούν» για τη χαρά της ζωής και δηλώνουν ότι ο εμπνευστής της διακρίνεται από μια ξεκάθαρη αίσθηση του χιούμορ.
Δεν είχε πολλούς επισκέπτες η γκαλερί Citronne το περασμένο Σάββατο, ημέρα των εγκαινίων της έκθεσης. Πολλοί ωστόσο από τους ντόπιους αλλά και τους παραθεριστές στο νησί δεν παρέλειψαν να κάνουν ένα πέρασμα, με αποτέλεσμα το παραδοσιακής νησιωτικής αρχιτεκτονικής νεοκλασικό κτίριο να γεμίζει κάθε τόσο από κόσμο. Οι επισκέπτες περιδιάβασαν έναν χώρο που συνδυάζει τον μινιμαλισμό και την αισθητική των γκαλερί της Νέας Υόρκης με την αμεσότητα της θάλασσας και την απλότητα ενός νησιού και περιπλανήθηκαν στην εικαστική καταγραφή των θερινών βιωμάτων του καλλιτέχνη, ο οποίος εστιάζει σε λεπτομέρειες- λίγα κοχύλια, μικρά, σκόρπια κομμάτια ξύλου, μικρά μορφώματα βράχων- αιχμαλωτίζοντας με έναν παιχνιδιάρικο τρόπο, με αμεσότητα και φρεσκάδα τις μικρές, εφήμερες και ευχάριστες στιγμές των διακοπών. Τρόπος ο οποίος συχνά υπογραμμίζεται με λέξεις-«κλειδιά», γραμμένες πάνω στα έργα. Στο ημιδιαφανές μέσο της ακουαρέλας καταγράφονται αυτούσιες οι ευχάριστες στιγμές χαλάρωσης στην ακρογιαλιά: μια αναφορά στην έννοια του ελληνικού καλοκαιριού που ο καλλιτέχνης μοιράζεται με το κοινό του.
Η ώρα της συνομιλίας του καλλιτέχνη με λίγους φίλους και δημοσιογράφους στην αυλή της γκαλερί, λίγο προτού πέσει η αυλαία των εγκαινίων, έλαβε τον χαρακτήρα προσωπικής εξομολόγησης. Ο Χρόνης Μπότσογλου μίλησε για πολλά. Για την τέχνη τού σήμερα και του χθες, για το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, για τον καιρό των έντονων πολιτικοποιήσεων και για το μεγάλο του όραμα να δημιουργήσει τμήμα Ιστορίας και Θεωρίας της Τέχνης στην ΑΣΚΤ - με την πραγματοποίησή του ο ίδιος αποφάσισε να παραιτηθεί. Δέχθηκε πολλές ερωτήσεις, προσπάθησε να δώσει διαφωτιστικές απαντήσεις και δεν αποχώρησε παρά μόνον αφού πήρε να βραδιάζει για τα καλά και το πλήθος διαλυόταν ησύχως. Πάντως ακόμη κι εκείνοι που χόρτασαν από την αρμύρα των έργων του καλλιτέχνη, υποσχέθηκαν ότι θα ξαναπεράσουν. Θα έχουν την ευκαιρία ως τις 26 Αυγούστου: ως τότε θα παραμείνει εκεί η έκθεση.
Περισσότερες πληροφορίες: Γκαλερί Citronne, 22980 22401 και info@citronne.com.
- ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ | TO BHMA, Τρίτη 28 Ιουλίου 2009