- Στην Γκαλερί του Ρίτσαρντ Ντεμπλ στο Λονδίνο εντόπισε η Σκότλαντ Γιαρντ και παρέδωσε σήμερα στην Ελληνική πρεσβεία, έξι εικόνες που είχαν κλαπεί από εκκλησίες της Ελλάδας.
Tuesday, April 12, 2011
'Εξι κλεμμένες εικόνες από την Ελλάδα εντοπίστηκαν στο Λονδίνο
Thursday, February 18, 2010
Επαναπατρισμός εικόνων
Χτες νωρίς το πρωί επαναπατρίστηκαν από τη Βασιλεία της Ελβετίας τέσσερις τοιχογραφίες που είχαν κλαπεί τον Αύγουστο του 1978 από τον Ι. Ν. Παλαιοπαναγιάς στη Στενή Ευβοίας.
Οι τοιχογραφίες παραδόθηκαν χτες από την Εισαγγελία της Βασιλείας στη διευθύντρια της 23ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Δρ. Ευγενία Γερούση και έφτασαν στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας χτες το πρωί. Τα κιβώτια που τις μετέφεραν άνοιξαν στα εργαστήρια του μουσείου, παρουσία της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Πολιτισμού Τουρισμού.
Ο ιστορικός, κηρυγμένος ναός της Παλαιοπαναγιάς είναι ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Εύβοιας. Αν και έχει υποστεί νεότερες επεμβάσεις που αλλοίωσαν τη μορφή του εσωτερικά και εξωτερικά, διασώζει στο εσωτερικό του αξιόλογες τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο 16οαιώνα. Τη δεκαετία του 1970 πραγματοποιήθηκαν επανειλημμένες παραβιάσεις του ναού, κατά τις οποίες αφαιρέθηκαν βίαια από αρχαιοκαπήλους επτά τμήματα τοιχογραφιών με μορφές αγίων από τις κατώτερες ζώνες του διακόσμου. Οι αρχαιολόγοι περισυνέλεξαν από το δάπεδο του ναού κομμάτια τριών από τις τοιχογραφίες αυτές, συντηρήθηκαν και βρίσκονται στο Βυζαντινό Μουσείο. Ευτυχώς, βρέθηκαν πρόσφατα και οι άλλες τέσσερις τοιχογραφίες, σε αποθήκη στη Βασιλεία της Ελβετίας. Πρόκειται για τις τοιχογραφίες με τις μορφές των αγίων Νικήτα, Ερμόλαου, Μακαρίου και Νέστορος.
Οι τοιχογραφίες θα συντηρηθούν στα εργαστήρια του Βυζαντινού Μουσείου, προκειμένου το σύνολο να μεταφερθεί στη συνέχεια στην Εύβοια και να εκτεθεί στο προετοιμαζόμενο διαχρονικό μουσείο της Χαλκίδας.
Saturday, September 5, 2009
Από το Βυζάντιο στη νεότερη εποχή
Για την υποδοχή της έκθεσης, αναπροσαρμόζεται η τελευταία αίθουσα του πρώτου μέρους της έκθεσης των βυζαντινών συλλογών του Μουσείου «Η τελευταία αναλαμπή», που αναφέρεται στην εποχή των Παλαιολόγων. Παρουσιάζεται η «Πνευματική και καλλιτεχνική κινητικότητα τον 15ο αιώνα», με πρωτότυπο εκθεσιακό υλικό και οπτικοακουστικά μέσα.
Η έκθεση του δεύτερου μέρους των μεταβυζαντινών συλλογών συγκροτείται από έντεκα ενότητες, που αναπτύσσονται σε έξι άξονες. Στον πρώτο, «Η ενετική κυριαρχία και οι Γραικοί», παρουσιάζονται όψεις του πολιτισμού σε βενετοκρατούμενες περιοχές (Κρήτη, Επτάνησα). Στην Κρήτη, η ζωγραφική φορητών εικόνων ανθεί και δρουν ορισμένοι από τους γνωστότερους κρητικούς ζωγράφους, οι οποίοι παρουσιάζονται εδώ. Ανάμεσά τους οι: Αγγελος, Δαμασκηνός, Κλόντζας, Λαμπάρδος και Βίκτωρ. Η αναφορά στα Επτάνησα γίνεται μέσα από πλήθος φορητών εικόνων, προϊόντα της εγκατάστασης των Κρητικών ζωγράφων μετά την άλωση του Χάνδακα και της ανάμειξης με τα τοπικά στοιχεία - ιδιαίτερα επηρεασμένα από τη βενετική παρουσία. Ανάμεσά τους, έργα της ανανέωσης της θρησκευτικής ζωγραφικής μέσα από το χρωστήρα ζωγράφων (Τζάνε, Πουλάκη, Μόσκου, Κόνταρη, Καραντινού και Δοξαρά).
Στην «Οθωμανική κατάκτηση και το Γένος» παρουσιάζονται όψεις της κοινωνίας και της τέχνης στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας. Εκτίθενται έργα μικροτεχνίας, κεντητικής, γλυπτικής και ζωγραφικής από την Ηπειρο και τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, το Αιγαίο, τη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα πλέον την Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Σε ξεχωριστό χώρο παρουσιάζεται «Το έντυπο και ο νέος ελληνισμός», που αναφέρεται στα ελληνικά και ξένα τυπογραφεία της εποχής. Η συμβολή των ελληνικών και ξένων τυπογραφείων ήταν καθοριστική για τη συγκρότηση της ταυτότητας του Νέου Ελληνισμού. Μέσω του εντύπου εισέρχονται στον ελλαδικό χώρο οι ιδέες και αξίες της Ευρώπης του Διαφωτισμού και σταδιακά βρίσκουν πρόσφορο έδαφος οι επαναστατικές ιδέες. Την αφήγηση του εκθεσιακού υλικού, συμπληρώνουν μια σειρά οθονών που διαπραγματεύονται θέματα όπως τα δυτικά τυπογραφεία γενικότερα και τα ιταλικά ειδικότερα, το θρησκευτικό βιβλίο κατά τους μεταβυζαντινούς χρόνους και τα τυπογραφεία του ελληνισμού της διασποράς, τον Ουμανισμό και τον νεοελληνικό Διαφωτισμό, τον Δαπόντε, καθώς και τον Ρήγα Βελεστινλή και την εποχή του.
Η παρουσίαση των μεταβυζαντινών συλλογών του Βυζαντινού Μουσείου, κλείνει με τη «Θρησκευτική ζωγραφική στο νεοελληνικό κράτος». Η θρησκευτική ζωγραφική του 19ου αιώνα στρέφεται προς τη δυτικότροπη, τρισδιάστατη ζωγραφική, ενώ παράλληλα επιβιώνουν παραδοσιακές τάσεις, που μπορούν να χαρακτηριστούν «λαϊκές».
Τέλος, βγαίνοντας ο επισκέπτης από το Μουσείο, θα έχει τη δυνατότητα να βλέπει διαφορετικές κάθε φορά περιοδικές εκθέσεις, σχετικές με την πρόσληψη του Βυζαντίου και της τέχνης του από καλλιτέχνες της νεότερης και σύγχρονης εποχής, κάτω από τον γενικό τίτλο «Το Βυζάντιο και η νεότερη τέχνη». Ο θεσμός αυτός θα ξεκινήσει με την παρουσίαση της εξάμηνης περιοδικής έκθεσης «Η υποδοχή της βυζαντινής τέχνης στη νεότερη ελληνική ζωγραφική στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα».