Monday, January 24, 2011

Λίζη Καλλιγά: «Η δουλειά μου είναι ένα ρεπορτάζ συναισθημάτων»


Φωτογραφική δουλειά της Λίζης Καλλιγά

Η κομψή κυρία, που καθόταν πίνοντας ήρεμα τον καφέ της ένα γκρίζο μεσημέρι στο Μουσείο Μπενάκη παρατηρώντας έξω το δρόμο με τα πολλά αυτοκίνητα και τους ελάχιστους πεζούς, μάλλον ήταν άγνωστη για τους περισσότερους επισκέπτες του εκείνη την ώρα. Αν και όλοι είχαν δει τις φωτογραφίες της, τις Κόρες της Ακρόπολης τυλιγμένες στα λινά τους να κυριαρχούν σε μία από τις αίθουσες του μουσείου αιχμαλωτίζοντας το βλέμμα με την κρυμμένη ομορφιά τους. Λίγοι εξάλλου θα μπορούσαν να τη φανταστούν να πεζοπορεί για 22 ολόκληρα χιλιόμετρα προκειμένου να ακολουθήσει τη διαδρομή που έκαναν και οι αρχαίοι για να φθάσουν μέσω της Ιεράς Οδού στην Ελευσίνα και να λάβουν μέρος στα περίφημα Ελευσίνια Μυστήρια. Η ακόμη, να στήνει ένα έργο της, το «Στίγμα» στο Ισραήλ, σε ένα ολόκληρο γήπεδο του μπάσκετ. Και να βραβεύεται όμως, στη Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας ανάμεσα σε πλήθος άλλων καλλιτεχνών. Η κυρία Λίζη Καλλιγά όμως, χαράκτρια, ζωγράφος, φωτογράφος είναι η ήρεμη δύναμη στο χώρο των εικαστικών.
«Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό για την ευκαιρία που μου δόθηκε να αποτυπώσω τα αγάλματα κατά την προετοιμασία τους να μεταφερθούν από το παλιό μουσείο της Ακρόπολης στο νέο», λέει η ίδια. «Ο χώρος εκεί μέσα είχε μία ατμόσφαιρα κλινικής, ήταν σαν χειρουργείο. Συντηρητές και αρχαιολόγοι με άσπρα γάντια περιτριγύριζαν τα αρχαία αντικείμενα. Τυλιγμένα στα πανιά τους τα αγάλματα γίνονταν μυστηριώδη και με έναν παράξενο τρόπο έμοιαζαν ζωντανά κάτω από το λευκό ύφασμα που τα σκέπαζε. Με το μυαλό μου έφτιαχνα παραμύθια και ιστορίες, με τη μηχανή μου προσπαθούσα να κάνω εικόνα όλα αυτά που έβλεπα και αισθανόμουν».
Στην αίθουσα του Μουσείου Μπενάκη αντίθετα, όπου κάτω από τον τίτλο «Μετοίκησις» εκτίθενται οι «δικές» της Κόρες ο χώρος λάμπει από φως. Οχι από το τεχνητό του μουσείου αλλά από αυτό που αναβλύζουν οι φωτογραφίες. Οπως λέει όμως η ίδια «Η τέχνη είναι ένα κλειδί, μία αφορμή για να κάνεις τον θεατή να δει πίσω από το έργο. Αυτές οι φωτογραφίες δεν είναι εικόνες αλλά το όχημα για να νιώσει κανείς αυτό που αισθάνομαι εγώ». 
Η φωτογράφηση του νέου Μουσείου Ακρόπολης δεν την ενδιαφέρει όμως, γιατί όπως λέει «Είναι ακόμη πολύ καινούργιο, εγώ έχω μείνει με την αίσθηση του παλαιού». Από την άλλη τα μουσεία μοιάζει να είναι ο φυσικός της χώρος, ειδικά όταν πρόκειται για το Εθνικό Αρχαιολογικό ή για της Ολυμπίας. «Τα αετώματα του ναού του Δία στην Ολυμπία ίσως είναι τα κορυφαία στην αρχαία τέχνη», λέει. Και κάποτε που πήγε στο Λούβρο, αλλά δεν είχε μαζί της τη φωτογραφική της μηχανή, το μετάνιωσε. Γιατί εκεί μπροστά στην Αφροδίτη της Μήλου, όπου σταματούν όλοι Αμερικανοί, Γερμανοί, Ιάπωνες ένιωσε τόσο δυνατά το αίσθημα _ δέος και συγκίνηση _ των ανθρώπων απέναντι στην ομορφιά, που για να διορθώσει την παράληψή της, ξαναγύρισε αργότερα στο Παρίσι για να το καταγράψει. Μία έκθεση ειδικά γι΄ αυτή τη συνάντηση _ δική της και των άλλων_ με την Αφροδίτη της Μήλου ήταν ο καρπός αυτού του έργου.
«Η δουλειά μου είναι ένα ρεπορτάζ συναισθημάτων», λέει η κυρία Καλλιγά. «Θέλω να επικοινωνώ μέσω της τέχνης χρησιμοποιώντας όμως το συναίσθημα, που προκύπτει ύστερα από βαθιά και επίπονη επεξεργασία, όχι περιγραφικά».
 
Χαράκτρια, ζωγράφος, φωτογράφος χρησιμοποιώντας κάθε μέσον έκφρασης, αφού όπως λέει «Στα χέρια του καλλιτέχνη τα πραγματικά εργαλεία, είναι μέσα του» η Λίζη Καλλιγά μεγάλωσε σε οικογένεια καλλιτεχνών και διανοουμένων, ο παππούς της ήταν ζωγράφος, η μητέρα της επίσης, ο θείος της διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης. «Θυμάμαι τον Πικιώνη, τον Σπυρόπουλο κι άλλους πολλούς αλλά δεν υπήρχε κάτι να μου κάνει εντύπωση, γιατί όλοι αυτοί ήταν στον περίγυρο της οικογενείας μου», λέει. Δεν είναι περίεργο λοιπόν, που και η ίδια ήθελε να σπουδάσει ιστορία της τέχνης. «Στα 21 μου όμως βρέθηκα με το πρώτο μου παιδί και τα σχέδια έμειναν πίσω. Οταν λοιπόν αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στην Σχολή Καλών Τεχνών ήμουν ήδη 32 ετών και με τρία παιδιά. Δεν ήταν εύκολα εκείνα τα χρόνια».
Σήμερα έχοντας χαράξει το δικό της δρόμο στην τέχνη, ξέρει καλά πού να αναζητήσει ερεθίσματα. «Η αρχαιολογία και η ιστορία βρίσκονται πάντα μέσα στη δουλειά μου», λέε. «Τώρα βρίσκομαι «Στα ίχνη του Παυσανία» του Λακαριέρ, ένα βιβλίο που είναι πολύ κοντά στην αντίληψη που έχω και εγώ για τους δρόμους. Με ενδιαφέρει η συνέχεια και η Ελλάδα είναι ο κατεξοχήν τόπος της συνέχειας στην ιστορία,τη γεωγραφία, τη γλώσσα».

Sunday, January 23, 2011

Ελληνικό άρωμα σε διεθνή διαγωνισμό

Τέσσερις συμμετοχές Ελλήνων στις φωτογραφίες που διακρίθηκαν στο γαλλικό περιοδικό «Photo»
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή είναι που σκάνε μύτη τα αποτελέσματα από τον παγκόσμιο διαγωνισμό ερασιτεχνών φωτογράφων, του γαλλικού περιοδικού «Photo». 

 
Και κάθε χρόνο καμαρώνουμε τα δικά μας τα παιδιά που ξεχωρίζουν και βλέπουν τα ενσταντανέ τους να δημοσιεύονται στο ειδικό, επετειακό τεύχος. Φέτος πήγαμε καλούτσικα σε σχέση με άλλα έτη, καθώς μόνο τρεις έλληνες ερασιτέχνες εραστές του φακού προκρίθηκαν στις τελικές επιλογές. Συν άλλο ένα Ελληνόπουλο που δήλωσε συμμετοχή μέσω Γαλλίας, συν ένα ελληνικό τοπίο, απολύτως χαρακτηριστικό, που το απαθανάτισε Ελβετός.

Ολίγα στοιχεία για τον διαγωνισμό, πριν πάμε σε ονόματα και διευθύνσεις. Οπως σημειώνει και το σχετικό editorial του «Photo», οι συμμετοχές ξεπέρασαν τις 50.000 προερχόμενες από 70 χώρες της υφηλίου. Ηταν και η τριακοστή επέτειος του διαγωνισμού που βοήθησε την προβολή του παγκοσμίως, ήταν και η ευκολία να στέλνει κανείς τη συμμετοχή ηλεκτρονικά (παρότι ο σέρβερ του εντύπου είδε κάποια στιγμή τον Χριστό φαντάρο), ήρθε κι έδεσε το γλυκό. «Οι ερασιτέχνες μας είναι υπέροχοι», ανακοίνωσε το «Photo» και επιφυλάχθηκε για ακόμη καλύτερες μέρες και φωτογραφίες.

Στους δικούς μας ανθρώπους τώρα. Στην κατηγορία «Γυμνό» ο Πάρις Κοντογονάς εξ Αθηνών διακρίθηκε με ένα πολύ αισθησιακό (στα όρια του «kinky») ενσταντανέ, ενώ εδώ έκανε την εμφάνισή της και η (κατά τι πιο συγκρατημένη) συμμετοχή του Αναστάς Ραφτοπουλός από τη γαλλική Νίκαια. Οι επόμενες ελληνικές διακρίσεις ήρθαν στην κατηγορία «Τοπία» με τους Φώτη Μαυρουδάκη από την Καβάλα και Δημήτρη Καρβουντζή από την Αθήνα. Στη συγκεκριμένη κατηγορία βρήκαμε και μια φωτογραφία της Βιβιάν Κρετόλ από την Ελβετία, όπου απαθανατίζεται με πολύ όμορφο τρόπο η περίφημη παραλία Ναυάγιο της Ζακύνθου. [Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011]

Πίσω από μια κάμερα υπάρχει και η δημιουργία


Ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης μιλάει για το όραμά του στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης

  • Συνέντευξη στον Ηλια Μαγκλινη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011
Ο κοινός τόπος σύμφωνα με τον οποίο «ζούμε στην εποχή της εικόνας» δεν λέει όλη την αλήθεια. Η φωτογραφία, για παράδειγμα, ως τέχνη και ως μέσο, περνάει και αυτή τη δική της μεταβατική φάση, αλλάζει, μεταβάλλεται διαρκώς. Σε αυτό το πλαίσιο, το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, που ιδρύθηκε το 1998, και από το 2000 λειτουργεί στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης (Αποθήκη Α΄, 1ος όροφος), μέσα από ένα πλήθος δράσεων, προσπαθεί να βρίσκεται διαρκώς στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων.

«Την ονομάζουν όγδοη, αργοπορημένη τέχνη, τη φωτογραφία», μας είπε ο διευθυντής του μουσείου, Βαγγέλης Ιωακειμίδης, ο οποίος βρέθηκε για λίγο στην Αθήνα. «Για κάποιους είναι λαϊκή τέχνη, η αλήθεια όμως είναι ότι η φωτογραφία είναι μια παρεξηγημένη υπόθεση, και όχι μονάχα ως τέχνη». Πράγματι· «φωτογραφία; Μπορώ κι εγώ να το κάνω», λένε κάποιοι και δεν είναι λίγοι. Ή, επίσης, η διάχυτη, αβασάνιστη αίσθηση ότι ο φωτογράφος αναπαράγει παθητικά αυτό που βλέπει μέσα από την κάμερα ως ένας απλός αντιγραφέας του πραγματικού. Οι περισσότεροι, όμως, λησμονούν ότι πίσω από μια κάμερα βρίσκεται ένα μάτι, ένας νους, ένας συγγραφέας τρόπον τινά, που τελικώς μεταμορφώνει το πραγματικό. Ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης, ο οποίος βρίσκεται στο «τιμόνι» του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης από το 2005, μας δείχνει την κάρτα του μουσείου: ένα μικρό χάρτινο «κάδρο» με τα απαραίτητα στοιχεία τυπωμένα πάνω. «Ακόμα και έτσι προσπαθούμε να υπενθυμίζουμε στον κόσμο τη φιλοσοφία του κάδρου, που είναι η φωτογραφία. Οτι είναι μια σύνθεση, κάτι δημιουργικό και απαιτητικό. Γενικά, η στρατηγική που ακολούθησα από τότε που ανέλαβα τη διεύθυνση ήταν να αναδείξουμε τις διαφορετικές χρήσεις της φωτογραφίας, τις διαφορετικές περιόδους της, να δουλέψουμε σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο ταυτόχρονα, να μην περιοριστούμε στη Θεσσαλονίκη, αλλά να προωθήσουμε την ελληνική φωτογραφία σε άλλες πόλεις της Ελλάδας καθώς και στο εξωτερικό. Η φωτογραφία έχει και το πλεονέκτημα ότι είναι μια παγκόσμια γλώσσα, δεν χρειάζεται μετάφραση, και βέβαια, είναι γνωστό ότι η επίδρασή της στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση είναι άμεση και βαθιά».

Ο Β. Ιωακειμίδης δίνει μεγάλη έμφαση στην «ταυτότητα εκθεσιακού προγραμματισμού» του μουσείου, μέσα από τη δημιουργία εκθεσιακών κύκλων με συγκεκριμένη δομή προγράμματος και ποικίλες θεματικές, π.χ., «Ματιές στην πόλη», «Ελληνες κλασικοί φωτογράφοι», «Ελληνες της διασποράς», «Ελληνες και ξένοι δημιουργοί» κ.ά. «Μπορεί να είμαστε μονοθεματικό μουσείο», τονίζει ο Β. Ιωακειμίδης, «όμως θέλουμε διαρκώς να υπογραμμίζουμε τη σχέση της φωτογραφίας με τις άλλες τέχνες, με την ίδια τη ζωή πάνω απ’ όλα, έτσι ώστε να ανοιγόμαστε σε ένα ευρύ κοινό, πέρα από το ειδικό κοινό του χώρου».

Το έργο που επιτελέστηκε την τελευταία πενταετία (2006-2010) στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης αποτελεί, κατά τον κ. Ιωακειμίδη, πραγμάτωση ενός οράματος όσον αφορά τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η φωτογραφία ως φορέας γνώσης, ανακάλυψης, αλλά και συνάντησης του κοινού με το μέσο, με τους φωτογράφους, αλλά και με τον κόσμο, όπως αυτός απεικονίζεται μέσα από το βλέμμα των δημιουργών, όποια χρήση της φωτογραφίας και εάν υπηρετούν (φωτογραφία ντοκουμέντου, καλλιτεχνική, τεκμηριωτική, επιστημονική, φωτορεπορτάζ) είτε πρόκειται για παρουσίαση φωτογραφικών εκθεμάτων στο πλαίσιο μιας έκθεσης, μιας έκδοσης ή στο Διαδίκτυο.

«Στόχος του μουσείου», τονίζει ο κ. Ιωακειμίδης, «ήταν να μπορέσει να διαφυλάξει την πολιτιστική κληρονομιά και να προωθήσει τη σύγχρονη δημιουργία. Αυτός επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό την τελευταία πενταετία, καθώς οι συλλογές του μουσείου διπλασιάστηκαν και οι δράσεις αναπτύχθηκαν τόσο, ώστε οι φωτογράφοι να έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν δίκτυα γνωριμιών, ιδιαίτερα με το εξωτερικό, και να παρουσιάζουν το έργο τους και σε άλλες χώρες. Το μουσείο είχε ανάγκη επίσης να γίνει πιο εξωστρεφές και να μπορέσει να προσελκύσει το ενδιαφέρον του Τύπου και του κοινού. Και αυτοί οι στόχοι επιτεύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό, όπως αποδεικνύεται από τον όγκο της αποδελτίωσης και από την αύξηση της επισκεψιμότητας που σημειώθηκε σε εκθέσεις του μουσείου εντός του χώρου του, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού».

Το Μουσείο Φωτογραφίας περιλαμβάνει πέντε αρχεία με 100.000 φωτογραφικά αντικείμενα και πάνω από 2.500 έργα από 200 καλλιτέχνες. «Το 55% προέρχεται από Ελληνες δημιουργούς», υπογραμμίζει ο κ. Ιωακειμίδης, προσθέτοντας: «Είμαστε ο θεματοφύλακας του αρχείου Μπουασονά, έχουμε επίσης ένα αρχείο με πρωτότυπα έργα της Nelly’s. Τα παλαιά αρχεία ξεκινούν από 1880 και φτάνουν έως το 1970, ενώ τα αρχεία με σύγχρονα έργα ξεκινούν από 1970 και φτάνουν στο σήμερα».
  • Η PhotoBiennale
Μέσα στις πολλές δραστηριότητες του μουσείου περιλαμβάνεται και η PhotoBiennale, που αποτελεί μετεξέλιξη του παλαιότερου Φεστιβάλ Φωτογραφίας. «Το φεστιβάλ αυτό έχει ηλικία είκοσι ενός χρόνων και ήταν ετήσιο. Από το 2008 διοργανώνεται ανά διετία με μεγάλη επισκεψιμότητα. Ωστόσο, το να δαμάσεις την πόλη δεν είναι καθόλου εύκολο. Βεβαίως, η Θεσσαλονίκη έχει πλέον μια παράδοση στα φεστιβάλ. Το κοινό είναι μεν υποψιασμένο, όμως μπορεί να μεγαλώσει κι άλλο. Ποτέ δεν είμαστε ικανοποιημένοι και δεν αρκούμαστε με όσα καταφέρνουμε».
Τον ρωτούμε αν αισθάνεται πιο αισιόδοξος με τον νέο δήμαρχο. «Μακάρι να τα καταφέρει ο νέος δήμαρχος, διότι όποιος μπαίνει στη διοίκηση, τα πράγματα δυσκολεύουν. Τουλάχιστον ας πάει ένα βήμα μπροστά τη νοοτροπία, την αντίληψη. Δεν θα είναι καθόλου λίγο».
  • Καταξιωθήκαμε στον ευρωπαϊκό χάρτη
Κατά τον κ. Ιωακειμίδη, το μουσείο χρειαζόταν να εδραιωθεί στον ευρωπαϊκό χάρτη, ώστε να μπορεί, πρώτον, να διεκδικεί συνεργασίες με φορείς του εξωτερικού και να παρουσιάζει στο κοινό εκθέσεις διεθνούς σημασίας, και αντίστροφα να εξάγει εκθέσεις με ελληνικές φωτογραφίες στο εξωτερικό. Επίσης, να αυξήσει το κύρος του απέναντι σε χορηγούς, από την Ελλάδα και το εξωτερικό, και, τέλος, να δώσει την ευκαιρία στους Ελληνες φωτογράφους και στη συνέχεια σε δημιουργούς από την ευρύτερη περιοχή να θεωρούν το μουσείο ως έναν πόλο έλξης και συνάντησης με ειδικούς από τη φωτογραφία από όλο τον κόσμο (όπως και συμβαίνει τις περιόδους των PhotoBiennale που διοργανώνουμε και στα portfolio reviews). Θα έλεγα ότι αυτό επιτεύχθηκε, όπως φαίνεται από τις συνεργασίες με πληθώρα ελληνικών και διεθνών φορέων, από τη χορηγία της ελβετικής τράπεζας Pictet και από την παρουσίαση έκθεσης ελληνικής φωτογραφίας στη Νίκαια της Γαλλίας το 2008, προτού παρουσιαστεί στην Art-Athina και στη συνέχεια στον χώρο του μουσείου». Τα τελευταία χρόνια, το μουσείο έχει διοργανώσει 326 εκθέσεις, που παρουσίασε στον χώρο του, όσο και σε άλλους εκθεσιακούς χώρους σε πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού, τις οποίες επισκέφθηκαν περισσότερα από 500.000 άτομα.

Φωτογραφίζοντας μυστικά τοπία


Ο Νίκος Μάρκου στη νέα του έκθεση βλέπει την Ελλάδα με τον δικό του τρόπο
  • Της Mαργαριτας Πουρναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011
Aνακάλυψη δεν είναι να βρίσκει κανείς καινούργια τοπία, αλλά να βλέπει τα ίδια πράγματα από μια νέα οπτική γωνία, έλεγε ο Μαρσέλ Προυστ. Οι φωτογραφίες του Νίκου Μάρκου –από τους καλύτερους Ελληνες φωτογράφους της γενιάς του μαζί με τον Πάνο Κοκκινιά– διδάσκουν τον θεατή πώς να ανακαλύπτει εικόνες - κρυμμένους θησαυρούς σε μέρη ανύποπτα. Μέσα από τον φακό του, μια πλαγιά του Υμηττού, ένα νταμάρι, ο ακάλυπτος του πατρικού του σπιτιού στην Πετρούπολη, αποκτούν διαφορετική οντότητα.

Στη νέα του έκθεση, που εγκαινιάζεται την Παρασκευή 21 Ιανουαρίου στην αίθουσα τέχνης Α.Δ. (Παλλάδος 3, Ψυρρή), με δεκαεπτά λήψεις του, οι θεατές θα δυσκολευτούν να καταλάβουν πού βρίσκονται οι τόποι, τους οποίους αιχμαλώτισε. Ισως αυτό να είναι το ζητούμενο. Η αίσθηση ότι το «κάδρο» έχει τη δική του αξία, χωρίς να μπορεί κανείς να το εντάξει στη γεωγραφία της πόλης ή της περιφέρειας. Το εξασκημένο μάτι του Μάρκου απομονώνει μια τυχαία σκηνή, το τμήμα ενός τοπίου, αποκόπτοντας το «περίγραμμα». Φτιάχνει έτσι μια καινούργια οπτική σύνθεση με τους δικούς του όρους.

Ο φωτογράφος καθιερώθηκε χάρις στα πορτρέτα που έκανε στους κατοίκους του Περάματος αλλά και στους εργάτες στο Γκάζι. Αργότερα το βλέμμα του άλλαξε: έκανε μια σειρά με πανοραμικά τοπία όπου υπήρχαν –είτε υπαινικτικά είτε πιο έντονα– ίχνη ανθρώπινων παρεμβάσεων. Στην τελευταία του ενότητα πάλι άλλαξε ρότα: «Αποφάσισα να εγκαταλείψω το παραλληλόγραμμο φορμά, διότι εντυπωσίαζε εύκολα τον θεατή και δεν ήθελα να παγιδευτώ», ομολογεί στην αρχή της κουβέντας που κάναμε στο εργαστήριό του.

Η συνάντηση με τις εικόνες που τον κέντριζαν, είχε το δικό της τελετουργικό: «Οποτε διέθετα ελεύθερο χρόνο έπαιρνα τη μοτοσικλέτα μου και ξεκινούσα ένα ταξίδι στο άγνωστο. Πήγαινα σε μονοπάτια, χωματόδρομους, εξερευνούσα και ξαφνικά έβλεπα κάτι που με ενδιέφερε. Φωτογράφιζα για να ταξιδεύω. Ταξίδευα για να φωτογραφίζω», λέει ο Μάρκου στην «Κ», που ακόμα δεν αποχωρίζεται τη συντροφιά των δύο τροχών. Εδώ και 30 χρόνια, ο Μάρκου έχει γυρίσει ένα μεγάλο τμήμα της Ελλάδας, κρατώντας ένα είδος οπτικού ημερολογίου.

Τον ρωτάμε τι έχει αλλάξει στο φυσικό τοπίο αυτές τις τρεις δεκαετίες: «Μαζί με το τοπίο αλλάζουμε πάντα και εμείς οι ίδιοι. Γίναμε υπερκαταναλωτικοί, λαίμαργοι για αγαθά, για πλουτισμό, για ανέλιξη. Θελήσαμε να μεταμορφωθούμε γρήγορα σε κάτι διαφορετικό, “καλύτερο”. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Οταν πρωτοπήγα στο Πέραμα το 1980, τα σπίτια είχαν ανοιχτές τις πόρτες. Ηταν φτιαγμένα με κάθε λογής οικοδομικά υλικά και οι παλαιοί βοηθούσαν τους καινούργιους στο χτίσιμο του παράνομου οικισμού. Υπήρχε ένα είδος κοινότητας, που τα μέλη της έτρωγαν και γλεντούσαν παρέα. Μια κατάσταση αυθεντική και ανόθευτη, που ασκούσε μεγάλη γοητεία. Το 1995, που ξαναπήγα, οι παράγκες είχαν γίνει σπίτια με κλειδωμένες πόρτες, δεν κυκλοφορούσε ψυχή στο δρόμο και οι γείτονες δεν μιλούσαν ο ένας στον άλλο. Αυτό σε μικροκλίμακα χαρακτηρίζει όλη την Ελλάδα».
  • Μάρτυρας επεμβάσεων
«Αυτό δεν είναι ελληνικό φαινόμενο», μας εξηγεί ο Μάρκου. «Οι ευρωπαϊκές πόλεις έχουν πιο καθαρό και προσεγμένο ιστορικό κέντρο, αλλά στην περιφέρειά τους μπορεί να βρεις γκέτο ή παραγκουπόλεις. Σίγουρα οι ξένοι έχουν μεγαλύτερη έγνοια για το περιβάλλον. Φωτογραφίζοντας την Ελλάδα, γίνομαι μάρτυρας επεμβάσεων στο τοπίο αλλά δεν είναι πάντα από τους ανθρώπους. Η φύση δεν αφήνει τίποτα ίδιο, εξελίσσεται. Ακόμα και αν πάρω φωτογραφία έναν ελαιώνα και επιστρέψω να πάρω το ίδιο ακριβώς πλάνο σε ένα χρόνο, θα είναι διαφορετικό».

«Ο φωτογράφος αφηγείται ιστορίες με τον δικό του τρόπο και, πριν πατήσει το κουμπί, έχει την πλοκή στο μυαλό του. Απλώς το κάνει με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα σε σχέση με τον ζωγράφο ή τον λογοτέχνη», επισημαίνει ο Μάρκου. Την περασμένη άνοιξη, το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης έκανε ένα μεγάλο αφιέρωμα στη δουλειά του. Η έκθεση στην Α.Δ. «Τόπος – Πτυχές του Χώρου» θα διαρκέσει μέχρι και τις 5 Μαρτίου.

Saturday, January 22, 2011

ΓΙΩΡΓΗΣ ΒΑΡΛΑΜΟΣ: «Ενθεα»... ανθρώπινη, χειροποίητη χαρακτική

Ανήκει στη χορεία των εκλεκτότερων «μαθητών», του μεγάλου δημιουργού και φωτισμένου δασκάλου- «οδηγητή» της Ελληνικής Τέχνης, Γιώργου Κεφαλληνού, για «έξοδό» της από τα σαλόνια της αστικής τάξης- η οποία εκτός των άλλων προνομίων της, αυτή και μόνον, απολάμβανε τα έργα Τέχνης- και τη συμπόρευσή της με τις ανάγκες, τα δικαιώματά, τους κοινωνικούς και απελευθερωτικούς αγώνες του λαού. Ο σπουδαίος ζωγράφος- χαράκτης Γιώργης Βαρλάμος είχε τη μεγάλη τύχη να είναι ένας από τους τρεις «μαθητές» του (οι άλλοι ήταν η Λουίζα Μοντασάντου και ο Νίκος Δαμιανάκης) που ο Κεφαλληνός επέλεξε για να δουλέψουν μαζί του, επί τρία χρόνια στο εργαστήρι του για ένα μνημειώδες και ανεπανάληπτο καλλιτεχνικό και εκδοτικό επίτευγμα. Τη ζωγραφική και χαρακτική αποτύπωση σε ένα λεύκωμα δέκα μοναδικών - διεθνώς - αριστουργηματικών αρχαίων αγγείων, που ανήκουν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Το σπανιότατο σήμερα, συλλεκτικό λεύκωμα «ΔΕΚΑ ΛΕΥΚΕΣ ΛΥΚΗΘΟΙ».Ως χρέος τιμής στον αλησμόνητο δάσκαλό του Γ. Κεφαλληνό, ο οποίος του δίδαξε την πιο προοδευτική, την πιο οικεία, την πιο προσβάσιμη από το λαό τέχνη, την τέχνη της χαρακτικής, ο Γιώργος Βαρλάμος αφιερώνει το νέο του πανέμορφο λεύκωμα «ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ (σημειώσεις από το εργαστήριο - τεχνική της χαρακτικής - αρχή της τυπογραφίας - έργα χαρακτικής)», σε έκδοση (όπως και το προηγούμενο λεύκωμα του Βαρλάμου «ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΑ») της «Σύγχρονης Εποχής».

Ο άλλοτε «μαθητής» του Κεφαλληνού, κορυφαίος εν ζωή «δάσκαλος» της χαρακτικής, της εικονογράφησης βιβλίων και της καλλιτεχνικής τυπογραφίας, Γιώργης Βαρλάμος, με τον πρόλογο και τα άλλα κείμενά του σε αυτό το βιβλίο - λεύκωμα μεταλαμπαδεύει όσα διδαγμένα από τον Κεφαλληνό καλλιέργησε σε μέγιστο βαθμό με τη μακρόχρονη εικαστική δημιουργία του. Ο Βαρλάμος με τα κείμενά του σ' αυτό το λεύκωμα «παραδίδει» μαθήματα, μοναδικής ιστορικής, θεωρητικής και πρακτικής γνώσης, νοηματικής πυκνότητας και καλλιτεχνικής σοφίας, για τα διάφορα είδη και τις τεχνικές της χαρακτικής και της τυπογραφίας.Της τυπογραφίας, βέβαια, «πριν τη φωτοσύνθεση. Ο αιώνας μπορεί σήμερα να καυχιέται για δύο μεγάλα κατορθώματα, θα 'λεγα, όπως έκανε το φτωχό - φτωχότερο, έτσι έκανε και το άσχημο - ασχημότερο. Εύγε!...», όπως τονίζει σε μια σημείωση του προλόγου του.
  • Χαρακτική - δρόμος προς τη μόρφωση
«Τσαλαπετεινός» (λιθογραφία)
Ο Βαρλάμος προλογικά επισημαίνει ότι «η χαρακτική άνοιξε το δρόμο προς τη μόρφωση του ανθρώπου με τη γέννηση της τυπογραφίας και κατά συνέπεια με την ευρεία κυκλοφορία του βιβλίου, απρόσιτου μέχρι τότε στο λαό, γιατί το βιβλίο ήταν χειρόγραφο και προσιτό μόνο στην ολιγαρχία...».

Η εικονογράφηση του βιβλίου πρωτοξεκίνησε με το χειρόγραφο βιβλίο. Πολύ αργότερα η εικονογράφηση με τη χαρακτική και άλλα μέσα (κλισέ, offset, γραφικές τέχνες) ήρθαν να συμβάλουν στην ευρεία κυκλοφορία βιβλίων και εντύπων. Αλλά «η τεχνική όσο τέλεια και να 'ναι - και πρέπει να 'ναι - έρχεται δεύτερη». Πρώτο πρέπει να είναι το έργο τέχνης, γιατί αυτό «είναι κατάθεση ψυχής!...», πιστεύει ο δάσκαλος Γ. Βαρλάμος.

Πρώτο «μάθημά» του η χαρακτική, που χωρίζεται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες, των οποίων η αξιακή σειρά είναι η εξής: Ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο (σήμερα γίνεται και σε πλαστική ύλη). Χαλκογραφία και τα είδη της (βελονογραφία, οξυγραφία, λιπογραφία, τεχνική της ζάχαρης - ανακατεμένη με μαύρη σινική μελάνη, στιγμιογραφία, maniere noire, ακουατίντα). Λιθογραφία. Τέλος, η μεταξοτυπία, που ελάχιστα χρησιμοποιήθηκε από τον καλλιτεχνικό χώρο, ενώ «στο βιομηχανικό κατά διαστήματα γίνεται μόδα κι ύστερα εξαφανίζεται για χρόνια».

Ο Γ. Βαρλάμος ξεκαθαρίζει, βέβαια, ότι «δεν είναι η "κουζίνα"» της κάθε τεχνικής «που κάνει το έργο τέχνης», αλλά «η μαγική έλξη που ασκεί η θέα του αντιτύπου, η γοητεία που εκπέμπει, η ανεξήγητη γοητεία που αγγίζει το βάθος της ψυχής μας όσο τίποτε άλλο...».
  • Η προϊστορία της τυπογραφίας
Το δεύτερο «μάθημα» αφορά στην τυπογραφία. Πού και πώς ξεκίνησε; «Αρχισε με τους Κινέζους, τους Φοίνικες ή τον Γουτεμβέργιο; Στη Μαγέννη ή στο Χαρλέμ; Πόσοι λαοί δε φιλοδοξήσανε τα πρωτεία!», σημειώνει ο Βαρλάμος. Θυμάται ότι ο Λουδοβίκος ΧΙΙ έλεγε: «Η τυπογραφία ήτανε εφεύρεση περισσότερο θεία παρά ανθρώπινη» και τους «Νόμους» του Πλάτωνα, όπου ο αρχαίος φιλόσοφος διατυπώνει τη σκέψη πως τα βιβλία θα γράφονταν ευκολότερα αν υπήρχαν ξύλινα γράμματα.

«Παπαρούνες», (λιθογραφία)
Η πρώτη προσπάθεια εκτύπωσης κεφαλαίων γραμμάτων σε χειρόγραφα βιβλία αρχίζουν από τον Χ αιώνα. Το ΧΙΙΙ αιώνα η εκτύπωση κεφαλαίων γραμμάτων γενικεύεται, καθώς οι καλλιγράφοι σκάλιζαν με το χέρι κεφαλαία γράμματα, τύπωναν το μαύρο κεφαλαίο και ύστερα το χρωμάτιζαν με διάφορα χρώματα και χρυσά.

Αιώνες πριν, όμως, οι ξυλογράφοι δουλεύανε για τη βαφή υφασμάτων. Κι όταν πρωτόρθε στην Ευρώπη χαρτί από την Αραβία, οι ξυλογράφοι σκαλίζανε τις φόρμες για τα λινά, αλλά και τα πρώτα Incunables (βιβλία τυπωμένα με ξύλινες πλάκες, με σκαλισμένες τις εικόνες και το κείμενο της κάθε σελίδας, κάθε σελίδα και άλλο ξύλο). Από τη συντεχνία των σταμπαδόρων («Printer») τυπώθηκαν τα πρώτα βιβλία.
  • Οι πρώτες ύλες
Οι πρώτοι που τυπώσανε με μεταλλικά στοιχεία ήτανε δουλευτάδες του μετάλλου. Ο Γουτεμβέργιος σκάλιζε μεντάγιες. Ο Waldfogel και ο Mentelin ήταν χρυσοχόοι. Προϋπόθεση για να γίνει κάποιος τυπογράφος ήταν να μπορεί να σκαλίζει μήτρες και να χύνει τους χαρακτήρες. Υστερα ερχότανε το μελάνωμα και το τράβηγμα, σημειώνει ο Γ. Βαρλάμος, και ιστορεί τα υλικά και τις μεθόδους γραφής αρχαίων πολιτισμών.

Οι Ινδοί σοφοί έγραφαν σε φύλλα φοινικιάς. Οι Αιγύπτιοι σε λινά υφάσματα, ενώ τα δημόσια έγγραφα σε μολυβένια φύλλα. Οι Ασύριοι σε τούβλα, χαράζοντάς τα με «στύλο» πριν τα ψήσουν και σε όστρακα σπασμένων αγγείων. Σε παλαιότερες εποχές έγραφαν σε ξύλινες πλάκες. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε ο πάπυρος (έως τον Χ αιώνα ήταν το φθηνότερο και συνηθέστερο υλικό γραφής). Τον πάπυρο ακολούθησε η περγαμηνή (δέρμα, η διφθέρα των αρχαίων), όπου μπορούσαν να γράφουν και στις δύο πλευρές της, να την ξύσουν και να ξαναγράψουν με αντίστροφη φορά (αυτή τη διαδικασία σημαίνει η λέξη παλίμψηστο). Με την περγαμηνή πήρε το βιβλίο τη γνωστή μορφή του.
  • Η εφεύρεση του χαρτιού
«Ερωτικό» (λιθογραφία)
Οι Κινέζοι χιλιάδες χρόνια πριν τους Ευρωπαίους κατασκεύαζαν χαρτί. Από τον ΙΧ αιώνα χαρτί χρησιμοποιούσαν στην Κίνα, στην Κορέα και την Ιαπωνία. Αργότερα, από Κινέζους αιχμαλώτους, έμαθαν οι Αραβες να κατασκευάζουν χαρτί. Ετσι την εποχή του Χαρούντ-Ελ-Ρασίντ, στη Βαγδάτη, το χαρτί αντικατέστησε την περγαμηνή. Τότε το χαρτί το έφτιαχναν από στουπί λιναριού, από κανάβι και αμυλόκολλα. Με τις κατακτήσεις των Μουσουλμάνων, η χρήση του χαρτιού εξαπλώθηκε - από το Αλγέρι και το Μαρόκο - στην Ισπανία, στην Ιταλία το 1278 και στη Γαλλία το 1312. Από το ΧΙΙΙ αιώνα στην Ευρώπη το χαρτί φτιαχνόταν από πολτοποιημένα άσπρα κουρελόπανα.Ο Βαρλάμος «διδάσκει» ότι η «προγονική» τεχνική κατασκευής χαρτιού «προίκισε τα παλιά βιβλία μ' ένα υλικό που ζηλεύουμε σήμερα μ' όλη τη βιομηχανική πρόοδο της εποχής. Τα παλιά ολλανδέζικα και βενετσιάνικα χαρτιά, πώς χαίρεσαι να τα ψηλαφίζεις, να τα χαϊδεύεις. Χαρτιά γεμάτα, γερά, γυαλιστερά όσο πρέπει. Υλικό υπέροχο, απόχρωση θερμή, γκραίνο απαλό. Πάνω κει τα μαύρα ήτανε βελούδο, τα κόκκινα κοράλι».

Στη συνέχεια, περιγράφει τα χαρακτηριστικά των χαρτιών στις συνήθεις εκδόσεις. Το «μπουφάν», το «σατινέ», το «γκλασέ», το «σπειρωτό» (ή όφσετ), το «κουσέ» (ή «ιλουστρασιόν»), το χαρτί χωρίς κόλλα, με μισή κόλλα, ή με ζελατίνα, τα χαρτιά καλυμμάτων και εξωφύλλων, τη διαδικασία χρωματισμού του χαρτιού, κι ακόμα τα χαρακτηριστικά ποιότητας ή ελαττωματικότητάς των χαρτιών, τα «εξωτικά» χαρτιά (λ.χ. το κινέζικο και γιαπωνέζικο), τα μεγέθη και σχήματα του χαρτιού και την εκτύπωση με διπλωμένα μια ή και περισσότερες φορές τα φύλλα του χαρτιού.
Η «αρχιτεκτονική» του βιβλίου
 
Περιγράφει τη φυσιολογία των τυπογραφικών στοιχείων, διαφόρων τύπων γραμμάτων - γραμματοσειρών και της σελιδοποίησης, που είναι «η αρχιτεκτονική του βιβλίου», ώστε να είναι καλαίσθητο και ευανάγνωστο. Ο Βαρλάμος πιστεύει ότι «οποιοδήποτε και αν είναι το θέμα του και οσοδήποτε λίγο και αν έχει διακοσμηθεί, ένα βιβλίο μπορεί να 'ναι ένα πραγματικό έργο τέχνης, αν τα στοιχεία με τα οποία τυπώθηκε είναι ωραία και αν αυτοί που το τύπωσαν επιμεληθήκανε τη γενική του εμφάνιση. Ενα βιβλίο χωρίς κανένα στολίδι μπορεί να 'ναι πραγματικά ωραίο αν η αρχιτεκτονική του σύνθεση είναι καλή». Στην καλή «αρχιτεκτονική σύνθεση» παίζουν σημαντικό ρόλο και η στοιχειοθέτηση του γενικού τίτλου του βιβλίου, των τίτλων των κεφαλαίων, της αφιέρωσης, του μότο που πιθανόν χρησιμοποιεί και του προλόγου. Και γι' αυτά τα θέματα, όπως και για τη στοιχειοθέτηση των ποιημάτων, δίνει μεγάλο «μάθημα» ο Βαρλάμος.

«Μνημόσυνο στην Ε.Ζ.» (χαλκογραφία)
Μα το συναρπαστικότερο «μάθημα» που δίνει ο Βαρλάμος, «μάθημα» κι απόδειξη της μεγάλης τέχνης του, «μάθημα» - χαρά της όρασης, του νου και της ψυχής - είναι τα ίδια τα μαυρόασπρα και έγχρωμα δημιουργήματα της «ένθεα» ανθρώπινης τέχνης των χεριών του, που περιλαμβάνονται στο λεύκωμα, το οποίο κλείνει με σύντομο βιογραφικό του.
«Χειμώνας» (έγχρωμη ξυλογραφία)

«Το λιμάνι του Πειραιά» (χαλκογραφία)

«Το χωριό Πύργος» (ξυλογραφία)

Ξυλογραφία

Α. Ε., ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 23 Γενάρη 2011

Η Αθήνα στο Μονακό

Εξωθεσμική, δίχως κρατική συμμετοχή και συνδρομή, σε ιδιωτικό χώρο, η έκθεση ελληνικής τέχνης στο Μονακό, εξαιρετικά φροντισμένη τόσο στον εξωτερικό όσο και στον εσωτερικό χώρο, μια καλή στιγμή για τον τόπο και τους καλλιτέχνες μας. 

Η γκαλερί Sem-Art, στο ετήσιο αφιέρωμά της σε μία χώρα της Ευρώπης, έκανε φόκους το 2011 στην Ελλάδα με την έκθεση που εγκαινιάστηκε και θα τρέχει έως τις 10 Μαρτίου. 

Στην εξαιρετική φροντίδα, στέκομαι όχι μόνο στην παρουσίαση των έργων και στα προβλήματα που λύθηκαν ακόμη και αν υπήρξαν αλλά και στον μπουφέ των εγκαινίων με ελληνικά μεζεδάκια και ποτά, με τρόπο κομψό ωστόσο που δεν έκανε σε καμιά περίπτωση φολκλόρ. 

Είναι η πρώτη ομαδική παρουσία Ελλήνων καλλιτεχνών σε γκαλερί του εξωτερικού με τους όρους της ελεύθερης αγοράς. 

Η επιλογή της Ξένιας Καλπακτσόγλου, η οποία είχε την ευθύνη της έκθεσης, αφορά μία πλατιά γκάμα καλλιτεχνών, διαφορετικών γενεών με κοινό τους στοιχείο την υπεράσπιση της σύγχρονης τέχνης, άρα και τη δυνατότητα συνομιλίας του κοινού ενός άλλου τόπου με έργα που λίγο έως πολύ βρίσκονται εντός του διεθνούς λεξιλογίου της τέχνης. 

Ο Αλέξης Ακριθάκης με τις «τρεις ελληνικές βαλίτσες», ο Βλάσης Κανιάρης με μία σύνθεση μετανάστη και ο Νίκος Κεσσανλής με ένα έργο της mec art καθώς και μια μακέτα σύνθεση ομπρελών του Γιώργου Ζογγολόπουλου, το ιστορικό φορτίο στο οποίο αναπτύχτηκε η έκθεση. Από εκεί και ύστερα, η Ρένα Παπασπύρου με έργο της εποχής του Δεσμού, ο Νίκος Τρανός, ο Γιώργος Λάππας, η Ντόρα Οικονόμου, ο Γιώργος Γυπαράκης, ο Κωστής Βελώνης, ο Διονύσης Καβαλιεράτος, η Χριστίνα Σαραντοπούλου, όλοι με γλυπτά και κατασκευές στον χώρο. Η ζωγραφική, με έργα των Αχιλλέα Χρηστίδη, Απόστολου Γεωργίου, Μαρίας Παπαδημητρίου, Θανάση Τότσικα, Poka Yio και Γιάννη Βαρελά, μια καλή επιλογή από ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα, ενώ το βίντεο του Νίκου Ναυρίδη, «Δύσκολη Αναπνοή», κλείνει ευφυώς την έκθεση. 

Το ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου, πέραν της σημασίας που μπορεί να έχει μια παρουσία έργων Ελλήνων στη δύσκολη ευρωπαϊκή αγορά η οποία είναι και το ζητούμενο, έγκειται στο στήσιμο της έκθεσης, η οποία, με τόσο πολλούς καλλιτέχνες, θα μπορούσε πολύ εύκολα κάτω από άλλες συνθήκες να γίνει ένα «ποτ-πουρί», μια παράθεση έργων και ονομάτων, και όμως έμεινε στους όρους μιας σοβαρής, σχεδόν μουσειακής μικρής έκθεσης. Και εδώ, το δύσκολο ρόλο είχε η Ξένια Καλπακτσόγλου που δημιούργησε ένα καλό διάλογο ανάμεσα στα έργα και στους δύο ορόφους της γκαλερί, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η αίσθηση της ανακάλυψης και της έκπληξης. Ξεπεράστηκε, δηλαδή, η κακοδαιμονία που ακολουθεί τις περισσότερες ομαδικές (να ξεχωρίζει ο θεατής το καλό, το μέτριο και το αδύναμο έργο) κερδίζοντας στο στήσιμο τη συνολική εικόνα της παρουσίας. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η απήχηση της έκθεσης, σε επικοινωνιακό τουλάχιστον επίπεδο, υπήρξε θετική, από όσο μπορεί να εισπράξει κανείς από την παρουσία του Τύπου και το κοινό των εγκαινίων, πράγμα που δηλώνει και τη σοβαρότητα της γκαλερί στο επίπεδο που επενδύει στην τέχνη. 

Στο μεταξύ, είδα μία έκθεση του περίφημου Yinka Shonibare (γνωστός στους αναγνώστες μας από έργα του στη Βενετία και το Κάσελ και όχι μόνο) στο νέο μουσείο μοντέρνας τέχνης του Μονακό, όπου ο διεθνής Νιγηριανός έκανε ένα φοβερό διάλογο με τις μακέτες της Οπερας του πριγκιπάτου. 

Μένει κανείς με το στόμα ανοιχτό με τη γοητεία και την ευρηματικότητα του σκηνογράφου Αλφόνσο Βισκόντι που έζησε και έδρασε στα μεγάλα θέατρα του κόσμου και στην Οπερα του Μονακό, βεβαίως, μεταξύ 1900 και 1939, με εκπληκτικά έργα και λεπτομερειακές μακέτες που έγιναν μεγάλοι χώροι σκηνής. Ολα αυτά τα έργα με πολύ χιούμορ και θαυμασμό τα δούλεψε ο σύγχρονός μας Shonibare ο οποίος, εκτός των εγκαταστάσεων, είχε και δύο βιντεοπροβολές με θέματα όπερας («Οντίλ και Οντέτ» και «Ο χορός των μεταμφιεσμένων») όπου μπαλαρίνες και ήρωες δραματικοί, ντυμένοι με τα γνωστά σχέδια του Νιγηριανού καλλιτέχνη, πραγματικά εντυπωσιάζουν με την ταχύτητα της δράσης και την ευρηματικότητα του σκηνοθέτη-εικαστικού. 

Βλέπετε, η κεντρική Ευρώπη, ακόμη και στα κρατίδιά της, μπορεί να δημιουργεί εκπλήξεις. Ενας καλλιτέχνης που θα ψάχναμε στο Διαδίκτυο αν έχει μια μεγάλη ατομική προσβάσιμη βρέθηκε μπροστά μας, ενώ αναζητούσαμε το μουσείο για να δούμε τη συλλογή του. 

Από την άλλη, η δυσάρεστη έκπληξη είναι εγκατεστημένη στην πλατεία του πριγκιπάτου, όπου ο δίσκος-γλυπτό του Ανίς Καπούρ στολισμένος με φωτάκια-γιρλάντες Χριστουγέννων σε κάνει να υποψιάζεσαι ότι οι δήμαρχοι ή γενικώς οι έχοντες την εξουσία των πόλεων είναι παντού οι ίδιοι. Ή διαθέτουν το κοινό γνώρισμα να μην αγαπούν την τέχνη και να τη χρησιμοποιούν μέχρι και ως ντεκόρ. Ευτυχώς που τελειώνουν οι χριστουγεννιάτικες παράτες στο Μονακό, εκτός και αν το γλυπτό χρησιμοποιηθεί ως βάση για τις φωτογραφίες του βασιλικού γάμου που έπεται.*
  • Εδώ κι εκεί

ΜΕΝΕΙ τελικά ο ανδριάντας του Κωνσταντίνου Καραμανλή στη θέση όπου εγκαταστάθηκε την περασμένη Δευτέρα; 

Ιδού η απορία. Σχεδόν κομματική. Κάτι είχαμε ακούσει, ότι οι ανδριάντες και τα γλυπτά στον δημόσιο χώρο θα γίνονται βάσει του περιβάλλοντος, της αρχιτεκτονικής μελέτης και του ύφους του καλλιτέχνη και ότι ο χώρος προαποφασίζεται της υλοποίησης του έργου. 

ΑΝ κάνει ή δεν κάνει διάλογο με τον Μεγάλο Αλέξανδρο που, δεν είναι και το καλύτερο γλυπτό της πόλης, αλλά ας μην το συζητάμε τώρα, αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπ' όψιν εκ των προτέρων. 

Ο ΚΑΒΓΑΣ δυστυχώς είναι για το πάπλωμα και όχι για την ουσία, τι σημαίνει ένα γλυπτό στον δημόσιο χώρο, όποιον και αν απεικονίζει. 

ΑΥΤΟ που ενίοτε (τι ενίοτε, πολλάκις) συμβαίνει είναι να «πεθαίνει» για δεύτερη φορά ο τιμώμενος εκλιπών και να πρέπει η Ιστορία και όχι η Τέχνη να τον κρατά αθάνατο. 

ΚΑΛΑ νέα για τους διεθνείς φωτογράφους αλλά και τους καλλιτέχνες της νέας γλυπτικής. Ετοιμάζει νέα projects το μουσείο Saatchi του Λονδίνου με ανοιχτές, όπως μαθαίνουμε, διαδικασίες. 

ΕΡΓΟ του αρχιτέκτονα Buckminster Fuller το νέο Μουσείο Νταλί στη Φλόριντα. 
 
ΔΗΛΩΝΕΤΑΙ ως σουρεαλιστικό κέλυφος, ικανό να τιμήσει τη μνήμη του σουρεαλιστή καλλιτέχνη. 

ΜΕΤΑΞΥ κοσμικότητας και τέχνης, οι αναφορές που πήρε το μάτι μου στον Τύπο για την έκθεση στο Μονακό. Πρίγκιπες, εφοπλιστές και διεθνείς παράγοντες της οικονομίας και οι καλλιτέχνες, δύο ονόματα και... άλλοι, η επιμελήτρια ούτε για δείγμα.

Σπέρνει λέξεις στις πόλεις

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011
Τι γίνεται με όλες αυτές τις σκέψεις, τις αγωνίες, τις εμμονές, τις επιθυμίες που κατακλύζουν το μυαλό μας κάθε μέρα καθώς περπατάμε στο δρόμο; Χάνονται; Εξαφανίζονται; Η εικαστικός Βαρβάρα Παπαδοπούλου σε ένα μοναχικό της περίπατο στους δρόμους του Βερολίνου σκέφτηκε την απάντηση και αποφάσισε να μας τη δείξει κιόλας. 


Ετσι, μια μέρα του περασμένου Ιουνίου ξεκίνησε να θάβει λέξεις σε δημόσιους χώρους της πόλης. Η ποιητική της δράση είχε μια απρόσμενη ανταπόκριση. Περαστικοί, παιδάκια, ενήλικοι βοηθούσαν συστηματικά στη σπορά, στο καθημερινό πότισμα, στην καταγραφή της διαδικασίας.

«Με αφορμή τις λέξεις που άρχισαν να φυτρώνουν, δημιουργήθηκε ένας καμβάς σχέσεων στο δημόσιο χώρο. Για τους περαστικούς λειτουργούσε σαν έκπληξη η ανακάλυψη μιας χορταρένιας λέξης που φύτρωνε ξαφνικά σε μια δημόσια πρασιά, για τους κατοίκους της περιοχής ήταν μια ζωντανή διαδικασία συμμετοχής», τονίζει.
  • Οι άνθρωποι συγκινούνται
Κάποιες φορές, πολύ συγκινητική. Οπως εκείνη την ημέρα που πάνω από τη λέξη ΘΥΜΑΜΑΙ στάθηκε μια μεσήλικη Ανατολικογερμανίδα. «Θα προσπαθήσω να θυμηθώ», μονολόγησε. «Την είδα έτσι θλιμμένη και αισθάνθηκα ότι πρέπει να πω κάτι. "Ξέρετε, καμιά φορά είναι σοφό στη ζωή να ξεχνάει κανείς", είπα. Και γυρίζει και μου απαντάει, έτοιμη σχεδόν να βάλει τα κλάματα. "Ολη μου τη ζωή προσπαθώ να ξεχάσω". Τότε συνειδητοποίησα ότι αυτή η απλή χειρονομία μου έχει νόημα. Οχι μόνο γιατί ακουμπά εμένα, αλλά γιατί μπορεί να ακουμπήσει την ευαισθησία ενός άλλου ανθρώπου».

Στις 18 Δεκεμβρίου ξεκίνησε να θάβει λέξεις στην Αθήνα. Αρχικά σε συνεργασία με την πρωτοβουλία κατοίκων «ΚΜ Πρότυπη γειτονιά» στον Κεραμεικό. Στο εγκαταλειμμένο οικόπεδο στη γωνία Μεγ. Αλεξάνδρου και Ευρυμέδοντος, έσπειρε τη λέξη ΑΠΛΟΧΕΡΑ. Λίγο πιο πέρα στην πλατεία Αυδή, ξεχορτάριασε το χώμα γύρω από ένα δέντρο και φύτεψε τη λέξη ΤΩΡΑ. Στη συνέχεια, στην οδό Κεραμεικού 96, σε ένα ακόμη από τα οικόπεδα που έχουν καθαρίσει οι κάτοικοι, έβαλε σε δύο διαφορετικά σημεία τις λέξεις ΔΕΣ και ΜΠΟΡΩ.

Και τότε δέχτηκε ένα τηλεφώνημα. Κάποιος ανακάλυψε στο Ιντερνετ το πρότζεκτ της «Buried words» (Θαμμένες λέξεις) και την κάλεσε στη δική του γειτονιά στο Ιλιον, όπου έσπειρε τις λέξεις ΑΝΑΣΑΙΝΩ και ΦΩΣ.

Στην Αθήνα, σε αντίθεση με το Βερολίνο τις λέξεις αναλαμβάνουν «ανάδοχοι». Πρέπει να τις φροντίζουν και να τις ποτίζουν. «Αυτό ήταν το καινούργιο στοιχείο της αθηναϊκής εμπειρίας. Με συγκίνησε η στιγμή της προσφοράς. Η διαδικασία της καθημερινής φροντίδας της λέξης είναι θεραπευτική. Οταν πηγαίνεις πάνω από τη λέξη ΑΠΛΟΧΕΡΑ κάθε μέρα και ποτίζεις, έρχεσαι καθημερινά σε επαφή με την έννοια της γενναιοδωρίας. Ολοι οι ανάδοχοί μου με ευχαριστούν για το δώρο που τους έχω κάνει», λέει περήφανη.

Την ενόχλησε όμως στην Αθήνα η έλλειψη περιέργειας και η αδιαφορία των περαστικών. «Δεν θεωρώ καθόλου φυσιολογικό να είμαι σε ένα παρτέρι στα Εξάρχεια, να σκαλίζω και να περνάνε οι άνθρωποι και να μη ρωτάνε τι κάνω. Ωσπου πάω στον Αγ. Παντελεήμονα. Ξαφνικά όλοι, Ελληνες και μετανάστες, παιδιά και ηλικιωμένοι, ενδιαφέρονται και συμμετέχουν». Στο παρτέρι μπροστά στην είσοδο του ναού, πάνω στην πλατεία, έσπειρε τη λέξη ΑΦΟΒΑ.

«Ακριβώς επειδή δεν είχε ευθέως χαρακτήρα πολιτικού ακτιβισμού η δράση μου, δεν δίσταζαν να με πλησιάζουν και εκεί που θα περίμενε κανείς βία είχε την πιο αυθόρμητη ανάμιξη. Μέχρι σήμερα γνωρίζω ότι παρά τις διάφορες "Κασσάνδρες", η λέξη δεν έχει βανδαλιστεί», τονίζει.

Για τη 43χρονη δημιουργό ακόμη και το χορτάρι που φύεται ανάμεσα στις μαρμάρινες πλάκες στην Πανεπιστημίου θυμίζει «άτακτο κείμενο, σαν άναρθρες κραυγές που δεν έχουν βρει ακόμη σχήμα. Ας πούμε ότι εγώ δίνω σχήμα και φωνή σε έναν τέτοιο λόγο».

Οι λέξεις χρειάζονται περίπου δύο εβδομάδες για να φυτρώσουν στο αθηναϊκό χώμα. Τα περιστέρια δεν αποδείχθηκαν φιλικά. Ετρωγαν τους σπόρους του γρασιδιού!
  • Ελπίζουν
Η Βαρβάρα Παπαδοπούλου ζει ήδη δύο χρόνια στο Βερολίνο, μια πόλη με την οποία είχε ως γερμανόφωνη πολύ καλές σχέσεις. «Το "Buried words" ξεκίνησε σαν κάτι δικό μου και μετασχηματίζεται σε μια διαδικασία όπου πια εγώ είμαι μόνο ο αρχικός καταλύτης και άλλοι άνθρωποι, σε μια ανοιχτή αλυσίδα, αναλαμβάνουν να ζήσουν και να φροντίσουν κάθε μέρα αυτό το αποσπασματικό, άνευ ορίων κείμενο της γης. Η συγκίνηση που ένιωσα σε πρώτη φάση εγώ παρακολουθώντας να φυτρώνει από το πουθενά μια λέξη μέσα από τη γη γίνεται πια συγκίνηση άλλων. Αυτή η διάσταση του εγχειρήματός μου είναι η πιο ενδιαφέρουσα και δυναμική: η διάσταση του σπέρνω και χαρίζω τις λέξεις της γης σε άλλους», καταλήγει.

Την επόμενη διετία σκέφτεται να ταξιδεύει στον κόσμο και να σπέρνει λέξεις σε διάφορες γλώσσες. «Δημιουργώντας ένα μεγάλο τάπητα, ένα είδος hypertext που θα φυτρώνει και θα αναδύεται μέσα από τη γη. Σκέφτομαι ν' ακολουθήσω το δρόμο της βροχής, δηλαδή να ξεκινήσω από την Ιρλανδία και να φτάσω μέχρι την Ινδία. Ο ουρανός να βρέχει και η γη να γεννάει λέξεις. Εξάλλου είμαι περίεργη να δω πώς θα αντιδράσουν άλλοι λαοί και πολιτισμοί». *