Friday, November 13, 2009

Εκλάπη λιθογραφία του Μουνκ

  • Η λιθογραφία «Ιστορία» του Εντβαρντ Μουνκ, αξίας περίπου 240.000 ευρώ εκλάπη από γκαλερί του Όσλο, όπως ανακοίνωσε η νορβηγική αστυνομία.

"Το φιλί" του Εντβαρντ Μουνκ

"Το φιλί" του Εντβαρντ Μουνκ

Οι δράστες έσπασαν τη βιτρίνα της γκαλερί Nyborg Kunst το βράδυ της Πέμπτης και πήραν μόνο αυτό το έργο, διευκρίνισε εκπρόσωπος της αστυνομίας. Το συγκεκριμένο έργο υπάρχει σε πολλές εκδοχές, αλλά η λιθογραφία που εκλάπη είναι η μοναδική που χρωμάτισε ο ίδιος ο Μουνκ. Εξαιτίας της μοναδικότητας αυτής είναι αδύνατον οι κλέφτες να μπορέσουν να πουλήσουν τη λιθογραφία διαστάσεων 57Χ98 εκατοστά, διευκρίνισαν τεχνοκριτικοί.

H "Κραυγή", ένα από τα πιο γνωστά έργα του Μουνκ

H "Κραυγή", ένα από τα πιο γνωστά έργα του Μουνκ

"Ένα μικρό φορτηγό βρέθηκε κοντά στην γκαλερί και ήδη ερευνάται", διευκρίνισε η αστυνομία. Έργα του εξπρεσιονιστή ζωγράφου, όπως η "Κραυγή" και η "Μαντόνα", αξίας 100 εκατομμυρίων δολαρίων, εκλάπησαν το 2004, αλλά βρέθηκαν δύο χρόνια αργότερα.

Wednesday, November 11, 2009

Η ζωγραφική παίρνει τη ρεβάνς

  • Η πρόσφατη φουάρ του Παρισιού ήταν η πιο πετυχημένη της δεκαετίας, αποδεικνύοντας ότι ο σωστός σχεδιασμός και τα καλά έργα βρίσκουν, παρά την κρίση, πρόθυμους αγοραστές

Ακούγεται παράδοξο αλλά η φουάρ που ολοκληρώθηκε πριν από λίγες μέρες στο Παρίσι ήταν η πλέον επιτυχημένη της τελευταίας δεκαετίας, παρά την κρίση που πλήττει παγκοσμίως την αγορά της τέχνης.

Εργο του πολωνικής καταγωγής ζωγράφου Αντάμ Ανταχ, που εντυπωσίασε το γαλλικό κοινό

Εργο του πολωνικής καταγωγής ζωγράφου Αντάμ Ανταχ, που εντυπωσίασε το γαλλικό κοινό

Κι αυτό όχι μόνο από άποψη επισκεπτών, αλλά και (αυτό είναι που κυρίως μας ενδιαφέρει) από άποψη έργων.

Η γαλλική πρωτεύουσα φαίνεται πως παίρνει τη ρεβάνς από τις φουάρ του Λονδίνου ή ακόμα και του Μαϊάμι, καταθέτοντας ένα καλά οργανωμένο «σχέδιο δράσης» που είχε στόχο να ενθαρρύνει ακόμα και τους πλέον επιφυλακτικούς αγοραστές: προσεκτική επιλογή έργων, μονογραφικές παρουσιάσεις καλλιτεχνών, θεματικές ενότητες, συνεργασίες, αποφυγή πολιτικοποιημένης τέχνης (ο Λιβανέζος καλλιτέχνης Βάλιντ Ράαντ στη νεοϋορκέζικη «Πάουλα Κούπερ» αποτέλεσε μία από τις λιγοστές εξαιρέσεις), αλλά και επιστροφή σε «σταθερές» αξίες.

Η έμφαση δόθηκε, με άλλα λόγια, στη ζωγραφική, το σχέδιο και τη γλυπτική και πολύ λιγότερο, για παράδειγμα, στο βίντεο, αν και η παρισινή γκαλερί Βολφ είχε οργανώσει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πρόγραμμα προβολών. Πέρα από το γεγονός ότι είδαμε (επιτέλους) καλή ζωγραφική (αναφέρω ενδεικτικά τη δουλειά τού πολωνικής καταγωγής Αντάμ Ανταχ που ζει και εργάζεται εδώ και μια εικοσαετία στο Παρίσι), η στροφή σε γνωστά ονόματα δεν είχε από την άλλη συντηρητικό χαρακτήρα, αφού σήμανε για παράδειγμα ότι Γάλλοι νεορεαλιστές, όπως ο Βιλεγκλέ και ο Ενς, ή καλλιτέχνες της ιταλικής άρτε πόβερα, όπως ο Γιάννης Κουνέλλης, υπερίσχυσαν των εμπορικότερων ποπ καλλιτεχνών.

Επιπλέον, στο κύριο τμήμα της φουάρ, που φιλοξενείται στο Γκραν Παλέ, δέκα από τις μεγαλύτερες γκαλερί του κόσμου, μεταξύ των οποίων και η γνωστή Γκακόσιαν (προσεχώς με παράρτημα και στο Παρίσι), παρουσίασαν σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο 300 τ.μ. έργα αποκλειστικά μοντέρνας τέχνης (Μπέκμαν, Μπέικον, Πικάσο κ.λπ.). Σε αντίθεση με άλλες φουάρ που προτιμούν να διαχωρίζουν τη σύγχρονη από τη μοντέρνα τέχνη, το Παρίσι επέμενε από την αρχή στη συνέκθεσή τους και φέτος δικαιώθηκε διπλά: πέρα από το κοινό πρότζεκτ των δέκα γκαλερί, τα πρώτα έργα που πουλήθηκαν ήταν ένας Νικολά ντε Σταλ και ένας Ντιμπιφέ.

Στον χώρο πάντα του Γκραν Παλέ, γνωστές γκαλερί, όπως η «Μάριον Γκούντμαν» με διπλή έδρα στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι (από τις 198 αίθουσες τέχνης οι 75 προέρχονταν από τη Γαλλία), συγκέντρωσαν τα καλύτερά τους προσέχοντας αυτή τη φορά ιδιαίτερα το στήσιμο. Εδώ είδαμε νέα δουλειά του κορυφαίου Γκέρχαρντ Ρίχτερ, κολάζ μεγάλων διαστάσεων του εννοιολογικού Τζον Μπαλτεζάρι αλλά και του πολιτικοποιημένου Γουίλιαμ Κέντριτζ, εξαιρετικές ακουαρέλες της Τάσιντα Ντιν, νέες δουλειές των σταρ της φωτογραφίας Τζεφ Γουόλ και Τόμας Στρουθ, αλλά και ένα ποιητικό βίντεο του Αμαρ Κάνβαρ από την Ινδία.

Η γκαλερί «Κάρστεν Γκρεβ» παρουσίασε, από την άλλη, ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σύνολο, με κυρίαρχη μορφή έκφρασης τη γλυπτική: πλάι σε πρόσφατα σχέδια, ακουαρέλες, αλλά και κάποια μικρά γλυπτά της Λουίζ Μπουρζουά (τα περισσότερα από τα οποία πουλήθηκαν σχεδόν αμέσως), εκτέθηκαν οι ονειρικές συρμάτινες συνθέσεις της Λουίζ Ούνγκερ από την Κολονία και μια εντυπωσιακή εγκατάσταση της ταλαντούχας Κλερ Μόργκαν από το Μπέλφαστ με θέμα την πτώση ενός πουλιού που έκλεψε την παράσταση.

Το άνετο στήσιμο και οι θεματικές ή μονογραφικές προσεγγίσεις μάς επέτρεψαν να ανακαλύψουμε τόσο έργα νέων καλλιτεχνών όσο και φρέσκιες δημιουργίες των ήδη καθιερωμένων, όπως τη δουλειά της Σοφί Καλ στην γκαλερί «Εμανουέλ Περοτέν» με θέμα την ταφή των κοσμημάτων της μητέρας της στον Βόρειο Πόλο ή τις (αδύναμες δυστυχώς) σκηνοθετημένες φωτογραφίες της Μαρίνα Αμπράμοβιτς με παιδιά-στρατιώτες από το Λάος στην «Γκι Μπάρτσκι» από τη Γενεύη. Ακόμα και το δεύτερο μέρος της φουάρ στον εξωτερικό χώρο του Λούβρου (μόνιμος συνεργάτης τα τελευταία τέσσερα χρόνια της φουάρ, προκειμένου να ενισχύσει μεταξύ άλλων το άνοιγμά του στον χώρο της σύγχρονης τέχνης), το οποίο περιλάμβανε νεότερες κυρίως γκαλερί στα όρια του κιτς, ανακαλύψαμε ενδιαφέροντα έργα: όπως την τελευταία δουλειά της Γαλλίδας Βαλερί Φαβρ στη βερολινέζικη «Μπάρμπαρα Τιμ» ή ακόμα τους εξαιρετικούς εννοιολογικούς καλλιτέχνες της χαμηλών τόνων «Ανι Τζέντιλς» από την Αμβέρσα με κεντρικό άξονα την έννοια του αστικού χώρου.

Το τρίτο κομμάτι της φουάρ εκτυλίχθηκε στον κήπο των Tuileries με εγκαταστάσεις και γλυπτά που συνδιαλέγονταν έξυπνα με τον περιβάλλοντα χώρο. Μεταξύ άλλων, ο Ρένος Χίππας παρουσίασε το Marclay's Bike του Ντομινίκ Μπλε, ενώ η βερολινέζικη γκαλερί «Κρίστιαν Νάγκελ» έστησε έξυπνα μέσα στο μεγάλο συντριβάνι τη διαδραστική εγκατάσταση του Κάδερ Ατια με τα δεκάδες κύμβαλα να ηχούν διαφορετικά κάθε στιγμή, ανάλογα με τη δύναμη της βροχής και του αέρα. *

Εγκαινιάστηκε με επιτυχία η έκθεση της Συλλογής Φέλιου

  • Περίπου 100 έργα νέων ελλήνων παραστατικών ζωγράφων στο Μουσείο Μπενάκη

  • Α. ΖΕΝΑΚΟΣ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

Με μεγάλη επιτυχία έγιναν προχθές τα εγκαίνια της έκθεσης «Το βλέμμα του χρόνου. Ιστορίες εικόνων» στο Νέο Κτίριο του Μουσείου Μπενάκη, η οποία περιλαμβάνει περίπου 100 ζωγραφικά έργα από τη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου. Η έκθεση παρουσιάζει έργα έξι σύγχρονων ελλήνων ζωγράφων, από τους σπουδαιότερους των αποκαλούμενων «Νέων Ελλήνων Παραστατικών»( Στέφανος Δασκαλάκης, Τάσος Μαντζαβίνος, Χρήστος Μποκόρος, Κώστας Παπανικολάου, Γιώργος Ρόρρης, Εδουάρδος Σακαγιάν ), τα οποία έχουν φιλοτεχνηθεί από το 1990 και μετά. Από την έκθεση, την επιλογή των έργων και το στήσιμό τους, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς την αγάπη του συλλέκτη: ο Σωτήρης Φέλιος συλλέγει επειδή απολαμβάνει να ζει με τη ζωγραφική. Και η εκθεσιακή δραστηριότητα, η οποία ξεκινά τώρα και θα συνεχιστεί με την ίδρυση του ιδιωτικού του εκθεσιακού χώρου στην Κυψέλη τον ερχόμενο Δεκέμβριο, έρχεται σε ένα κομβικό σημείο για τη συλλεκτική πορεία του κ. Φέλιου: το σημείο ακριβώς όπου δεν του αρκεί πια η προσωπική απόλαυση αλλά νιώθει την πιεστική επιθυμία να τη μοιραστεί με ένα κοινό. Αυτή η «πρόοδος» από την ιδιωτική σφαίρα στη δημόσια ήταν ανέκαθεν από τις πιο σημαντικές διεργασίες που οδηγούσαν στην ωρίμανση ενός συλλέκτη.

Υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο που καθιστά την έκθεση αυτή σημαντική: οι Νέοι Ελληνες Παραστατικοί είναι μια ομάδα καλλιτεχνών που έχει καλύψει μεγάλη διαδρομή στην ελληνική τέχνη και δεν έχει μελετηθεί όσο της αρμόζει. Η εμφάνιση μιας ακόμη συλλογής που τους θέτει στο επίκεντρό της ίσως αποτελεί μια καλή ευκαιρία. Ενα βήμα αποτελεί σίγουρα ο κατάλογος, με εισαγωγικά κείμενα των Ειρήνης Οράτη και Λίνας Τσίκουτα, και κείμενα για τους καλλιτέχνες από τους Μάρθα-Ελλη Χριστοφόγλου, Αλεξάνδρα Κοροξενίδη, Τάσο Μαντζαβίνο, Χάρη Καμπουρίδη, Ευγένιο Δ. Ματθιόπουλο, Βίκυ Σκούμπη και Ειρήνη Βενιεράκη. Αξιοσημείωτο είναι, τέλος, ότι κατά τη διάρκεια της έκθεσης θα γίνουν συναντήσεις του κοινού με τους καλλιτέχνες στον χώρο της έκθεσης και συζήτηση για το έργο τους, ως εξής: Σάββατο 14 Νοεμβρίου στις 12.00: Χρήστος Μποκόρος και Εδουάρδος Σακαγιάν, Σάββατο 21 Νοεμβρίου στις 12.00: Τάσος Μαντζαβίνος και Κώστας Παπανικολάου, Σάββατο 28 Νοεμβρίου στις 12.00: Στέφανος Δασκαλάκης και Γιώργος Ρόρρης.

  • Νέο Κτίριο του Μουσείου Μπενάκη, Πειραιώς 138 και Ανδρονίκου, τηλ. 210 3453.111, www.benaki.gr.

Thursday, November 5, 2009

«Μπαίνω, βλέπω, τρελαίνομαι, αγοράζω»

«Εχω πολύ ωραίο κρασί, έρχεσαι;» του είπε μια μέρα ο Χρόνης Μπότσογλου. Ο Σωτήρης Φέλιος πήγε στο εργαστήρι του ζωγράφου και κάποια στιγμή τον ρώτησε «τι φτιάχνεις τώρα;» Ο Μπότσογλου του δείχνει τα 26 έργα που αποτελούν την «Προσωπική Νέκυια». «Μου κόπηκαν τα πόδια», θυμάται ο Σωτήρης Φέλιος. Αρχισαν να συζητούν με πάθος για τον Ομηρο, τις μανάδες τους, τους πεθαμένους τους.

Ενα από τα έργα του Κώστα Παπανικολάου που θα εκτεθούν στο Μουσείο Μπενάκη

Ενα από τα έργα του Κώστα Παπανικολάου που θα εκτεθούν στο Μουσείο Μπενάκη

«Το πουλάς;», ρωτάει ο συλλέκτης. Ο ζωγράφος έκανε μια γκριμάτσα απορίας. «Να το πάρω εγώ;», ρώτησε ο Φέλιος. «Πάρ' το», απάντησε ο Μπότσογλου. Κι έτσι απλά η «Νέκυια» βρέθηκε στη συλλογή του Σωτήρη Φέλιου πολύ πριν εκτεθεί στο Μουσείο Μπενάκη στα τέλη του 2002.

Δεν πήγε στο εργαστήρι του για ν' αγοράσει έργο. Ο Χρόνης Μπότσογλου είναι εδώ και χρόνια φίλος του. Οπως είναι και ο Στέφανος Δασκαλάκης, ο Χρήστος Μποκόρος, ο Γιώργος Ρόρρης, ο Τάσος Μαντζαβίνος, ο Κώστας Παπανικολάου και ο Εδουάρδος Σακαγιάν. Εξι ζωγράφοι τους οποίους θαυμάζει και αγοράζει συστηματικά έργα τους.

Περισσότερα από 100 είναι τα έργα τους που ο Σωτήρης Φέλιος επέλεξε από τη συλλογή του για να τα δείξει από τη Δευτέρα στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς 138, σε μια έκθεση με τίτλο «Το βλέμμα του χρόνου. Ιστορίες εικόνων». Σε κάθε έναν αναλογούν περισσότερα από 10 έργα. Ο θεατής θα έχει έτσι την ευκαιρία να σχηματίσει την εικόνα της παραστατικής ζωγραφικής των τελευταίων δεκαετιών έτσι όπως θα εκτίθενται τα έργα «και μαζί και χώρια». Επιπλέον θα παρουσιάζεται η εξελικτική πορεία κάθε ζωγράφου αλλά (γιατί όχι;) και οι εκλεκτικές τους συγγένειες. Και οι έξι άλλωστε -χοντρικά- είναι συνομήλικοι.

«Τα έργα τους έχουν ταυτότητα. Η ιδιαιτερότητα της ταυτότητας του καθενός είναι πολύ σημαντική σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον αχταρμά της», λέει ο Σωτήρης Φέλιος για τους έξι καλλιτέχνες

«Τα έργα τους έχουν ταυτότητα. Η ιδιαιτερότητα της ταυτότητας του καθενός είναι πολύ σημαντική σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον αχταρμά της», λέει ο Σωτήρης Φέλιος για τους έξι καλλιτέχνες

«Ο καθένας με τον τρόπο του δίνει μια ταυτότητα στην ελληνική ζωγραφική του καιρού μας. Κατά τη γνώμη μου, η ιδιαιτερότητα της ταυτότητας του καθενός είναι πολύ σημαντική σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον αχταρμά της», τονίζει ο 57χρονος δικηγόρος Σωτήρης Φέλιος.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Τρίπολη, σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, έκανε μεταπτυχιακά στη Γαλλία και όταν επέστρεψε, ξεκίνησε να δικηγορεί με κύριο αντικείμενο το δίκαιο των επιχειρήσεων. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80 δεν ήταν τακτικός ούτε στις γκαλερί ούτε στα μουσεία. Ολα άρχισαν από την ανάγκη να γεμίσει τους τοίχους του γραφείου και του σπιτιού. Δεν είχε όμως συνειδητοποιήσει πού θα οδηγηθεί. Αγαπούσε τη ζωγραφική, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. «Ξεκίνησα με μια εμμονή: ζωγραφική, τελάρο και πινέλο. Οχι μόνο δεν με έχει εγκαταλείψει, αλλά έγινα και χειρότερος».

Το πρώτο του έργο ήταν ο «Κυπρίνος» του Χρήστου Μποκόρου. Θυμάται ακόμη την ημέρα που τον γνώρισε. Του έλεγε πόσο πολύ τού αρέσει ο τρόπος που ζωγραφίζει. «Θεωρώ ότι άλλος είναι καλύτερος ζωγράφος», τον διέκοψε ο Μποκόρος και τον πήγε στο ατελιέ του Κώστα Παπανικολάου. «Είναι κι αυτό ένα δείγμα ήθους», σχολιάζει ο συλλέκτης. «Μία από τις πλάκες μας κάθε φορά που βρισκόμαστε είναι αυτές ακριβώς οι σχέσεις μας...».

Ακομπλεξάριστος και παρορμητικός και ο ίδιος, δεν διεκδικεί κανενός είδους δάφνες. Η συλλογή του ξεπερνά τα 600 έργα. Περιγράφει με αυθορμητισμό που ξαφνιάζει τα προβλήματα που τη συνοδεύουν. «Πού τα βάζεις; Σε μικρό χρονικό διάστημα γέμισε το σπίτι, γέμισε το γραφείο, γέμισε και το εξοχικό. Τι κάνεις; Γιατί τα έργα υπάρχουν όταν τα βλέπεις, αλλιώς δεν έχει νόημα».

Αγόρασε έναν χώρο στη Φωκίωνος Νέγρη. Μέχρι το τέλος του μήνα θα παραδοθεί από τον αρχιτέκτονα Ανδρέα Κούρκουλα και θα μεταφερθούν εκεί όλα τα έργα της συλλογής. «Δεν θα είναι ούτε γκαλερί ούτε μουσείο. Θα είναι ιδιωτικός χώρος, ένα ντεπό, όπου θα μπορείς να δεις αλλά και να δείξεις έργα. Σκέφτομαι να τον μοιράζομαι με ανθρώπους που έχουν την ίδια εμμονή για τη ζωγραφική. Συζητούσαμε με τον Μισέλ Φάις το ενδεχόμενο ύπαρξης μιας επιτροπής που θα κάνει προτάσεις. Εχω την άνεση να τις υλοποιώ. Για να περνάμε καλύτερα. Μια ζωή την έχουμε...».

Μέχρι σήμερα δεν έχει πουλήσει ούτε ένα έργο. Και έχει και Γιάννη Μόραλη και Γιώργο Λάππα και Τάκι και Αλέξη Κυριτσόπουλο και Παναγιώτη Τέτση και πολλούς ακόμη. Δεν τον ενδιαφέρει καθόλου το χρηματιστήριο τιμών.

«Είμαι τελείως έξω απ' αυτή την ιστορία. Η αίσθησή μου είναι ότι διαμορφώνονται τάσεις που πολλές φορές είναι, δυστυχώς, παιχνίδια αναντίστοιχα με τις αξίες. Ο κάθε συλλέκτης είναι ο εαυτός του. Εγώ δεν κάνω υπολογισμούς πριν την αγορά. Μπαίνω, βλέπω, τρελαίνομαι, αγοράζω. Τόσο απλά. Οσα έργα έχω αγοράσει αντιπροσωπεύουν μια συγκεκριμένη συγκίνηση. Πολλά εξακολουθούν να μου την προσφέρουν, κάποια όχι. Μόνο και μόνο επειδή θυμάμαι τι ένιωσα όταν τα πρωτοείδα με κάνει να λέω "άσ' τα εκεί"... Είναι μια μορφή μανίας το συλλέγειν».

Info: Διάρκεια έως 13 Δεκεμβρίου. Θα πραγματοποιηθούν τρεις ξεναγήσεις του κοινού από τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Στις 14/11 (Χρ. Μποκόρος - Εδ. Σακαγιάν), 21/11 (Τ. Μαντζαβίνος & Κ. Παπανικολάου) και 28/11 (Στ. Δασκαλάκης & Γ. Ρόρρης) στις 12 μ.μ.

Εβαλα γυμνό του Ρόρρη σε αίθουσα συσκέψεων

«Πήρα την «Μπλε Αλεξάνδρα» του Γιώργου Ρόρρη, που τη θεωρώ αριστούργημα, ένα από τα καλύτερα γυμνά του. «Πού θα τη βάλεις;» με ρώτησε ο ζωγράφος. «Στην αίθουσα συσκέψεων», του απάντησα.

Ε, λοιπόν, ούτε ένας δεν σοκαρίστηκε, ούτε ένας δεν της αρνήθηκε το βλέμμα του. Δεν ξέρω αν τους γαλήνευε. Είναι βέβαιο, όμως, ότι τους προσέφερε μια βεβαιότητα, μια σιγουριά ότι υπάρχει κάτι αγαπημένο, τη στιγμή που τους απασχολούσε έντονα το πρόβλημα που τους οδήγησε στο γραφείο μου...».

Wednesday, November 4, 2009

«Ελπίζω να ζήσω λίγο ακόμα για να κάνω κι άλλα δώρα»

«Θα συνεχίσω να βοηθώ, όσο ζω, ανθρώπους που φέρονται ηρωικά. Οι «Γιατροί Χωρίς Σύνορα» είναι ήρωες για μένα, αφού πηγαίνουν στην Αφρική και γιατρεύουν τον κόσμο που υποφέρει», μας λέει ο διεθνούς φήμης γλύπτης Τάκις.

«Υπάρχει μια ατμόσφαιρα κατάπτωσης στον κόσμο της τέχνης, αλλά η τέχνη θ' ανθήσει ξανά. Καλλιτέχνες γεννιούνται κάθε μέρα σε όλα τα μέρη του κόσμου», λέει ο Τάκις

«Υπάρχει μια ατμόσφαιρα κατάπτωσης στον κόσμο της τέχνης, αλλά η τέχνη θ' ανθήσει ξανά. Καλλιτέχνες γεννιούνται κάθε μέρα σε όλα τα μέρη του κόσμου», λέει ο Τάκις Διαθέτει 100 καινούργια έργα του («Μαγνητικοί Τοίχοι 2009») στην ανθρωπιστική οργάνωση που παρέχει ιατρική και ανθρωπιστική βοήθεια στους πληθυσμούς που πλήττονται από επιδημίες, φυσικές καταστροφές ή υφίστανται τις συνέπειες εμπόλεμων συγκρούσεων. Θα παρουσιαστούν από 25 Νοεμβρίου έως 5 Δεκεμβρίου στην γκαλερί Xippas, λεωφόρος Δημοκρατίας 196, Αχαρναί (έξοδος 7, Αττικής Οδού).

Μόνο την ημέρα των εγκαινίων τα έργα του Τάκι θα πωλούνται στο 1/3 της αξίας τους. Το 80% των εσόδων θα διατεθούν για την ενίσχυση της οργάνωσης. Η προσφορά του έχει και μια άλλη, περισσότερο προσωπική σημασία. «Είναι και μια προσφορά στη μνήμη της μάνας μου, που ήταν τραυματιοφορέας στην πρώτη γραμμή του αλβανικού μετώπου. Είχε, μάλιστα, παρασημοφορηθεί».

Οι μαγνήτες, θεμελιώδες υλικό της τέχνης του, βρίσκονται αυτή τη φορά κρυμμένοι ή διασκορπισμένοι πίσω από πολύχρωμους καμβάδες (κόκκινους, κίτρινους, άσπρους, μαύρους, γκρι και πράσινους) και συγκρατούν ντίζες, ρινίσματα ή ατσάλινες βέργες επάνω στην επιφάνειά τους. «Οι μαγνήτες, ακόμα και τοποθετημένοι στον τοίχο, επηρεάζουν θετικά τη διάθεση των θεατών», λέει με βεβαιότητα ο γλύπτης.

Ο Τάκις έχει χορτάσει αναγνώριση και τιμές, κυρίως εκτός Ελλάδας. Εργα του βρίσκονται κι έχουν παρουσιαστεί στα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου. Το περίφημο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) τον είχε προσκαλέσει ως ερευνητή το 1968, όπου και άρχισε την ενότητα των «υδρομαγνητικών γλυπτών» του. Τη δεκαετία του '60, το περιοδικό «New Scientist» τον συμπεριελάμβανε, μαζί με τους Τζον Κέιτζ και Γιάννη Ξενάκη, στους σημαντικότερους μουσικούς(!) της πρωτοπορίας στον 20ό αιώνα. Εχει λάβει επίσης δίπλωμα ευρεσιτεχνίας από το υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας, ενώ ο Φρανσουά Μιτεράν τον τίμησε με τη διάκριση του Ταξιάρχη Γραμμάτων και Τεχνών. Το 1987 ο Δήμος του Παρισιού τού παραχώρησε 3000 τ.μ., τη μεγαλύτερη έκταση που δόθηκε ποτέ σε καλλιτέχνη στην ιστορία της πόλης, για να στήσει στην Ντεφάνς το «δάσος» με τα 39 σινιάλα του.

Οταν η κουβέντα φτάνει στη σχέση του με την Ελλάδα, λέει νηφάλια: «Αγγίζετε πολύ ευαίσθητα θέματα. Ο μόνος υπουργός Πολιτισμού που ενδιαφέρθηκε για την τέχνη μου, μετά τη μεγάλη Μελίνα Μερκούρη που βοήθησε να φτιαχτεί το ίδρυμά μου, ήταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Αγόρασε ένα έργο μου και το έβαλε έξω από την Πινακοθήκη. Ολοι οι άλλοι με κατατρέξανε. Ο Δήμος Αθηναίων "πέταξε" μάλιστα από την αρχή του πεζόδρομου της Διονυσίου Αρεοπαγίτου τα τρία αιολικά έργα που του είχα δωρίσει. Ο Δήμος Περιστερίου κοπιάρει τα έργα μου και τα βάζει στην πλατεία. Δεν είμαι, όμως, πικραμένος για τίποτα. Δεν έχω ανάγκη κανέναν. Κάνω πλέον το καθήκον μου. Δώρισα και κάποια έργα στο Νέο Μουσείο Μπενάκη, προσφέρω τώρα αυτά στους "Γιατρούς Χωρίς Σύνορα". Ελπίζω να ζήσω λιγάκι ακόμα για να τους κάνω κι άλλα δώρα».

Ο γλύπτης διαπιστώνει, τέλος, ατμόσφαιρα κατάπτωσης και έλλειψη ενθουσιασμού στον κόσμο της τέχνης, παγκοσμίως. Γνωρίζει, όμως, ότι καλλιτέχνες γεννιούνται κάθε μέρα σε όλα τα μέρη το κόσμου. «Γι' αυτό δεν αποκλείεται να δούμε, ξανά, την τέχνη να ανθεί». *

Sunday, November 1, 2009

ΜΠΙΕΝΑΛΕ. Οι Αραβες στη Βενετία

Η παρθενική συμμετοχή των Ενωμένων Αραβικών Εμιράτων στην Μπιενάλε θέτει ερωτήματα σχετικά με τη νέα θέση τους στην παγκόσμια πολιτιστική ηγεμονία

αποστολη: ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΖΕΝΑΚΟΣ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Η Μπιενάλε της Βενετίας, όπως είναι γνωστό, δεν είναι ακόμη μία από τις δεκάδες μπιενάλε που υπάρχουν στον κόσμο. Παλαιότερη όλων των μπιενάλε, ιδρυθείσα το 1895, η Μπιενάλε της Βενετίας, διεξάγεται κάθε δύο χρόνια σε δύο κύριους χώρους. Ο ένας, όπου φιλοξενείται η Διεθνής Εκθεση, είναι το Αrsenale, το παλαιό ναυπηγείο της Βενετίας, το αρχαιότερο τμήμα του οποίου χρονολογείται από τον 8ο αιώνα. Στον άλλον, τα Giardini della Βiennale- ένα μεγάλο πάρκο πάνω στο Μεγάλο Κανάλι το οποίο δημιούργησε ο Ναπολέων Βοναπάρτης-, μπορεί κανείς να επισκεφθεί τα λεγόμενα «εθνικά περίπτερα», εκθεσιακούς χώρους όπου διάφορες χώρες παρουσιάζουν καλλιτέχνες οι οποίοι τις εκπροσωπούν. Τα τελευταία χρόνια, καθώς χώρος πλέον στα Giardini δεν υπάρχει, εθνικά περίπτερα έχουν αρχίσει να εμφανίζονται σε μέχρι πρότινος μη χρησιμοποιούμενα τμήματα του Αrsenale, καθώς και σε διάφορα σημεία μέσα στην πόλη της Βενετίας. Εφέτος 77 χώρες συνολικά εκπροσωπούνται στην 53η Μπιενάλε της Βενετίας. Η ίδια η διοργάνωση μάλιστα, μετά την αμφιθυμία που είχε επιδείξει προς το εκθεσιακό σχήμα των εθνικών εκπροσωπήσεων υπό τον τελευταίο πρόεδρο του Ιδρύματος Μπιενάλε της Βενετίας Ντάβιντε Κροφ, επαναβεβαιώνει την υπερηφάνεια που νιώθει η Μπιενάλε για αυτό το τόσο μοναδικό χαρακτηριστικό της: «Η παλαιά, μοναδική φόρμουλα μιας έκθεσης με περίπτερα διαφόρων χωρών», σημειώνει ο νέος πρόεδρος του ιδρύματος Πάολο Μπαράτα, «μοιάζει τώρα πιο ζωντανή από ποτέ».

Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν επισημάνει ότι η εμμονή της Μπιενάλε της Βενετίας στο εκθεσιακό σχήμα των εθνικών εκπροσωπήσεων είναι αναχρονιστική. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι τα εθνικά περίπτερα είναι ένα υπόλειμμα του πολιτικού κλίματος της δεκαετίας του 1930 και ακολούθως του Ψυχρού Πολέμου και ότι η ύπαρξή τους εκφράζει τον ηγεμονισμό της Δύσης και την προσποιητή ομόνοια μεταξύ των εθνών. Αλλοι, πιο κυνικοί, υπενθυμίζουν ότι το εκθεσιακό αυτό σχήμα, αν και δεν ανταποκρίνεται στο ιδανικό της ομόνοιας μεταξύ των εθνών, το οποίο είναι ουτοπικό, εν τούτοις καθρεφτίζει μια πραγματικότητα: οι εθνικισμοί εξακολουθούν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις ταυτότητες και τις μοίρες των καλλιτεχνών είτε λόγω των κεφαλαίων που διατίθενται από τα εθνικά κράτη είτε λόγω της συγκριτικής εθνικής ισχύος αυτής καθαυτής- ένας καλλιτέχνης από τη Ραμάλα θα είναι πάντοτε λιγότερο ευνοημένος στην «παγκόσμια σκηνή» από έναν καλλιτέχνη από την Κολονία.

Σε κάθε περίπτωση, οι καλλιτεχνικοί διευθυντές της Μπιενάλε της Βενετίας (τους οποίους διορίζει κάθε δύο χρόνια το Ιδρυμα της Μπιενάλε), έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με αυτό το εκθεσιακό σχήμα, είτε τους αρέσει είτε όχι, και έχουν αναπόφευκτα αποπειραθεί να το σχολιάσουν με τις επιλογές τους. Στην 51η Μπιενάλε, το 2005, λόγου χάρη, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση των Ρόσα Μαρτίνες και Μαρία ντε Κοράλ, απέκτησε εθνικό περίπτερο η Κίνα. Στην επόμενη Μπιενάλε, το 2007, ο καλλιτεχνικός διευθυντής Ρόμπερτ Στορ ίδρυσε το περίπτερο των Αφρικανικών Εθνών - αν και δέχτηκε οξεία κριτική για το γεγονός ότι αντιμετώπιζε μια ολόκληρη ήπειρο με πατερναλισμό και προχειρότητα. Και στην εφετινή, 53η Μπιενάλε, με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Ντάνιελ Μπίρνμπαουμ, τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα απέκτησαν και αυτά το δικό τους εθνικό περίπτερο στη Βενετία. (Παρεμπιπτόντως, το ίδιο προσπαθούν να κάνουν και πολλοί επιμελητές των ίδιων των εθνικών περιπτέρων: από τον επιμελητή του γερμανικού περιπτέρου Νικολάους Σάφτχαουζεν, ο οποίος επέλεξε έναν βρετανό καλλιτέχνη, τον Λίαμ Γκίλικ, να εκπροσωπήσει τη Γερμανία, ως την - έστω πιο συγκυριακή από όσο θα ήθελε κανείς- επιλογή του δικού μας ΥΠΠΟ να δείξει, υπό την επιμέλεια του Βρετανού Μάθιου Χιγκς, έργα του Λουκά Σαμαρά, καλλιτέχνη με ελληνικές μνήμες που όμως απέχει από την Ελλάδα έναν ωκεανό και έξι δεκαετίες, η ανησυχία για το τι σημαίνει σήμερα «εθνική εκπροσώπηση» είναι προφανής.)

Βέβαια, η συνολική προσέγγιση του Μπίρνμπαουμ στην έκθεσή του, όπως φαίνεται κυρίως στη Διεθνή Εκθεση, προσπαθεί να είναι ένας σχολιασμόςσκοπίμως ήπιος, σχεδόν υποτονικόςτων αντινομιών που προκύπτουν από την ένταση μεταξύ διαφορετικών τοπικοτήτων και παγκοσμιοποίησης, ειδικά όπως αυτή εκφράζεται σε μια έκθεση που αποτελεί ταυτόχρονα την πιο «παγκόσμια» και την πιο «τοπική» του κόσμου. Βέβαια ο τίτλος που επέλεξε ο Μπίρνμπαουμ, «Φτιάχνοντας κόσμους», αναφέρεται κυρίως στην ιδιότητα των καλλιτεχνικών έργων να είναι κάτι περισσότερο από «αντικείμενα», να είναι πράγματι απόπειρες κατασκευής ενός κόσμου. Και η επιλογή των έργων είναι συνεπής προς μια τέτοια εξαγγελία, μολονότι αν είναι κανείς αυστηρός, η εξαγγελία είναι αρκετά γενική για να χωρά οτιδήποτε. Αναπόφευκτα, τα πιο επιτυχημένα έργα της Μπιενάλε είναι αυτά που είναι τα πιο ολοκληρωμένα, ίσως όχι ως «αντικείμενα» αλλά πάντως ως μορφικά ορισμένα και ακριβή προϊόντα του οράματος των δημιουργών τους: η μεγάλη εγκατάσταση της Πασκάλ Μαρτίν Ταγιού, τα βίντεο και τα γλυπτά της Νάταλι Ντούσμπεργκ, η προβολή του Πολ Τσαν.

Από την άλλη, είναι αδύνατον να μη διαβάσει κανείς τον τίτλο του Μπίρνμπαουμ και υπό το φως της αντίθετης άποψης, αυτής που συναρτά την «επιτυχία» του καλλιτεχνικού έργου όχι τόσο με το όραμα του καλλιτέχνη αλλά με την ισχύ της καταγωγής του. Σε μια Μπιενάλε που συστήνεται ξανά ως ο μοναδικός τόπος στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι όπου η εθνική εκπροσώπηση νομιμοποιείται σε τέτοιο βαθμό, θα ήταν παράλογο να παραδεχτούμε αμαχητί ότι η πρόταση του Μπίρνμπαουμ πως οι καλλιτέχνες «δεν εκπροσωπούν τα έθνη τους ή τις γλωσσικές τους κοινότητες αλλά είναι υπεύθυνοι μόνο για το δικό τους όραμα» είναι αληθής. Και σε σχέση με αυτόν τον συλλογισμό, η εφετινή παρουσία των Ενωμένων Αραβικών Εμιράτων μοιάζει καίρια.

Ο Τίρνταντ Ζολγκάντρ, επιμελητής του εθνικού περιπτέρου των Εμιράτων, δήλωσε πλειστάκις ότι αποπειράται ένα σχόλιο- πώς θα μπορούσε να κάνει αλλιώς;- στην ίδια την έννοια της εθνικής εκπροσώπησης, υπενθυμίζοντας την καταγωγή της Μπιενάλε της Βενετίας από τις Μεγάλες Διεθνείς Εκθέσεις, η πρώτη από τις οποίες είχε γίνει στο Κρίσταλ Πάλας του Λονδίνου το 1851, ενώ η πιο διάσημη είναι ίσως αυτή του Παρισιού το 1937. Σε αυτό το πνεύμα, ο εκθεσιακός πυρήνας του περιπτέρου των Εμιράτων είναι μια σειρά από αρχιτεκτονικές μακέτες των μεγάλων πολιτιστικών έργων, όπως τα νέα παραρτήματα του Μουσείου του Λούβρου και του Ιδρύματος Γκούγκενχαϊμ, που οικοδομούνται στη Νήσο Σαντιγιάτ. Οι μακέτες πλαισιώνονται από σειρά κειμένων και βίντεο, τα οποία απευθύνουν ερωτήματα σχετικά με την πρόσφατη, τερατώδη «καλλιτεχνική ανάπτυξη» των Εμιράτων, η οποία περιλαμβάνει εκτός από τα νέα μουσεία, την εμπορική έκθεση Αrt Dubai και την πιο παλιά Μπιενάλε του Σάρζα.

Είναι μάλλον εύκολες και οι δύο στάσεις: Μπορεί κανείς να αποδεχτεί τη θέση του Τίρνταντ Ζολγκάντρ και να δει το εγχείρημα των Εμιράτων ως αυτοσαρκαστικό σχόλιο στην παντοδυναμία των εθνικισμών. Μπορεί, αντιθέτως, να μη δει την ειρωνεία καθόλου και να εκλάβει την όλη παρουσία των Εμιράτων ως ανενδοίαστη προβολή του πλούτου τους και της νέας θέσης τους στην παγκόσμια πολιτιστική ηγεμονία. Και, πάντως, οποιαδήποτε από τις δύο στάσεις επιβεβαιώνει ότι η Μπιενάλε της Βενετίας παραμένει ένα βαρόμετρο της διεθνούς καλλιτεχνικής κίνησης, αν και ίσως σε πιο αδρές γραμμές από όσο είναι πραγματικά χρήσιμο.

Ωστόσο, πολύ φοβάμαι ότι το ζήτημα που τίθεται από τη συμμετοχή των Εμιράτων δεν εξαρτάται ούτε από τις προθέσεις του Ντάνιελ Μπίρνμπαουμ ούτε από την αποδοχή ή μη του επιμελητικού σχεδίου του Τίρνταντ Ζολγκάντρ. Από τη συζήτηση για τις εθνικές εκπροσωπήσεις και τη δύναμη των εθνικισμών απουσιάζει κάτι που στην Ευρώπη αποτελεί ζήτημα για αιώνες: το ζήτημα της πρόσβασης στη γνώση, το θέμα που προκύπτει από την παραδοχή ότι ο αποκλειστικός έλεγχος του υψηλού πολιτισμού είναι μια από τις πιο αιχμηρές εκφάνσεις των κοινωνικών διακρίσεων. Και μολονότι τα μεγάλα έργα υψηλού πολιτισμού πάντοτε έρχονταν, τρόπον τινά, «από πάνω», η «ανάπτυξη» αυτή πηγαίνει, εδώ και αιώνες, χέρι χέρι με την αμφισβήτησή της, έτσι ώστε να συνδέει τη γνώση και τον πολιτισμό με τη χειραφέτηση και την κοινωνική και προσωπική ελευθερία. Με άλλα λόγια, αν σκεφτεί κανείς ότι το Λούβρο, το οποίο τώρα χτίζει παράρτημα σε κάτι που είναι «Εμιράτο», το έκανε μουσείο για όλο το κοινό για πρώτη φορά η Γαλλική Επανάσταση, ίσως δει τις «διεθνείς ασκήσεις» του κόσμου της τέχνης με πιο επιφυλακτικό μάτι.

Συγκλονιστικές στιγμές από τον Λουκά Σαμαρά


Η απόφαση να επιλεγεί ο Λουκάς Σαμαράς για το ελληνικό περίπτερο στην 53η Μπιενάλε της Βενετίας ήταν σοφή. Οχι για λόγους που έχουν να κάνουν με αυτόν, αλλά με την ελληνική κατάσταση. Σίγουρα ο Λουκάς Σαμαράς δεν βρίσκεται στην ακμή της σταδιοδρομίας του και σίγουρα δεν αποτελεί κανενός είδους πρωτοτυπία η έκθεσή του. Και μολονότι εμείς στην Ελλάδα συχνά αντιμετωπίζουμε τη συμμετοχή στη Βενετία ως ευκαιρία να «τιμήσουμε» κάποιον, σίγουρα αυτό δεν μας διευκολύνει να προβάλουμε την εικαστική ζωντάνια που πλέον κυριαρχεί εδώ. Από την άλλη,η συμμετοχή στη Βενετία είναι μια επίσημη εκπροσώπηση και ως τέτοια είναι καλό να μη μεταφέρει τη σύγχυση και την αναποτελεσματικότητα που γενικώς χαρακτηρίζει την πολιτιστική πολιτική μας. Από αυτή την άποψη ήταν σοφή η επιλογή: εν μέσω της χειρότερης εποχής που έχει διανύσει το υπουργείο Πολιτισμού εδώ και χρόνια, η συμμετοχή στη Βενετία βγήκε σχετικώς αλώβητη. Ο Λουκάς Σαμαράς δεν αμφισβητείται εύκολα.

Και στη Βενετία απέδειξε γιατί. Η έκθεσή του ήταν αυτό που περιμένει κανείς από έναν τόσο καταξιωμένο καλλιτέχνη (και τον πολύπειρο επιμελητή του, τον Βρετανό Μάθιου Χιγκς), μια αρτιότατη παρουσίαση, συμπαγής και δίχως επιφανειακές εξάρσεις, η οποία ωστόσο πού και πού είχε συγκλονιστικές στιγμές. Υπό τον τίτλο «ΡΑRΑΧΕΝΑ», συγκεντρώθηκαν τρεις πρόσφατες σειρές φωτογραφικών έργων και βίντεο που δημιουργήθηκαν την περίοδο ανάμεσα στο 2005 και το 2009 και τοποθετήθηκαν δίπλα σε ένα μικρό σύνολο γλυπτών που δημιουργήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Σύμφωνα με τον επιμελητή «τα “ΡΑRΑΧΕΝΑ” ανοίγουν έναν διάλογο που διατρέχει τις τέσσερις δεκαετίες της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Σαμαρά, δημιουργώντας έτσι το ιστορικό πλαίσιο για τα σύγχρονα έργα του».

Ισως όμως το πιο συγκλονιστικό έργο είναι και το πιο αυτόνομο: στη βιντεοεγκατάσταση «Εcdysiast and Viewers» (2006), ο Σαμαράς κινηματογράφησε τις αντιδράσεις είκοσι τεσσάρων φίλων και συναδέλφων του καλλιτεχνών ενώ βλέπουν μια αυτοπροσωπογραφία σε βίντεο στο οποίο ο Σαμαράς στέκεται γυμνός μπροστά στην κάμερα. Πρόκειται για μία από τις πιο χαρακτηριστικές καταβυθίσεις στο «εγώ», την εμμονική αυτοεξέταση που χαρακτηρίζει το έργο του. Οπως έχει πει ο ίδιος σε μία από τις γνωστές αυτοσυνεντεύξεις του, «άλλοι μιλούν για τον εαυτό τους όταν μιλούν για αφηρημένα πράγματα. Εγώ μιλάω για τους άλλους όταν μιλάω για τον εαυτό μου».

Βέβαια ζητούμενο τώρα είναι το πώς στο εξής θα γίνεται η επιλογή της εκπροσώπησής μας στη Βενετία. O Λουκάς Σαμαράς, ως σπουδαίος καλλιτέχνης, δεν επέτρεψε να επισημανθεί ηχηρά το γεγονός ότι τον επέλεξε ευθέως ένας υπουργός Πολιτισμού επειδή αυτό του φαινόταν σωστό. Και ήταν, δεδομένων των συνθηκών. Αν όμως κανείς θέλει να είναι οπλισμένος απέναντι σε μελλοντικές συνθήκες, καλά θα κάνει να σχεδιάσει μια διαδικασία επιλογής που να βγάζει επιτέλους νόημα.

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ

ΒΕΡΟΛΙΝΟ. Οπως και πολλοί δυτικοί ομότεχνοί τους, αν και για διαφορετικούς ίσως λόγους, οι ζωγράφοι της πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ εργάζονταν υπό δυσμενείς συνθήκες: εκτός από την άτεγκτη επιβολή της κομματικής γραμμής στα έργα τους, που απαιτούσε ανάταση και αισιοδοξία, οι καλλιτέχνες συχνά δεν διέθεταν ούτε τα στοιχειώδη υλικά και εργαλεία για τη δουλειά τους και αναγκάζονταν να δίνουν αυτοσχέδιες λύσεις. Μολοντούτο, για τον προσεκτικό παρατηρητή πολλά από αυτά τα έργα μαρτυρούν ανθρωπιά και προσωπικό βίωμα, καθώς και την πάλη αυτών των καλλιτεχνών, χαρά και λύπη αλλά και ταλέντο και θαυμαστή μαστοριά. Αυτά και άλλα πολλά διαβάζουμε με αφορμή την έκθεση Πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Η τέχνη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην γκαλερί Jeschke-Van Vliet (ως τις 30 Νοεμβρίου). Για πρώτη φορά συγκεντρώνονται κάτω από την ίδια στέγη περίπου 300 έργα αυτής της κατηγορίας από σύνολο κάπου 600 που κατόρθωσαν να συλλέξουν ιδιώτες μιλανέζοι φιλότεχνοι όταν η περεστρόικα εξαφάνισε ως διά μαγείας τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, επίσημο καλλιτεχνικό δόγμα της ΕΣΣΔ. Στα σχετικά δημοσιεύματα περιγράφονται οι δυσκολίες για την απόκτηση των έργων δεδομένου ότι αυτά ανήκαν στο κράτος, το οποίο τα είχε παραγγείλει, και όχι στους καλλιτέχνες οι οποίοι ήταν δημόσιοι υπάλληλοι. Οι πίνακες απεικονίζουν σκηνές δουλειάς στο χωράφι, στο σχολείο κ.λπ., στιγμές από την επανάσταση του 1917 και από την ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, ενώ μία ολόκληρη αίθουσα είναι αφιερωμένη στα έργα όπου εμφανίζεται ο Λένιν, τόσο ώστε αμερικανός σχολιαστής παρατηρεί: «Υπάρχουν ωστόσο και πολλοί πίνακες χωρίς τον Λένιν».

[ars...brevis, επιμέλεια: Αναστασία Ζενάκου, ΤΟ ΒΗΜΑ, 01/11/2009]